Πέμπτη, 31 Οκτωβρίου 2013

CyNC 2013 – Cybercrime Network Conference

Sunday 8th December - Tuesday 10th December, 2013
New Science Centre, UCD, Dublin, Ireland



The conference, hosted by UCD Centre for Cybersecurity and Cybercrime Investigation, is the first of its kind. This inaugural event will bring together Cybercrime Centres of Excellence from across Europe to showcase the efforts taking place to combat crime in the cyber environment.
The conference agenda has been designed to appeal to all stakeholders working in the cyber sphere, including law enforcement, academia, industry and government.
The objective of the conference is to add tangible value to the fight against cybercrime, and will include demonstrations of open source forensic tools, investigator training workshops and updates from experts working in the field.
There will be opportunities for participants to network across the cyber sectors, view the outputs of the national Centres of Excellence and to engage in productive discussions on the future cyber landscape.
For information about the conference, please contact cci.info@ucd.iehttp://www.ucd.ie/cci/cync/

Κυριακή, 27 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ

-->

Ιωάννης Δ. Ιγγλεζάκης, Επικ. Καθηγητής Νομικής Σχολή ΑΠΘ, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Η ιστορία της νομικής πληροφορικής είναι στενά συνυφασμένη με μια σημαντική τεχνολογική ανακάλυψη: την ανάκτηση πληροφορίας από νομικά κείμενα, η οποία δράττει δάφνες σήμερα, καθώς χρησιμοποιείται από τις μηχανές αναζήτησης, οι οποίες έχουν κεντρική σημασία στο σύγχρονο Διαδίκτυο. Η διαφορά αυτής της τεχνολογικής καινοτομίας από άλλες, αντίστοιχες, είναι ότι δεν αναπτύχθηκε στο πλαίσιο στρατιωτικών εφαρμογών. Αυτό, συνέβη όσον αφορά τον πρώτο ψηφιακό υπολογιστή, τον γνωστό ως ENIAC, ο οποίος αναπτύχθηκε για να χρησιμεύσει στην βαλιστική έρευνα και του οποίου η πρώτη αποστολή ήταν να εκτελεί υπολογισμούς σχετικά με τη δυνατότητα κατασκευής της βόμβας υδρογόνου. Το Διαδίκτυο, επίσης, αναπτύχθηκε, ως ένα στρατιωτικό δίκτυο, το ARPANET που έθεσε σε λειτουργία το 1969 η αμερικανική υπηρεσία ερευνών ARPA, και ως στόχο είχε να λειτουργεί ως ένα αποκεντρωμένο δίκτυο που θα λειτουργούσε ακόμα και αν τίθονταν εκτός λειτουργίας ένα μέρος του δικτύου μετά από επίθεση, λ.χ., με πυρηνικά όπλα.
Αντιθέτως, η ανάπτυξη της τεχνολογίας ανάκτησης πληροφοριών είχε ως σκοπό την προσαρμογή των νομοθετικών κειμένων στην πολιτική ορθότητα που επέβαλε το νέο πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του ’50[1]. Συγκεκριμένα, με ένα νομοσχέδιο που κατατέθηκε το 1956 προς ψήφιση στην πολιτεία της Πενσυλβάνιας ορίσθηκε ότι ο όρος «καθυστερημένο παιδί» (retarded child) πρέπει να αντικατασταθεί με την πιο ουδέτερη φράση «ιδιαίτερο παιδί» (exceptional child). Ωστόσο, με βάση τη νομοθεσία της πολιτείας αυτής, ήταν απαραίτητο το νομοσχέδιο να καθορίζει τις νομικές διατάξεις που περιείχαν τον σχετικό όρο. Επειδή τούτο δεν ήταν ευχερές, οι νομοθέτες απευθύνθηκαν στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας και ανέθεσαν στον καθηγητή John F. Horty να λύσει το πρόβλημα.
Μετά την αποτυχία των αρχικών προσπαθειών ανεύρεσης των επιμέρους διατάξεων με συμβατικές μεθόδους (χειρωνακτικά), ο καθηγητής Horty απευθύνθηκε για συνεργασία στο Κέντρο Επεξεργασίας Δεδομένων και Υπολογιστών και επιχείρησε να επιλύσει το πρόβλημα χρησιμοποιώντας μια ρηξικέλευθη για την εποχή προσέγγιση, την ανάκτηση πληροφορίας (information retrieval). Όλο το υλικό καταγράφηκε σε διάτρητες κάρτες και έγινε επαλήθευσή του με διπλή διάτρηση. Το σύστημα του Horty επεξεργαζόταν το πηγαίο κείμενο και δημιουργούσε δύο αρχεία, ένα αρχείο κειμένου με το αρχικό κείμενο μαζί με ένα ευρετήριο, το οποίο περιείχε τη διεύθυνση κάθε στοιχείου του κειμένου (π.χ., τμήμα 2, παράγραφος 3 αρχίζει στη θέση n στη μαγνητική κάρτα) και ένα δεύτερο αρχείο αναζήτησης, στο οποίο ταξινομούνταν όλες οι λέξεις του κειμένου με αλφαβητική σειρά και με τη διεύθυνση της λέξης. Το αρχείο αναζήτησης ήταν ένα είδος ευρετηρίου του κειμένου, το οποίο λειτουργούσε ως εξής: όταν ο χρήστης αναζητούσε μια λέξη, όπως π.χ. «παιδί», το σύστημα του επέστρεφε την πληροφορία ότι αυτή η λέξη απαντάται σε δύο τμήματα του νομοθετικού κειμένου που περιέχεται στη βάση δεδομένων. Έτσι, έδινε την εντύπωση στον χρήστη ότι κάνει αναζήτηση στο πλήρες κείμενο του νόμου.
Με τον τρόπο αυτό κατέστη ευχερές έργο η ανάγνωση από τον η/υ του υλικού και η ανάκτηση όλων των θέσεων στις οποίες αναφερόταν η λέξη «καθυστερημένο» και η λέξη «παιδί», καθώς και γραμματικές παραλλαγές του[2]. Το έργο της εύρεσης του σχετικού όρου στη νομοθεσία της υγείας μπόρεσε, έτσι, να ολοκληρωθεί, αλλά έγινε σαφές ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε ο καθηγητής Horty μπορούσε να αξιοποιηθεί και για την εύρεση οποιουδήποτε όρου αναζήτησης σε νομικά κείμενα[3].
Αυτός ήταν και ο λόγος που η τεχνολογία της ανάκτησης νομικών πληροφοριών παρουσιάσθηκε σε συνέδριο του αμερικανικού δικηγορικού συλλόγου (ΑΒΑ), ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από μια ιδιωτική εταιρία, την Aspen (με αρχική ονομασία Automated Law Searching), η οποία μετάφρασε σε κώδικα τον Κώδικα των ΗΠΑ και νομοθετήματα όλων των πολιτειών και άλλους νόμους και νομολογία, ενώ παρείχε και άλλες υπηρεσίες, όπως κατάρτιση νομοσχεδίων, συλλογή νομοθεσιών σε έντυπη μορφή κλπ[4].
Η ανάκτηση νομικών πληροφοριών σήμερα, βεβαίως, έχει καταστεί κοινή πρακτική σε όλες τις προηγμένες χώρες του κόσμου και κατά τούτο, η σύλληψη του Horty υπήρξε επαναστατική και τον έφερε στην παγκόσμια τεχνολογική πρωτοπορία. Συνακόλουθα, διαπιστώνεται ότι η ανάγκη εξεύρεσης μιας μεθοδολογίας για την εύρεση της νομικής πληροφορίας οδήγησε σε μια τεχνολογική καινοτομία και ανύψωσε τους νομικούς επιστήμονες στην avant-garde της τεχνολογίας της πληροφορικής, η οποία έμελε να αναπτυχθεί ραγδαία κατά τις επόμενες δεκαετίες. Η τεχνολογία δε αυτή, της ανάκτησης πληροφορίας, είναι από τις τεχνολογίες-κλειδιά του Διαδικτύου σήμερα, καθώς η περιήγηση στο αχανές αυτό περιβάλλον είναι αδύνατη χωρίς τη βοήθεια ενός ευρετηρίου, όπως αυτό που διαθέτουν οι μηχανές αναζήτησης.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η νομική πληροφορική θεμελιώθηκε από τον αμερικανό Lee Loevinger, ο οποίος εισήγαγε τον όρο δικαιομετρική (jurismetrics) στο νομικό λεξιλόγιο. Εκτός από τον Loevinger και άλλοι συγγραφείς υπογράμμισαν τη σημασία της εφαρμογής επιστημονικών μεθόδων για την ανάλυση νομικών κειμένων, όπως ο Baade[5], αλλά και οι Franken και De Mulder. Ο Franken όρισε το αντικείμενο της δικαιομετρικής ως την εφαρμογή ποσοτικών μεθόδων σε νομικά προβλήματα, αλλά στη βάση θεωρητικών αναζητήσεων, όπως είναι η θεωρία των κυβερνητικών συστημάτων, ενώ, αντίστοιχα, ο De Mulder προσεγγίζει τη δικαιομετρική ως τη μελέτη της εμπειρικής διάστασης του δικαίου[6].
Η δικαιομετρική παρουσιάζει ομοιότητες με την οικονομετρία και παρά το γεγονός ότι οι νομικοί – σε αντίθεση με τους οικονομολόγους – δεν είναι εξοικειωμένοι με την εφαρμογή μαθηματικών μεθόδων, η ανάλυση ιδίως της νομολογίας με τη δικαιομετρική και η μελέτη της νομικής γλώσσας παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι δύναται να παρέχει στοιχεία που μπορεί να βοηθήσουν στην εκτίμηση των κινδύνων και εξόδων νομικών υποθέσεων[7].  Ωστόσο, η έρευνα των εφαρμογών της δικαιομετρικών υπήρξε πολύ περιορισμένη, σε αντίθεση με την έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον πλήθους ερευνητών.
Η νομική πληροφορική ως ένας νέος κλάδος της νομικής επιστήμης άρχισε να γνωρίζει άνθηση στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1960. Κυκλοφόρησαν τα πρώτα περιοδικά νομικής πληροφορικής: Law and Computer Journal, Jurimetrics Journal, Rutgers Journal of Law and Technology. Η σημαντικότερη εφαρμογή της πληροφορικής αφορούσε τη νομική τεκμηρίωση, καθώς εμφανίσθηκαν τα πρώτα εμπορικά συστήματα νομικής πληροφόρησης και σύντομα κυριάρχησαν τα μεγάλα συστήματα πληροφόρησης, οι τράπεζες πληροφοριών Westlaw και Lexis[8]. Η βάση δεδομένων LEXIS παρουσιάστηκε στην Ν. Υόρκη το 1970 και άρχισε τη λειτουργία της σε εμπορική κλίμακα το 1973, παρουσίασε δε μεγάλη επιτυχία και περί τα τέλη του 1970 λέγεται ότι όλες οι μεγάλες δικηγορικές εταιρίες των ΗΠΑ ήταν πελάτες της[9]. Ο μεγάλος ανταγωνιστής της LEXIS ήταν η εκδοτική εταιρία (στο χώρο των νομικών εκδόσεων) West. Η τελευταία ανέπτυξε το δικό της σύστημα νομικής τεκμηρίωσης, τη Westlaw, το 1975. Αρχικά, η βάση δεδομένων Westlaw περιείχε μόνο μια σύντομη περίληψη των δικαστικών αποφάσεων, αλλά το 1978 άλλαξε πολιτική και ενσωμάτωσε και το πλήρες κείμενο των αποφάσεων[10].

Την δεκαετία του 1960 αρχίζει η ερευνητική δραστηριότητα στον τομέα της νομικής πληροφορικής και στην Ευρώπη. Ο Βρετανός Bryan Niblett εμπνεύστηκε από το έργο του Horty κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ και επιχείρησε να δημιουργήσει ένα παρόμοιο σύστημα. Έτσι, κατασκεύασε ένα σύστημα νομικής τεκμηρίωσης, το STATUS, το οποίο όμως περιορίσθηκε στις ρυθμίσεις περί ατομικής ενέργειας. Ερευνητικές δραστηριότητες βασιζόμενες στο σύστημα STATUS επεκτάθηκαν και στην Αυστραλία, την Ολλανδία και τη Νορβηγία. Παρόμοια και ο Colin Tapper έχοντας υπόψη του την ερευνητική δραστηριότητα του Horty, πειραματίσθηκε στο Magdalene College της Οξφόρδης με συστήματα νομικής τεκμηρίωσης[11].
Στον Ευρωπαϊκό χώρο μεγάλη επιρροή άσκησε η μελέτη του Σπύρου Σημίτη με θέμα την πληροφοριακή κρίση του δικαίου, η οποία δημοσιεύθηκε το 1970[12]. Κεντρική ιδέα στο βιβλίο αυτό ήταν ότι με την αύξηση του ρυθμού προσφυγής των πολιτών στο σύγχρονο παρεμβατικό κράτος ήταν αναγκαίο να γίνει πιο αποδοτική η νομική έρευνα και για το σκοπό αυτό θεωρήθηκε απαραίτητη η χρησιμοποίηση συστημάτων νομικής πληροφόρησης.
Πράγματι, το εθνικό σύστημα νομικής πληροφόρησης της Γερμανίας άρχισε να σχεδιάζεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης ήδη το 1967 με την υποστήριξη καθηγητών Νομικής όπως ήταν ο Fiedler, ο Simitis και ο Klug. Ακολούθησε η έκδοση σχετικής έκθεσης το 1972[13], βάσει της οποίας τέθηκε σε λειτουργία το σύστημα JURIS. Παράλληλα, σημειώνεται αξιοσημείωτη επιστημονική δραστηριότητα στο σχετικό τομέα στη Γερμανία που τη φέρνει στην πρωτοπορία της έρευνας, στην Ευρώπη[14].
Αλλά και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, άνθησε η έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής κατά τις δεκαετίας του 1960 και 1970 και τέθηκαν οι βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή του. Στην Ιταλία αναπτύχθηκε στο Ακυρωτικό Δικαστήριο (Corte di Cassazione) ένα σύστημα νομικής τεκμηρίωσης βασισμένο στις περιλήψεις των αποφάσεων του δικαίου και με τη χρήση θησαυρού. Το σύστημα αυτό, ITALGIURE-FIND, επεκτάθηκε και αποτέλεσμα το παράδειγμα για τις δυνατότητες των ΤΠΕ. Στη Γαλλία ο καθηγητής Pierre Catala δημιούργησε το 1967 το Ερευνητικό Κέντρο IRETIJ[15], το οποίο είναι και το παλαιότερο στην Ευρώπη και στη συνέχεια ανέπτυξε το σύστημα τεκμηρίωσης δικαστικών αποφάσεων JURIDOC. Ακόμα, στο πλαίσιο του Conseil d’État δημιουργήθηκε το Κέντρο Ερευνών Νομικής Πληροφορικής CENIJ, το οποίο μετεξελίχθηκε στην υπηρεσία πληροφόρησης Legifrance.
Σημαντική ερευνητική προσπάθεια σημειώθηκε και σε χώρες, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Αυστρία[16]. Στη χώρα μας, ξεχωρίζει η δραστηριότητα του ερευνητικού κύκλου του καθηγητή Δ. Ευρυγένη, ο οποίος από το 1977 συγκρότησε ομάδα εργασίας και ανέπτυξε το σύστημα INNOMOS στο Σπουδαστήριο του Τομέα Ιδιωτικού Διεθνούς Συγκριτικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ με σκοπό την έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής και ειδικότερα, την ηλεκτρονική επεξεργασία δικαστικών αποφάσεων[17].
 Στη δεκαετία του 1980 η νομική πληροφορική περνά από το στάδιο του πειραματισμού στην πρακτική εφαρμογή. Όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος είναι η εξέλιξη του προσωπικού υπολογιστή, αλλά και η τηλεματική, δηλ. η διασύνδεση των η/υ μέσω τηλεπικοινωνιακών δικτύων. Έτσι έγινε δυνατή η χρήση νομικών βάσεων δεδομένων, ενώ αναπτύχθηκαν και εφαρμογές για το νομικό γραφείο (προγράμματα οργάνωσης δικηγορικού γραφείου και συμβολαιογραφείου)[18]. Στη Χώρα μας, το 1985 αναπτύχθηκε το πληροφοριακό σύστημα LEX στις Νομικές Υπηρεσίες Διοικήσεως (ήδη ΝΣΚ), το οποίο μετεξελίχθηκε στο σύστημα ΕΛΛΑΣ LEX και το οποίο περιείχε περιλήψεις δικαστικών αποφάσεων και νομοθεσία[19]. Αργότερα και πιο συγκεκριμένα, τη δεκαετία του 1990 αναπτύχθηκε η βάση νομικών δεδομένων ΝΟΜΟΣ[20] που παρέχει ολοκληρωμένη νομική πληροφόρηση, καθώς και άλλες βάσεις δεδομένων, όπως είναι η τράπεζα πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ[21] του ΔΣΑ, ενώ περιλήφθηκε και στο πρόγραμμα σπουδών της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, το μάθημα της ηλεκτρονικής επεξεργασίας του δικαίου και το μάθημα της νομικής πληροφορικής, αντίστοιχα.
Επίσης, το 1987 διοργανώθηκε το πρώτο συνέδριο για την τεχνητή νοημοσύνη και τις εφαρμογές της στο δίκαιο (First International Conference on Artificial Intelligence and Law), το οποίο έκτοτε επαναλαμβάνεται τακτικά, υπό την αιγίδα της Διεθνούς Ένωσης για την τεχνητή Νοημοσύνη και το Δίκαιο (International Association for Artificial Intelligence and Law)[22]. Στη δεκαετία του 1980, άλλωστε, άνθησε η έρευνα για την εφαρμογή της εν λόγω τεχνολογίας στο δίκαιο, η οποία, όμως όπως προαναφέρθηκε, δεν απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς.
Στη συνέχεια, στη δεκαετία του ’90 η εκρηκτική ανάπτυξη του Διαδικτύου με την εμφάνιση του Παγκόσμιού Ιστού (World Wide Web), είχε ως αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί η τεχνολογική επανάσταση της πληροφορικής και να καταστούν τα ψηφιακά προϊόντα και οι υπηρεσίες προσιτά σε όλους, καθιστώντας παράλληλα άλλες υπηρεσίες, όπως είναι η διάθεση βάσεων δεδομένων μέσω CD-ROM, ανεπίκαιρες. Πέρα από τη νομική τεκμηρίωση, η έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής προσανατολίζεται στην ανάπτυξη «ευφυών» συστημάτων, συστημάτων δηλ. που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη, ενώ η τεχνολογία του Διαδικτύου αλλάζει ριζικά τον τρόπο που λειτουργεί το νομικό γραφείο, όπως προαναφέρθηκε.
 Στη νέα χιλιετία, η έρευνα προσανατολίζεται, μεταξύ άλλων, στα ζητήματα που αφορούν τη διάθεση νομικού περιεχομένου στο Διαδίκτυο, την ανάπτυξη συστημάτων που βασίζονται στη γνώση (knowledge-based systems), το σχεδιασμό νομικών οντολογιών και σημασιολογικών λεξικών, τις νομικές εφαρμογές του σημασιολογικού Διαδικτύου, τα πρότυπα XML κοκ.



[1]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite: A bried History of Legal Information Retrieval, in: A History of Legal Informatics, Lefis Series Vol 9, number 4(2010), σελ. 23 επ.
[2]. Βλ. σχετικά J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 25 και επ.
[3]. Βλ. J. Bing, Handbook of Legal Information Retrieval, 1991, σελ. 258.
[4]. Βλ. J. Bing, Handbook of Legal Information Retrieval, ό.π., σελ. 260.
[5]. Βλ. παραπάνω, υπό 2.
[6]. Για τα παραπάνω βλ. R. De Mulder/K. v. Noortwijk/L. Combrink-Kuiters, Jurimetrics please!, in:  A History of Legal Informatics, Lefis Series Vol 9, number 4(2010), σελ. 147 επ. (149).
[7]. Βλ. R. De Mulder/K. v. Noortwijk/L. Combrink-Kuiters, σελ. 171 επ.
[8]. Βλ. G. Sartor, L’Informatica Giuridica e le Tecnologie dell’ Informazione, ό.π., σελ. 28.
[9]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 37.
[10]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 40.
[11]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 27-28.
[12]. Βλ. S. Simitis, Informationskrise des Rechts und Datenverarbeitung, 1970.
[13]. Βλ. Gesellschaft für Mathematik und Datenverarbeitung, Das Juristische Informationssystem, 1972.
[14]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 31.
[15]. Βλ. P. Catala, Création d’un Laboratoire: L’Iretij, στο έργο του ίδιου, Le droit à l’épreuve du numérique, 1998, σελ. 41 επ.
[16]. Βλ. αναλυτικά J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 33 επ.
[17]. Βλ. D.J. Evrigenis/A.J. Passias, Innomos: une expérience dans le domaine du stockage et du traitement électroniques de l’information juridique, στον τόμο: Α. Πασσιάς, Πληροφορική και Δίκαιο, 1987, σελ. 25 επ.
[18]. Βλ. G. Sartor, L’Informatica Giuridica e le Tecnologie dell’ Informazione, ό.π., σελ. 30 επ.
[19]. Βλ. Αραβαντινού, Εισαγωγή στη Νομοπληροφορική, ό.π., σελ. 141 επ.· Ν. Τζωρτζόπουλου, Το σύστημα νομικής πληροφορικής LEX, ΝοΒ 1986, σελ. 1362 επ.
[21]. Βλ. www.dsanet.gr