Παρασκευή, 9 Σεπτεμβρίου 2016

Σχέδιο Συμφωνίας μεταξύ του Καναδά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη διαβίβαση και την επεξεργασία δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών – Δεδομένα των επιβατών αεροπορικών μεταφορών


Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 218, παράγραφος 11, ΣΛΕΕ, υπέβαλε στο Δικαστήριο αίτηση γνωμοδοτήσεως αναφορικά με τη σχεδιαζόμενη Συμφωνία μεταξύ του Καναδά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τη διαβίβαση και επεξεργασία δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών, προκειμένου να μπορέσει να εξετάσει το αίτημα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο υποβλήθηκε τον Ιούλιο του 2014, για έγκριση από το Κοινοβούλιο της προτάσεως αποφάσεως για τη σύναψη της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας 

Συνοπτικά, η σχεδιαζόμενη Συμφωνία προβλέπει ότι τα δεδομένα από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών (Passenger Name Record,στο εξής: δεδομένα PNR), τα οποία συλλέγουν οι αερομεταφορείς από τους επιβάτες ενόψει των κρατήσεων πτήσεων μεταξύ του Καναδά και της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαβιβάζονται στις αρμόδιες καναδικές αρχές, οι οποίες ακολούθως τα επεξεργάζονται και τα χρησιμοποιούν με σκοπό την πρόληψη και την ανίχνευση τρομοκρατικών αδικημάτων ή άλλων σοβαρών διεθνικών εγκλημάτων, ενώ παράλληλα καθιερώνει σειρά εγγυήσεων για τον σεβασμό της ιδιωτικής ζωής και την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των επιβατών.

Η αίτηση γνωμοδοτήσεως, η οποία αφορά, αφενός, τη συμβατότητα της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας με το πρωτογενές δίκαιο της Ένωσης και, αφετέρου, την προσήκουσα νομική βάση για την απόφαση του Συμβουλίου περί συνάψεως της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας, έχει ως εξής:
«Είναι συμβατή η σχεδιαζόμενη Συμφωνία με τις διατάξεις των Συνθηκών (άρθρο 16 ΣΛΕΕ) και τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (άρθρα 7, 8 και 52, παράγραφος 1), όσον αφορά το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που έχουν τα φυσικά πρόσωπα;
Αποτελούν τα άρθρα 82, παράγραφος 1, [στοιχείο] δʹ, ΣΛΕΕ και 87, παράγραφος 2, [στοιχείο] αʹ, ΣΛΕΕ την προσήκουσα νομική βάση για την πράξη του Συμβουλίου περί συνάψεως της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας ή η πράξη αυτή πρέπει να έχει ως βάση το άρθρο 16 ΣΛΕΕ;
Στις 8 Σεπτεμβρίου 2016, ο Γενικός Εισαγγελέας κατέθεσε τις προτάσεις του επί της αιτήσεως γνωμοδοτήσεως που υπέβαλε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο προς το Δικαστήριο/

Ειδικότερα, στις προτάσεις του αναφέρει συμπερασματικά τα εξής: 

Η σχεδιαζόμενη Συμφωνία είναι συμβατή με το άρθρο 16 ΣΛΕΕ και με τα άρθρα 7, 8 και το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, υπό την προϋπόθεση:
–      να διατυπωθούν κατά τρόπο σαφή και ακριβή οι κατηγορίες δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών (PNR) των επιβατών αεροπορικών μεταφορών, οι οποίες απαριθμούνται στο παράρτημα της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας, και να εξαιρεθούν τα ευαίσθητα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κατά την έννοια της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας, από το πεδίο εφαρμογής της·
–      να απαριθμηθούν κατά τρόπο εξαντλητικό στην εν λόγω Συμφωνία ή σε παράρτημα αυτής οι αξιόποινες πράξεις που εμπίπτουν στον ορισμό του σοβαρού διεθνικού εγκλήματος, ο οποίος περιλαμβάνεται στο άρθρο 3, παράγραφος 3, της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας·
–      η σχεδιαζόμενη Συμφωνία να καθορίσει κατά τρόπο αρκούντως σαφή και ακριβή την αρχή που είναι επιφορτισμένη με την επεξεργασία των δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών, ούτως ώστε να διασφαλίζεται η προστασία και η ασφάλεια των δεδομένων αυτών·
–      η σχεδιαζόμενη Συμφωνία να εξειδικεύσει ρητώς τις αρχές και τους κανόνες που έχουν εφαρμογή τόσο στα προδιατυπωμένα σενάρια ή στα κριτήρια εκτιμήσεως όσο και στις βάσεις δεδομένων προς τα οποία αντιπαραβάλλονται τα δεδομένα από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών στο πλαίσιο της αυτοματοποιημένης επεξεργασίας τους, ούτως ώστε να καθίσταται δυνατόν, σε μεγάλο βαθμό και κατά τρόπο που να μη δημιουργεί διακρίσεις, τα «εντοπιζόμενα» πρόσωπα να περιορίζονται στα πρόσωπα για τα οποία υφίσταται εύλογη υποψία συμμετοχής σε τρομοκρατική αξιόποινη πράξη ή σε πράξη σοβαρού διεθνικού εγκλήματος·
–      η σχεδιαζόμενη Συμφωνία να διευκρινίσει ότι μόνον οι υπάλληλοι της καναδικής αρμόδιας αρχής εξουσιοδοτούνται να έχουν πρόσβαση στα δεδομένα από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών και να προβλέψει αντικειμενικά κριτήρια για τον προσδιορισμό των υπαλλήλων αυτών·
–      η σχεδιαζόμενη Συμφωνία να εκθέσει, κατά τρόπο αιτιολογημένο, τους αντικειμενικούς λόγους που δικαιολογούν την ανάγκη διατηρήσεως όλων των δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών για μέγιστη περίοδο πέντε ετών·
–      σε περίπτωση που η μέγιστη πενταετής διάρκεια διατηρήσεως των δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών θεωρηθεί αναγκαία, η σχεδιαζόμενη Συμφωνία να διασφαλίσει την μέσω της αποκρύψεως στοιχείων «αποπροσωποποίηση» όλων των δεδομένων PNR που μπορούν να καταστήσουν δυνατή την άμεση ταυτοποίηση επιβάτη αεροπορικών μεταφορών·
–      η σχεδιαζόμενη Συμφωνία να υπαγάγει στον ex ante έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή δικαστηρίου την εξέταση που διενεργεί η καναδική αρμόδια αρχή σχετικά με το επίπεδο προστασίας το οποίο παρέχουν άλλες καναδικές δημόσιες αρχές και οι αρχές τρίτων χωρών καθώς και την τυχόν απόφαση κοινοποιήσεως των δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών, κατά περίπτωση, στις εν λόγω αρχές·
–      για την πρόθεση διαβιβάσεως των δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών πολίτη κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε άλλη καναδική δημόσια αρχή ή σε δημόσια αρχή τρίτης χώρας να ενημερώνονται προηγουμένως οι αρμόδιες αρχές του οικείου κράτους μέλους και/ή η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, πριν από την πραγματοποίηση οποιασδήποτε διαβιβάσεως·
–      η σχεδιαζόμενη Συμφωνία να διασφαλίσει κατά τρόπο συστηματικό, βάσει σαφούς και ακριβούς κανόνα, τον έλεγχο από ανεξάρτητη αρχή, κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των επιβατών των οποίων τα δεδομένα από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών γίνονται αντικείμενο επεξεργασίας, και
–      η σχεδιαζόμενη Συμφωνία να διευκρινίσει σαφώς ότι των αιτήσεων προσβάσεως, διορθώσεως και επισημειώσεως που υποβάλλονται από επιβάτες μη ευρισκόμενους στο καναδικό έδαφος επιλαμβάνεται, είτε ευθέως είτε μέσω διοικητικής προσφυγής, ανεξάρτητη δημόσια αρχή.
4.      Η σχεδιαζόμενη Συμφωνία δεν είναι συμβατή με τα άρθρα 7, 8 και το άρθρο 52, παράγραφος 1, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στο μέτρο που:
–      το άρθρο 3, παράγραφος 5, της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας επιτρέπει, πέρα από το αυστηρώς αναγκαίο μέτρο, τη διεύρυνση των δυνατοτήτων επεξεργασίας δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών, ανεξάρτητα από τον σκοπό προλήψεως και ανιχνεύσεως των τρομοκρατικών αξιόποινων πράξεων και των πράξεων σοβαρού διεθνικού εγκλήματος, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 3 της εν λόγω Συμφωνίας·
–      το άρθρο 8 της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας προβλέπει την επεξεργασία, τη χρήση και τη διατήρηση από τον Καναδά δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών τα οποία περιέχουν ευαίσθητα δεδομένα·
–      το άρθρο 12, παράγραφος 3, της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας χορηγεί στον Καναδά, πέρα από το αυστηρώς αναγκαίο μέτρο, το δικαίωμα να προβαίνει σε οποιαδήποτε δημοσιοποίηση στοιχείων με την επιφύλαξη των εύλογων νομικών απαιτήσεων και περιορισμών·
–      το άρθρο 16, παράγραφος 5, της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας επιτρέπει στον Καναδά να διατηρεί δεδομένα από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών για μέγιστη περίοδο πέντε ετών, μεταξύ άλλων για κάθε ειδική ενέργεια, επανεξέταση, έρευνα ή δικαστική διαδικασία, χωρίς να απαιτείται οποιοσδήποτε σύνδεσμος με τον σκοπό προλήψεως και ανιχνεύσεως των τρομοκρατικών αξιόποινων πράξεων και των πράξεων σοβαρού διεθνικού εγκλήματος, ο οποίος προβλέπεται στο άρθρο 3 της εν λόγω Συμφωνίας, και
–      το άρθρο 19 της σχεδιαζόμενης Συμφωνίας δέχεται τη δυνατότητα διαβιβάσεως δεδομένων από τις καταστάσεις με τα ονόματα των επιβατών σε δημόσια αρχή τρίτης χώρας χωρίς η καναδική αρμόδια αρχή να έχει προηγουμένως βεβαιωθεί, υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, ότι η παραλήπτρια δημόσια αρχή της οικείας τρίτης χώρας δεν θα μπορεί μεταγενέστερα να διαβιβάσει η ίδια τα δεδομένα αυτά σε άλλη οντότητα, ενδεχομένως κάποιας άλλης τρίτης χώρας.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου