Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου 2018

Απόφαση ΔΕΕ της 20.12.2017, C-434/15 (υπόθεση Uber)






Δημοσιεύθηκε στις 20/12/17 η απόφαση του ΔΕΕ στην πολυσυζητημένη υπόθεση που αφορά την υπηρεσία Uber (Asociación Profesional Elite Taxi κατά Uber Systems Spain SL). Το ερώτημα που κρίθηκε, κατά βάση, στην υπόθεση αυτή ήταν αν οι υπηρεσίες τις οποίες παρέχει η Uber πρέπει να λογίζονται ως υπηρεσίες μεταφοράς, ως υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας ή ως συνδυασμός αυτών των δύο ειδών υπηρεσιών. Όπως είναι γνωστό, η Uber έρχεται σε επαφή ή συνδέεται με μη επαγγελματίες οδηγούς στους οποίους παρέχει σειρά εργαλείων πληροφορικής –μια διεπαφή– για να μπορούν και αυτοί, με τη σειρά τους, να επικοινωνούν με άτομα που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης και εξασφαλίζουν πρόσβαση στην υπηρεσία μέσω της ομώνυμης εφαρμογής.

Ειδικότερα, το ερώτημα ήταν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν η κερδοσκοπική δραστηριότητα που ασκεί η Uber, η οποία συνίσταται στη διαμεσολάβηση μεταξύ του ιδιοκτήτη οχήματος και του προσώπου που επιθυμεί να μετακινηθεί εντός της πόλεως, μέσω της διαχειρίσεως των μέσων πληροφορικής –διεπαφή και εφαρμογή λογισμικού (“έξυπνων τηλεφώνων και τεχνολογικής πλατφόρμας, κατά την [Uber Systems Spain]”– που επιτρέπουν τη σύνδεσή τους, να θεωρηθεί απλή δραστηριότητα στον τομέα των μεταφορών ή πρέπει να θεωρηθεί ηλεκτρονική υπηρεσία διαμεσολαβήσεως ή υπηρεσία της κοινωνίας των πληροφοριών. Kαι, συναφώς αν μπορεί αυτή να θεωρηθεί ως υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας και, συνεπώς, καλύπτεται η ηλεκτρονική υπηρεσία διαμεσολαβήσεως από την αρχή της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών.

Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι στο πλαίσιο της υπηρεσίας διαμεσολάβησης, η Uber επιλέγει μη επαγγελματίες οδηγούς που χρησιμοποιούν δικό τους όχημα και τους παρέχει μια εφαρμογή χωρίς την οποία οι μεν οδηγοί δεν θα ήταν σε θέση να παράσχουν τις υπηρεσίες μεταφοράς, τα δε άτομα που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης δεν θα είχαν πρόσβαση στις υπηρεσίες των οδηγών. Επιπλέον, η Uber ασκεί αποφασιστική επιρροή επί των όρων παροχής της υπηρεσίας από τους οδηγούς. Ως προς το σημείο αυτό, γίνεται ειδικότερα δεκτό ότι η Uber καθορίζει, μέσω της ομώνυμης εφαρμογής, τουλάχιστον το ανώτατο κόμιστρο, ότι εισπράττει το κόμιστρο από τον πελάτη και εν συνεχεία αποδίδει τμήμα του στον μη επαγγελματία οδηγό του οχήματος, και ότι ελέγχει σε κάποιον βαθμό την ποιότητα των οχημάτων και των οδηγών τους, αλλά και τη συμπεριφορά των τελευταίων, επ’ απειλή ακόμη και αποκλεισμού τους.

Επομένως, αυτή η υπηρεσία διαμεσολάβησης πρέπει να θεωρηθεί ότι αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα μιας συνολικής υπηρεσίας της οποίας κύριο στοιχείο είναι η υπηρεσία μεταφοράς και, ως εκ τούτου, δεν πρέπει να χαρακτηρίζεται «υπηρεσία της κοινωνίας της πληροφορίας» κατά την έννοια του άρθρου 1, σημείο 2, της οδηγίας 98/34, στο οποίο παραπέμπει το άρθρο 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2000/31, αλλά «υπηρεσία στον τομέα των μεταφορών» κατά την έννοια του άρθρου 2, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2006/123. Αυτό έχει ως συνέπεια, η οδηγία 2000/31 να μην βρίσκει εφαρμογή επί υπηρεσίας διαμεσολάβησης όπως η επίδικη.

Με βάση λοιπόν τα παραπάνω, το ΔΕΕ κατέληξε στο συμπέρασμα ότι υπηρεσία διαμεσολάβησης όπως η επίδικη εν προκειμένω, στο πλαίσιο της οποίας, μέσω μιας εφαρμογής για έξυπνα τηλέφωνα, διευκολύνεται έναντι αμοιβής η επικοινωνία μεταξύ μη επαγγελματιών οδηγών που χρησιμοποιούν δικό τους όχημα και ατόμων που επιθυμούν να μετακινηθούν εντός πόλης, πρέπει να θεωρηθεί ότι είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με υπηρεσία μεταφοράς και, κατ’ επέκταση, να χαρακτηριστεί «υπηρεσία στον τομέα των μεταφορών» κατά την έννοια του άρθρου 58, παράγραφος 1, ΣΛΕΕ. Ως εκ τούτου, μια τέτοια υπηρεσία αποκλείεται από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 56 ΣΛΕΕ, της οδηγίας 2006/123 και της οδηγίας 2000/31.






Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Xορήγηση σε τρίτους εγγράφων πειθαρχικής φύσης σχετικά με πληρεξούσιο δικηγόρο - ΣτΕ 1847/2017



Το ιστορικό της απόφασης του ΣτΕ, καταρχήν, έχει ως εξής: Με έγγραφο του ΔΣΑ κοινοποιήθηκαν σε τρίτους στοιχεία που αφορούν σε πειθαρχικές διώξεις και ποινές σε βάρος δικηγόρου και μέλους του εν λόγω δικηγορικού συλλόγου, δηλαδή στοιχεία που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Το ΣτΕ, ενώπιον του οποίου ασκήθηκε αίτηση ακύρωσης από τον ως άνω δικηγόρο, με την οποία ζητούσε την ακύρωση του εγγράφου αυτού.



Το ΣτΕ δέχθηκε ότι η γνωστοποίηση προς τρίτα πρόσωπα στοιχείων πειθαρχικών διώξεων δικηγόρου, τα οποία δεν εμπίπτουν σε κάποια από τις απαριθμούμενες στην περίπτωση β΄ του άρθρου 2 του ν. 2472/1997 κατηγορίες, συνιστά επεξεργασία απλών και όχι ευαίσθητων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, για την οποία υφίσταται πάντως σε κάθε περίπτωση υποχρέωση προηγούμενης ενημερώσεως του υποκειμένου των δεδομένων ακόμη και όταν, κατ’ εξαίρεση, δεν απαιτείται για την ανακοίνωση των συγκεκριμένων δεδομένων η συγκατάθεση αυτού (πρβλ. ΣτΕ 763/2010, 3154/2008, 2252/2005 7μ.).


Σύμφωνα με το ΣτΕ, τέτοια περίπτωση μπορεί να συντρέχει, ιδίως, όταν η χορήγηση προσωπικών δεδομένων είναι αναγκαία για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματος ενώπιον δικαστηρίου. Στην τελευταία, όμως, αυτή περίπτωση, για τη χορήγηση των προσωπικών δεδομένων, ο τρίτος πρέπει να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι τα συγκεκριμένα στοιχεία είναι απολύτως αναγκαία και πρόσφορα για την αναγνώριση, άσκηση ή υπεράσπιση δικαιώματός του ενώπιον δικαστηρίου, και δη εν όψει συγκεκριμένης εκκρεμούς δίκης, ώστε, εκ του συγκεκριμένου σκοπού, να οριοθετείται και η έκταση των αναγκαίων και πρόσφορων για τον σκοπό αυτό στοιχείων που επιτρέπεται να χορηγηθούν.


Στη συγκεκριμένη περίπτωση, κρίθηκε ότι η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατά παράβαση του άρθρου 5 παρ. 2 ε΄ ν. 2472/1997 που διέπει την επεξεργασία απλών προσωπικών δεδομένων, διότι η επίκληση αορίστως με την αίτηση για χορήγηση στοιχείων για πειθαρχικές διώξεις της ύπαρξης αντιδικίας με τον δικηγόρο,

χωρίς να προσδιορίζεται ειδικότερα η αντιδικία αυτή και να εξειδικεύεται, κατ’ ακολουθία, η αναγκαιότητα χρησιμοποιήσεως των προσωπικών δεδομένων του τελευταίου και μάλιστα όλων εν γένει των στοιχείων που αφορούσαν σε πειθαρχικές του διώξεις, δεν στοιχειοθετούσε το κατά την ανωτέρω διάταξη έννομο συμφέρον, η ικανοποίηση του οποίου θα δικαιολογούσε, εφόσον μάλιστα υπερείχε προφανώς των δικαιωμάτων και συμφερόντων του αιτούντος, τη γνωστοποίηση των στοιχείων αυτών.


Σημαντικό είναι ότι, σύμφωνα με το ΣτΕ, η εισαγγελική παραγγελία προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, ως εκ του παρατεθέντος περιεχομένου της, δεν ήταν ικανή να δικαιολογήσει την κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως χορήγηση των προσωπικών δεδομένων του αιτούντος σε τρίτους, εφόσον για να είναι αυτή δεσμευτική θα έπρεπε να είναι αιτιολογημένη, να περιέχει ρητή έκφραση γνώμης του συντάκτη αυτής εισαγγελικού λειτουργού και να μην αποτελεί απλό διαβιβαστικό της σχετικής αιτήσεως έγγραφο (βλ. σχετ. ΑΠ 148/2013), όπως συνέβαινε εν προκειμένω που η συγκεκριμένη εισαγγελική παραγγελία διελάμβανε απλώς ότι αποστέλλεται η «συνημμένη αίτηση» και παρακαλείται ο Δικηγορικός Σύλλογος Αθηνών «για την κατά νόμο εκτίμηση των διαλαμβανομένων σ’ αυτήν και τις εντεύθεν επιβαλλόμενες ενέργειες».


Με αυτή του την κρίση το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο καθιστά σαφές ότι η εισαγγελική παραγγελία δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη χορήγηση προσωπικών δεδομένων, ακόμα και απλών δεδομένων, όταν δεν συντρέχει έννομο συμφέρον του αιτούμενου τη χορήγηση διοικητικών εγγράφων που περιέχουν τέτοια δεδομένα.


Επιλήψιμο ήταν ακόμα το γεγονός ότι η πράξη του ΔΣΑ εκδόθηκε χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του αιτούντος για την ανακοίνωση των προσωπικών του δεδομένων στα προαναφερόμενα τρίτα πρόσωπα, κατά παράβαση του άρθρου 11 παρ. 3 του ν. 2472/1997 και η παράλειψη αυτή, στέρηση από τον αιτούντα τη δυνατότητα να προβάλλει αντιρρήσεις σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 2472/1997.











Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Καθήκον επιμελούς διαφύλαξης αρχείου με προσωπικά δεδομένα

Αριθμός 1662/2017

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ, ΤΜΗΜΑ Δ΄

(...)
 2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της αποφάσεως 170/10.11.2014 της Αρχής
Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, με την οποία επιβλήθηκε στην αιτούσα τράπεζα πρόστιμο 50.000 ευρώ για παράβαση διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 3 και 12 του ν. 2472/1997, περί προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

 3. Επειδή, στο άρθρο 12 («Δικαίωμα πρόσβασης») του ν. 2472/1997 (Α΄ 50) προβλέπονται τα εξής: «1. Καθένας έχει δικαίωμα να γνωρίζει εάν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που τον αφορούν αποτελούν ή αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας. Προς τούτο, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει υποχρέωση να του απαντήσει εγγράφως. 2. Το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να ζητεί και να λαμβάνει από τον υπεύθυνο επεξεργασίας, χωρίς καθυστέρηση και κατά τρόπο εύληπτο και σαφή, τις ακόλουθες πληροφορίες: α) Όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν, καθώς και την προέλευσή τους. β) … 3. Το δικαίωμα της προηγούμενης παραγράφου και τα δικαιώματα του άρθρου 13 [Δικαίωμα αντίρρησης] ασκούνται με την υποβολή της σχετικής αίτησης στον υπεύθυνο της επεξεργασίας … 4. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν απαντήσει εντός δεκαπέντε (15) ημερών ή εάν η απάντησή του δεν είναι ικανοποιητική, το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να προσφύγει στην Αρχή … .». Εξάλλου, στο άρθρο 10 («Απόρρητο και ασφάλεια της επεξεργασίας») ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: «3. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει να λαμβάνει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και την προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη καταστροφή, τυχαία απώλεια, αλλοίωση, απαγορευμένη διάδοση ή πρόσβαση και κάθε άλλη μορφή αθέμιτης επεξεργασίας. Αυτά τα μέτρα πρέπει να εξασφαλίζουν επίπεδο ασφάλειας ανάλογο προς τους κινδύνους που συνεπάγεται η επεξεργασία και η φύση των δεδομένων που είναι αντικείμενο της επεξεργασίας. ..». Τέλος, στο άρθρο 21 του ίδιου νόμου, όπως ισχύει, προβλέπεται ότι η Αρχή επιβάλλει στους υπεύθυνους επεξεργασίας, για παράβαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από τον νόμο αυτό ή από άλλες σχετικές ρυθμίσεις, τις διοικητικές κυρώσεις της προειδοποίησης, με αποκλειστική προθεσμία για άρση της παράβασης, του προστίμου, από 300.000 έως 50.000.000 δρχ., της προσωρινής και οριστικής ανάκλησης άδειας και της καταστροφής αρχείου ή διακοπής επεξεργασίας και καταστροφής, επιστροφής ή κλειδώματος των σχετικών δεδομένων.

 4. Επειδή, με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2472/1997 κατοχυρώνεται το δικαίωμα πρόσβασης κάθε προσώπου σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν και τα οποία αποτέλεσαν αντικείμενο επεξεργασίας, και θεσπίζεται αντίστοιχη υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας να εξασφαλίζει την πρόσβαση του ενδιαφερομένου στα ανωτέρω δεδομένα (βλ. ΣτΕ 1851/2016). Εξ άλλου, κατά την έννοια των επίσης προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 10 του ίδιου ως άνω ν. 2472/1997, ο υπεύθυνος επεξεργασίας έχει ιδιαίτερο καθήκον επιμελούς διαφυλάξεως αρχείου με δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τους καθορισμένους, σαφείς και νόμιμους σκοπούς και για την επιτρεπτή και θεμιτή επεξεργασία τους, καθώς και αποφυγής αμελών ενεργειών που έχουν αποτέλεσμα να θίγονται τα σχετικά δικαιώματα των ενδιαφερομένων (βλ. ΣτΕ 749/2005).

 5. Επειδή, από τα στοιχεία του φακέλου της υποθέσεως προκύπτουν τα εξής: Υπάλληλος της αιτούσας τράπεζας, προερχόμενος από την πρώην ....... ΚΑΙ .....ΤΡΑΠΕΖΑ (η οποία συγχωνεύθηκε με την αιτούσα), υπέβαλε προς την τράπεζα την επιδοθείση την 3.11.2004 αίτηση, με την οποία, ασκώντας το δικαίωμα πρόσβασης, ζήτησε τη χορήγηση σε αυτόν επικυρωμένων αντιγράφων όλων των εγγράφων του υπηρεσιακού του φακέλου, που τηρούνται στο αρχείο της τράπεζας, εντός 15 ημερών από την επίδοση της αιτήσεως. Στις 2.12.2004 άσκησε προσφυγή ενώπιον της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, παραπονούμενος για τη μη ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης. Στις 10.2.2005 ο εν λόγω υπάλληλος παρέλαβε από τη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού της τράπεζας 56 αντίγραφα των εγγράφων του υπηρεσιακού του φακέλου, και εσημείωσε στο σχετικό αποδεικτικό παραλαβής ότι δεν ανευρέθηκαν τα δελτία αξιολόγησης των ετών 2000, 2001 και 2004. Τα εν λόγω δε έγγραφα, όπως υποστήριξε ο υπάλληλος, ήταν ιδιαίτερα σημαντικά για την αιτιολόγηση της υπηρεσιακής του εξέλιξης στην ιεραρχία της τράπεζας, καθόσον από το 2000 έως το 2005 παραλείφθηκε σε πέντε προαγωγές στελεχών που έγιναν, αλλά και για την εξέλιξη εκκρεμούς δίκης για συκοφαντική δυσφήμιση μετά από μήνυση που υπέβαλε κατά διευθυντών της τράπεζας, οι οποίοι υπήρξαν αξιολογητές του. Κατά τους ισχυρισμούς της τράπεζας, τα μεν δελτία αξιολόγησης για τα έτη 2000 και 2001 δεν του παραδόθηκαν, γιατί δεν βρέθηκαν στον φάκελο του υπαλλήλου που τηρείται στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού της τράπεζας, πιθανώς λόγω της αναστάτωσης που υπήρξε εκείνο το χρονικό διάστημα από τη συγχώνευση της τράπεζας με την .... Τράπεζα, από την οποία προέρχεται, το δε δελτίο του 2004 δεν του παραδόθηκε, γιατί δεν είχε περιέλθει ακόμη στην εν λόγω Διεύθυνση. Επί της ανωτέρω προσφυγής εξεδόθη η ../16.6.2005 απόφαση της Αρχής, με την οποία, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, κρίθηκε ότι, πιθανόν, τα επίμαχα έγγραφα είτε να μην τοποθετήθηκαν, είτε να αφαιρέθηκαν από τον φάκελο του υπαλλήλου, είτε να απωλέσθηκαν και, συνεπώς, δεδομένης της κρισιμότητας που είχαν τα έγγραφα αυτά για τον προσφεύγοντα, ο οποίος παρελείφθη επί σειρά ετών από προαγωγές, αλλά και της αντιδικίας του με τους διευθυντές της τράπεζας, η τράπεζα υπέχει ευθύνη, διότι με ενέργειες ή παραλείψεις των οργάνων της δεν ικανοποίησε τελικώς το δικαίωμα πρόσβασής του, κατά παράβαση του άρθρου 12 του ν. 2472/1997. Περαιτέρω, με την ίδια ως άνω απόφαση κρίθηκε ότι η τράπεζα δεν απέδειξε ότι είχε λάβει τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων και τη προστασία τους από τυχαία ή αθέμιτη επεξεργασία, δεδομένου ότι το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997 θεσπίζει αυξημένη υποχρέωση επιμέλειας από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ακόμα και για τυχαία απώλεια. Κατόπιν τούτων, με την ανωτέρω 61/2005 απόφαση της Αρχής επιβλήθηκε στην αιτούσα τράπεζα πρόστιμο 60.000 ευρώ για παράβαση των άρθρων 10 παρ. 3 και 12 παρ.1 του ν. 2472/1997, αφού ελήφθη υπόψη η βαρύτητα της πράξης που αποδείχθηκε και της προσβολής που επήλθε από αυτή στον υπάλληλο, αφού τα επίδικα έγγραφα ήταν ιδιαίτερα κρίσιμα για την υπηρεσιακή του εξέλιξη. Ακολούθως, ο εν λόγω υπάλληλος, στις 23.9.2005, με δύο αιτήσεις του άσκησε και πάλι το δικαίωμα πρόσβασης και ζήτησε αντίγραφα των πρακτικών του Διοικητικού Συμβουλίου της τράπεζας, με τα οποία αποφασίσθηκε η παράλειψή του από τις προαγωγές των ετών 2000, 2001, 2002 2003 και 2004 και, περαιτέρω, επικυρωμένα αντίγραφα όλων των εγγράφων που τηρούνται στα αρχεία της τράπεζας με ιδιαίτερη μνεία στο δελτίο αξιολόγησης του έτους 2004. Κατόπιν επιστολής (στις 4.11.2005) εκ μέρους της τράπεζας και της από 14.11.2005 εξώδικης δήλωσης του υπαλλήλου, στις 18.11.2005 τού παραδόθηκε πίνακας 230 εγγράφων, στον οποίο, κατά την άποψη της Τράπεζας, εκ παραδρομής δεν περιελήφθησαν 3 έγγραφα, τα οποία και απεστάλησαν στις 24.11.2005 μαζί με την αίτηση συμμετοχής του προσωπικού σε εκπαιδευτικά προγράμματα, την οποία ο υπάλληλος είχε κατ` επανάληψη ζητήσει. Ακολούθως, η ανωτέρω 61/2005 απόφαση της Αρχής ανακλήθηκε (λόγω κακής σύνθεσης της Αρχής, κατ’ επίκληση νομολογίας του Συμβουλίου της Επικρατείας), κατόπιν τούτου δε, η Αρχή, επιληφθείσα εκ νέου της υποθέσεως, εκάλεσε τόσο τον υπάλληλο όσο και τον υπεύθυνο επεξεργασίας σε νέα ακρόαση. Τελικώς, η Αρχή, με την προσβαλλόμενη απόφαση 170/2014 επέβαλε στην αιτούσα τράπεζα πρόστιμο ύψους 50.000 ευρώ, επιμεριζόμενο σε 10.000 ευρώ για την παράβαση του άρθρου 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997 και σε 40.000 ευρώ για την παράβαση του άρθρου 12 του νόμου αυτού, με την εξής αιτιολογία: «...Η τράπεζα, μετά την πάροδο του 15νθήμερου, καθυστερημένα τον Φεβρουάριο του 2005, ικανοποίησε εν μέρει το δικαίωμα πρόσβασης του προσφεύγοντος, το οποίο ικανοποίησε κατά τρόπο πληρέστερο μετά την εκ νέου αίτησή του τον Σεπτέμβριο του 2005 και ενώ είχε προηγηθεί η επιβαλούσα το πρόστιμο απόφαση της Αρχής. Όμως, όπως δεν αμφισβητείται, δεν παρεδόθησαν στον προσφεύγοντα τα δελτία αξιολογήσεως των ετών 2000 και 2001 και αμφισβητείται από τον προσφεύγοντα η ακρίβεια και πληρότητα του δελτίου αξιολογήσεως 29.8.2002-29.8.2003. Από την τράπεζα δεν αμφισβητείται η ετήσια κατάρτιση δελτίων αξιολογήσεως, όπως ορίζεται στον Κανονισμό, αλλά αποδίδεται η μη ανεύρεσή τους σε τυχαία απώλεια λόγω της αναστατώσεως των φακέλων που προήλθε από την συγχώνευση των τραπεζών .......... και ...........και .......... Τράπεζας. Συνεπώς, συντρέχει περίπτωση επιβολής προστίμου λόγω καθυστέρησης ικανοποίησης του δικαιώματος πρόσβασης και τυχαίας απώλειας στοιχείων του φακέλου, τα οποία, όπως δεν αμφισβητείται, καταρτίζονται κάθε χρόνο και έχουν επιπτώσεις στη σταδιοδρομία του υπαλλήλου».

 6. Επειδή, από το ιστορικό που έχει εκτεθεί ανωτέρω στην τρίτη σκέψη και, ιδίως, τα διαλαμβανόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι η τράπεζα ικανοποίησε τελικώς, πλην εν μέρει και με μεγάλη καθυστέρηση (και αφού είχε προηγουμένως χωρήσει η αρχική απόφαση 61/2005 περί επιβολής σε βάρος της προστίμου) το κατά το άρθρο 12 του ν. 2472/1997 δικαίωμα πρόσβασης του υπαλλήλου στα κρίσιμα για την υπηρεσιακή εξέλιξή του στοιχεία του φακέλου του, καθ` όσον, όπως προεκτέθηκε, και δεν αμφισβητείται από την αιτούσα, από το τηρούμενο στην τράπεζα αρχείο είχαν απολεσθεί συγκεκριμένα δελτία αξιολογήσεως του υπαλλήλου, τα οποία η τράπεζα έχει κατά τον κανονισμό της υποχρέωση να καταρτίζει ετησίως. Η απώλεια δε αυτή των επίμαχων εγγράφων οφείλεται, κατά τα προεκτεθέντα, στην πλημμελή εκ μέρους της τράπεζας φύλαξη του αρχείου της, κατά παράβαση της κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997 υποχρέωσης που υπέχει για τη λήψη των κατάλληλων οργανωτικών και τεχνικών μέτρων για την ασφάλεια και προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τυχαία, μεταξύ άλλων, απώλεια ή καταστροφή. Δεν υπεχρεούτο δε η Αρχή να προσδιορίσει ειδικότερα ποια θα ήταν τα ενδεδειγμένα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για τη διαφύλαξη και προστασία του αρχείου της τράπεζας από τυχαία απώλεια, αλλά απόκειται στην τράπεζα να επιλέξει και υιοθετήσει τα κατάλληλα προς τον σκοπό αυτό μέτρα. Ενόψει τούτων, η προσβαλλόμενη απόφαση, με το ανωτέρω παρατιθέμενο περιεχόμενο, αιτιολογείται νομίμως και επαρκώς ως προς τη διαπίστωση ότι εχώρησε παράβαση των προαναφερθεισών διατάξεων των άρθρων 10 παρ. 3 και 12 του ν. 2472/1997. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλημμελώς αιτιολογημένη: α/ διότι “δεν καθίσταται σαφές το νομικό έρεισμα αυτής (...), δεδομένου ότι γίνεται αόριστα αναφορά σε όλες τις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 2472/1997, παράλληλα δε ουδόλως καθίσταται σαφές εάν έχει διαπιστωθεί η συνδρομή των νόμιμων προϋποθέσεων (...), ούτε ποια επακριβώς είναι τα πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν διαπιστωθεί και εκτιμηθεί (...)”, β/ διότι η παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ικανοποιήθηκε το δικαίωμα πρόσβασης του υπαλλήλου εν μέρει και μεταγενέστερα κατά τρόπο πληρέστερο, είναι αντιφατική με την παραδοχή περί τυχαίας απώλειας στοιχείων του φακέλου, και γ/ διότι η Αρχή δεν αναφέρει ποια είναι τα κατάλληλα οργανωτικά και τεχνικά μέτρα για την ασφάλεια των δεδομένων, τα οποία παρέλειψε να λάβει η τράπεζα.

 7. Επειδή, η προσβαλλόμενη απόφαση παρίσταται νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη και ως προς την επιμέτρηση του προστίμου, δεδομένου ότι η Αρχή έλαβε υπ` όψιν, κατά τα ιστορηθέντα, όλα τα στοιχεία του φακέλου και, ιδίως, τη βαρύτητα της παράβασης (βλ. ΣτΕ 95/2003, 4158/2000), που συνίσταται, όπως προεκτέθηκε, στην καθυστερημένη και ελλιπή ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης καθώς και στην μη τήρηση εκ μέρους της αιτούσας των κατάλληλων μέτρων ασφαλείας και προστασίας των προσωπικών δεδομένων, με συνέπεια την απώλεια ορισμένων κρίσιμων εγγράφων για την υπηρεσιακή σταδιοδρομία του ενδιαφερόμενου υπαλλήλου, χωρίς να επιβάλλεται από τον νόμο, ως τυπικό στοιχείο του κύρους της πράξης επιβολής της κύρωσης, η περαιτέρω εξειδίκευση της βαρύτητας της παράβασης (βλ. ΣτΕ 150/2017). Περαιτέρω, υπό τα προεκτεθέντα πραγματικά περιστατικά, η έστω και “τυχαία απώλεια” (υπό την έννοια της μη ηθελημένης εξαφάνισης) των στοιχείων του υπηρεσιακού φακέλου του υπαλλήλου, οφειλόμενη, κατά τους ισχυρισμούς της τράπεζας, σε αναστάτωση “των φακέλων που προήλθε από την συγχώνευση των τραπεζών ........ και ......και ..... Τράπεζας”, στοιχειοθετεί υπαίτια συμπεριφορά της τράπεζας, συνιστάμενη στην πλημμελή τήρηση του αρχείου της, κατά παράβαση του κατά το άρθρο 10 παρ. 3 του ν. 2472/1997 καθήκοντος για τη λήψη των κατάλληλων οργανωτικών μέτρων για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Εξ άλλου, όπως προεκτέθηκε, από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει σαφώς ότι ελήφθη υπόψη και συνεκτιμήθηκε το γεγονός ότι υπήρξε εκ μέρους της τράπεζας εν μέρει ικανοποίηση του δικαιώματος πρόσβασης του υπαλλήλου στα επίμαχα έγγραφα, ωστόσο, διαπιστώθηκε ότι τα έγγραφα αυτά του χορηγήθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση και αφού είχε χωρήσει, με την απόφαση 61/2005, η επιβολή προστίμου σε βάρος της αιτούσας. Τέλος, λαμβανομένου υπόψη ότι, ανεξαρτήτως του ότι για τη στοιχειοθέτηση της παράβασης δεν απαιτείται η επέλευση βλάβης του υποκειμένου των δεδομένων (βλ. Ολ ΣτΕ 1622/2012, 150/2017), πάντως, εν προκειμένω με την προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθη υπόψη και η προσβολή που επήλθε στον υπάλληλο από τις ενέργειες και παραλείψεις των οργάνων της τράπεζας, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, τα ανωτέρω έγγραφα ήταν κρίσιμα για την υπηρεσιακή εξέλιξη του υπαλλήλου, ο οποίος παρελείπετο επί πενταετία από τις προαγωγές και ευρίσκετο εξ αυτού του λόγου σε δικαστική αντιδικία με τους διευθυντές της τράπεζας. Συνεπώς, το επιβληθέν πρόστιμο, το οποίο, σημειωτέον, κατά τα προεκτεθέντα, επιβλήθηκε συνολικώς, δηλαδή ως άθροισμα δύο αυτοτελών προστίμων, ευρίσκεται μέσα στα νόμιμα όρια και μάλιστα εγγύτερα προς το κατώτερο όριο, σύμφωνα με την ανωτέρω παρατεθείσα διάταξη του άρθρου 21 του ν. 2472/1997. Κατόπιν τούτων, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι όλοι οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι το ύψος του προστίμου κείται εκτός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Αρχής και είναι δυσανάλογο σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας, καθόσον εν προκειμένω έπρεπε να ληφθεί υπ` όψιν ότι δεν απεδείχθη υπαιτιότητα της τράπεζας, ότι ουσιαστικώς η τράπεζα ικανοποίησε τον ενδιαφερόμενο υπάλληλο κατά το μεγαλύτερο μέρος, ότι επέδειξε καλόπιστη συμπεριφορά και ενδιαφέρον για την υπόθεση, καθώς και ότι ουδεμία ζημία υπέστη ο εν λόγω από την συμπεριφορά της τράπεζας.

 8. Επειδή, κατόπιν τούτων, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί.

Τρίτη, 7 Νοεμβρίου 2017

Βιβλιοπαρουσίαση

Λίλιαν Μήτρου
Ο Γενικός Κανονισμός Προτασίας Προσωπικών Δεδομένων

Νέο δίκαιο - νέες υποχρεώσεις - νέα δικαιώματα. Ιδρυτής Σειράς: Γ. Παπαδημητρίου. Διεύθυνση σειράς: Θ. Κ. Παπαχρίστου, Λ. Μήτρου, Τ. Βιδάλης, Θ. Ξηρός. [Σειρά: Δίκαιο και Κοινωνία στον 21ο Αιώνα - τ. 29]
Συγγραφέας: Μήτρου Λίλιαν


Τον Μάιο του 2018 τίθεται σε εφαρμογή ένα νέο, άμεσα εφαρμόσιμο και ενιαίο σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση πλαίσιο που θα αντικαταστήσει σχεδόν όλους τους ισχύοντες εθνικούς κανόνες που ρυθμίζουν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων. Ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Δεδομένων αποτελεί μία τομή στην εξέλιξη της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Ο Ευρωπαίος νομοθέτης επιχειρεί να εκσυγχρονίσει το κανονιστικό οπλοστάσιο με στόχο τα πρόσωπα να ανακτήσουν τον έλεγχο επί των δεδομένων τους σε έναν κόσμο που επικαθορίζεται από την τεχνολογία της πληροφορικής και των επικοινωνιών αλλά και την παγκοσμιοποίηση των υπηρεσιών και των πληροφοριακών ροών. Ο Κανονισμός επιβεβαιώνει τις θεμελιώδεις αρχές της προστασίας προσωπικών δεδομένων προσθέτοντας ως νέες τη λογοδοσία και την ασφάλεια, σηματοδοτώντας ταυτόχρονα την οργάνωση της προστασίας και διά της «τεχνονομικής προσέγγισης». Ενισχύει επίσης τα δικαιώματα, προσθέτοντας νέα όπως το «δικαίωμα στη λήθη» αλλά και τη δικονομική θέση των προσώπων. Όσοι επεξεργάζονται δεδομένα δεν καλούνται μόνο να ανταποκριθούν σε νέες υποχρεώσεις αλλά επίσης να υιοθετήσουν μία νέα αντίληψη για τη συμμόρφωση: Η λογοδοσία και οι εκφάνσεις της, η ενίσχυση της διαφάνειας, η εκτίμηση επιπτώσεων της επεξεργασίας, η προστασία δεδομένων εκ/δια του σχεδιασμού, η εισαγωγή ενός εσωτερικού υπευθύνου προστασίας συνιστούν ορισμένες από τις καινοτομίες του Κανονισμού που οφείλει κανείς να κατανοήσει αλλά και να μετουσιώσει σε γνώμονα νομιμότητας και καθημερινή πράξη.

Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

ICIl 2016

ICIL 2016

7th International Conference on Information Law and Ethics
Broadening the Horizons of Information Law and Ethics
A Time for Inclusion


The proceedings of the ICIL 2016 Conference have been published.

Details of the book:
Broadening the horizons of Information law and ethics- a time for inclusion, Bottis M. & Alexandropoulou T., editors, University of Macedonia Press, 2017, ISBN 978-618-5196-25-7, pp. 1-486


Attachment language: English File type: PDF document ICIL 2016 Proceedings-Contents
Updated: 19/06/2017 15:27 - Size: 26 Kb

Attachment language: English File type: PDF document ICIL 2016 Proceedings-Full Text
Updated: 19/06/2017 15:27 - Size: 2.4 Mb

Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής ΕΕ-ΗΠΑ: Δελτίο Τύπου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δημοσίευσε την πρώτη ετήσια έκθεσή της σχετικά με τη λειτουργία της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής ΕΕ-ΗΠΑ, σκοπός της οποίας είναι η προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα οποιουδήποτε ατόμου στην ΕΕ, όταν τα δεδομένα αυτά διαβιβάζονται σε εταιρείες στις ΗΠΑ για εμπορικούς σκοπούς.
Ο αντιπρόεδρος της Επιτροπής, κ. Andrus Ansip, αρμόδιος για την Ψηφιακή Ενιαία Αγορά, δήλωσε σχετικά: «η Επιτροπή υποστηρίζει σθεναρά τη ρύθμιση για την ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής με τις ΗΠΑ. Οι σίγουρες και ασφαλείς διαβιβάσεις δεδομένων σε διεθνές επίπεδο είναι προς όφελος των πιστοποιημένων εταιρειών και των Ευρωπαίων καταναλωτών και επιχειρήσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ΜΜΕ της ΕΕ. Η πρώτη ετήσια επανεξέταση αποδεικνύει τη δέσμευσή μας για τη δημιουργία ισχυρού συστήματος πιστοποίησης και εποπτείας.
Η επίτροπος Δικαιοσύνης, Καταναλωτών και Ισότητας των Φύλων, κ. Věra Jourová, δήλωσε: «οι διατλαντικές διαβιβάσεις δεδομένων έχουν πολύ μεγάλη σημασία για την οικονομία μας, αλλά το θεμελιώδες δικαίωμα για την προστασία των δεδομένων πρέπει να διασφαλίζεται όταν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αποστέλλονται εκτός ΕΕ. Από την πρώτη έκθεσή μας για την επανεξέταση προκύπτει ότι η ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής λειτουργεί ικανοποιητικά, ωστόσο υπάρχουν ακόμη περιθώρια βελτίωσης της εφαρμογής της. Η ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής δεν είναι ένα έγγραφο σε κάποιο συρτάρι. Είναι μια ζωντανή ρύθμιση την οποία τόσο η ΕΕ όσο και οι ΗΠΑ πρέπει να παρακολουθούν στενά για να εξασφαλίσουμε την τήρηση των υψηλών μας προτύπων για την προστασία των δεδομένων.
Όταν η ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής τέθηκε σε εφαρμογή τον Αύγουστο του 2016, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να επανεξετάζει τη ρύθμιση για την ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής σε ετήσια βάση, ώστε να αξιολογεί αν εξακολουθεί να διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Η σημερινή έκθεση βασίζεται στις συνεδριάσεις με όλες τις αρμόδιες αρχές των ΗΠΑ που πραγματοποιήθηκαν στην Ουάσιγκτον στα μέσα Σεπτεμβρίου του 2017, καθώς και σε εισηγήσεις από ευρύ φάσμα ενδιαφερόμενων μερών (συμπεριλαμβανομένων εκθέσεων από εταιρείες και ΜΚΟ). Στη διαδικασία της επανεξέτασης συμμετείχαν και ανεξάρτητες αρχές προστασίας δεδομένων από κράτη μέλη της ΕΕ.
Γενικά, η έκθεση αποδεικνύει ότι η ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής εξακολουθεί να διασφαλίζει επαρκές επίπεδο προστασίαςτων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που διαβιβάζονται από την ΕΕ στις συμμετέχουσες εταιρείες στις ΗΠΑ. Οι αρχές των ΗΠΑ έχουν θέσει σε εφαρμογή τις απαραίτητες δομές και διαδικασίες για να εξασφαλίσουν τη σωστή λειτουργία της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής, όπως είναι οι νέες δυνατότητες έννομης προστασίας για τους πολίτες της ΕΕ. Η διαχείριση των καταγγελιών και οι διαδικασίες επιβολής της νομοθεσίας έχουν οργανωθεί και η συνεργασία με τις ευρωπαϊκές αρχές προστασίας των δεδομένων έχει ενισχυθεί. Η διαδικασία πιστοποίησης λειτουργεί ικανοποιητικά - περισσότερες από 2 400 εταιρείες έχουν πλέον πιστοποιηθεί από το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ. Όσον αφορά την πρόσβαση των δημόσιων αρχών των ΗΠΑ σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για λόγους εθνικής ασφάλειας, εξακολουθούν να ισχύουν οι σχετικές διασφαλίσεις από την πλευρά των ΗΠΑ. 
Συστάσεις για την περαιτέρω βελτίωση της λειτουργία της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής
Η έκθεση περιλαμβάνει μια σειρά από συστάσεις προκειμένου να διασφαλιστεί η συνέχιση της επιτυχημένης λειτουργίας της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Στις συστάσεις αυτές, μεταξύ άλλων, περιλαμβάνονται και τα ακόλουθα:
  • Εντατικοποίηση της προενεργού και τακτικής παρακολούθησης εκ μέρους του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ όσον αφορά τη συμμόρφωση των εταιρειών με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τη ρύθμιση για την ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Το Υπουργείο Εμπορίου των ΗΠΑ θα πρέπει επίσης να διενεργεί τακτικές έρευνες σχετικά με εταιρείες οι οποίες προβάλλουν ψευδείς ισχυρισμούς για τη συμμετοχή τους στην ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής.
  • Αύξηση της ευαισθητοποίησης των ιδιωτών στην ΕΕ σχετικά με τον τρόπο άσκησης των δικαιωμάτων τους στο πλαίσιο της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής, ιδίως σχετικά με τον τρόπο υποβολής καταγγελιών.
  • Στενότερη συνεργασία μεταξύ των φορέων επιβολής της νομοθεσίας για την προστασία της ιδιωτικής ζωής, δηλ. του Υπουργείου Εμπορίου των ΗΠΑ, της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου και των αρχών προστασίας των δεδομένων της ΕΕ, κυρίως με σκοπό την ανάπτυξη κατευθυντήριων γραμμών για τις εταιρείες και τις αρχές επιβολής της νομοθεσίας.
  • Κατοχύρωση της προστασίας των μη Αμερικανών που παρέχεται από την προεδρική οδηγία πολιτικής 28 (PPD-28), στο πλαίσιο της εν εξελίξει συζήτησης στις ΗΠΑ για την επανακύρωση και μεταρρύθμιση του τμήματος 702 του νόμου περί παρακολούθησης αλλοδαπών υπηρεσιών πληροφοριών (FISA).
  • Να οριστεί το συντομότερο δυνατόν ένας μόνιμος Διαμεσολαβητής της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής, καθώς και να πληρωθούν οι κενές θέσεις των μελών της Επιτροπής Εποπτείας της Ιδιωτικής Ζωής και των Ατομικών Ελευθεριών (PCLOB).
Επόμενα βήματα
Η έκθεση θα διαβιβαστεί στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο, στην ομάδα εργασίας του άρθρου 29 στην οποία εκπροσωπούνται οι αρχές προστασίας δεδομένων και στις αρχές των ΗΠΑ. Η Επιτροπή θα συνεργαστεί με τις αρχές των ΗΠΑ για την παρακολούθηση των συστάσεών της κατά τους προσεχείς μήνες. Η Επιτροπή θα συνεχίσει να παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς τη λειτουργία του πλαισίου της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής, καθώς και τη συμμόρφωση των αρχών των ΗΠΑ με τις δεσμεύσεις τους.
Ιστορικό
Η απόφαση για την ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής ΕΕ-ΗΠΑ εκδόθηκε στις 12 Ιουλίου 2016 και το πλαίσιο της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής άρχισε να λειτουργεί την 1η Αυγούστου 2016. Το πλαίσιο αυτό προστατεύει τα θεμελιώδη δικαιώματα των πολιτών της ΕΕ κατά τη διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στις Ηνωμένες Πολιτείες για εμπορικούς σκοπούς και παρέχει νομική σαφήνεια στις επιχειρήσεις που βασίζονται στις διατλαντικές διαβιβάσεις δεδομένων.
Για παράδειγμα, όταν ψωνίζουμε μέσω του διαδικτύου ή χρησιμοποιούμε τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης στην ΕΕ, κάποιο υποκατάστημα ή επιχειρηματικός εταίρος συμμετέχουσας αμερικανικής εταιρείας μπορεί να συλλέγει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα στην ΕΕ και στη συνέχεια να τα διαβιβάζει στις ΗΠΑ. Π.χ. ένας ταξιδιωτικός πράκτορας στην ΕΕ μπορεί να στέλνει ονοματεπώνυμα, στοιχεία επικοινωνίας και αριθμούς πιστωτικών καρτών σε κάποιο ξενοδοχείο στις ΗΠΑ το οποίο έχει εγγραφεί στην ασπίδα προστασίας της ιδιωτικής ζωής.
Περισσότερες πληροφορίες
Έκθεση και έγγραφο εργασίας των υπηρεσιών της Επιτροπής σχετικά με την ετήσια επανεξέταση για τη λειτουργία της ασπίδας προστασίας της ιδιωτικής ζωής ΕΕ-ΗΠΑ

Τετάρτη, 20 Σεπτεμβρίου 2017

Ελεύθερη κυκλοφορία δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα στην ΕΕ


Στις 13.9.2017, η Επιτροπή κατέθεσε Πρόταση Κανονισμού για το πλαίσιο της ελεύθερης κυκλοφορίας μη προσωπικών δεδομένων στην ΕΕ (COM (2017) 495 final). Η Πρόταση αυτή δεν επηρεάζει το ισχύον καθεστώς προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα (βλ. τον Κανονισμό 2016/679), αντιθέτως, ενισχύει την πληροφοριακή οικονομία και λειτουργεί συμπληρωματική προς άλλες κοινοτικές ρυθμίσεις, όπως είναι ο Κανονισμός (ΕΕ) 2015/2120 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2015 για τη θέσπιση μέτρων σχετικά με την πρόσβαση στο ανοικτό διαδίκτυο.

Ειδικότερα, η Επιτροπή προτείνει ένα νέο σύνολο κανόνων που θα διέπουν την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα στην ΕΕ. Σε συνδυασμό με τις ήδη ισχύουσες διατάξεις για τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα νέα μέτρα θα διευκολύνουν την αποθήκευση και επεξεργασία δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα σε ολόκληρη την Ένωση, με στόχο την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και τον εκσυγχρονισμό των δημόσιων υπηρεσιών εντός μιας αποτελεσματικής ενωσιακής ενιαίας αγοράς για τις υπηρεσίες δεδομένων. Η άρση των γεωγραφικών περιορισμών στα δεδομένα θεωρείται ότι είναι ο σημαντικότερος παράγοντας για να μπορέσει η οικονομία των δεδομένων να διπλασιαστεί σε αξία, φτάνοντας το 4 % του ΑΕΠ το 2020.

Στο πλαίσιο αυτό περιλαμβάνονται τρεις αρχές:

  1. Η αρχή της ελεύθερης ροής των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα σε διασυνοριακό επίπεδο: τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να επιβάλλουν στους οργανισμούς την υποχρέωση να αποθηκεύουν ή να επεξεργάζονται τα δεδομένα εντός των συνόρων τους. Περιορισμοί θα επιτρέπονται μόνο για λόγους δημόσιας ασφάλειας. Τα κράτη μέλη θα πρέπει να κοινοποιούν στην Επιτροπή κάθε νέα ή υφιστάμενη απαίτηση γεωγραφικού περιορισμού δεδομένων. Χάρη στην ελεύθερη ροή των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα οι επιχειρήσεις θα δραστηριοποιούνται σε διασυνοριακό επίπεδο ευκολότερα και φθηνότερα, χωρίς να χρειάζεται να διαθέτουν πολλαπλά συστήματα ΤΠ ή να αποθηκεύουν τα ίδια δεδομένα σε διαφορετικές τοποθεσίες.
  2. Η αρχή της διαθεσιμότητας των δεδομένων για κανονιστικό έλεγχο: οι αρμόδιες αρχές θα πρέπει να είναι σε θέση να ασκούν τα δικαιώματά τους όσον αφορά την πρόσβαση σε δεδομένα ανεξάρτητα από το πού αυτά είναι αποθηκευμένα ή υπόκεινται σε επεξεργασία στην ΕΕ. Η ελεύθερη ροή των δεδομένων μη προσωπικού χαρακτήρα δεν θα επηρεάσει τις υποχρεώσεις των επιχειρήσεων και άλλων οργανισμών να παρέχουν ορισμένα δεδομένα για λόγους κανονιστικού ελέγχου.
  3. Η κατάρτιση κωδίκων συμπεριφοράς της ΕΕ για την εξάλειψη των εμποδίων όσον αφορά τη δυνατότητα αλλαγής παρόχων υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και την επαναφορά των δεδομένων στα συστήματα ΤΠ των χρηστών.
Σύμφωνα με το δελτίο τύπου της 19/9/2017, οι νέες αυτές διατάξεις θα αυξήσουν την ασφάλεια δικαίου και την εμπιστοσύνη των επιχειρήσεων και των οργανισμών. Επιπλέον, θα ανοίξουν τον δρόμο για μια πραγματικά ενιαία ενωσιακή αγορά υπηρεσιών αποθήκευσης και επεξεργασίας δεδομένων, η οποία θα οδηγήσει σε έναν ανταγωνιστικό, ασφαλή και αξιόπιστο ευρωπαϊκό τομέα υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και στη μείωση των τιμών για τους χρήστες των υπηρεσιών επεξεργασίας και αποθήκευσης δεδομένων. Δεδομένου ότι στόχος των νέων διατάξεων είναι να αυξηθεί το αίσθημα εμπιστοσύνης, αναμένεται ότι οι επιχειρήσεις θα αυξήσουν τη χρήση υπηρεσιών υπολογιστικού νέφους και θα αισθάνονται μεγαλύτερη ασφάλεια κατά την είσοδό τους σε νέες αγορές. Θα έχουν επίσης τη δυνατότητα να μεταφέρουν τους εσωτερικούς τους πόρους ΤΠ στις πλέον αποδοτικές από πλευράς κόστους περιοχές.

Για περισσότερες πληροφορίες βλ.:

Τετάρτη, 23 Αυγούστου 2017

Προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο Διαδίκτυο


Όπως είναι γνωστόν, σύμφωνα με το Σύνταγμα (αρθρ. 19 παρ. 1), η άρση του απορρήτου των επικοινωνιών γίνεται μόνο για τη διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων. Στο νόμο (άρθρο 4 ν. 2225/1994) εξειδικεύεται η επιταγή του Συντάγματος και προβλέπονται τα αδικήματα (κακουργήματα) για τα οποία επιτρέπεται η άρση του απορρήτου και με βάση συγκεκριμένη διαδικασία (διάταξη Συμβουλίου Εφετών ή Πλημμελειοδικών).

Με βάση αυτό το νομικό πλαίσιο, δεν επιτρέπεται η άρση απορρήτου των επικοινωνιών που πραγματοποιούνται μέσω του διαδικτύου, παρά μόνο υπό τις προϋποθέσεις του νόμου. Βεβαίως, υποστηρίχθηκε σε Γνωμοδοτήσεις Εισαγγελέων ΑΠ ότι το απόρρητο των επικοινωνιών δεν καλύπτει την επικοινωνία μέσω διαδικτύου και ότι στην περίπτωση τελέσεως οποιουδήποτε εγκλήματος μέσω του διαδικτύου δεν απαιτείται άδεια οποιασδήποτε αρχής (βλ. ιδίως Γνωμοδότηση 9/2009). Ωστόσο, οι απόψεις αυτές είναι contra legem, διότι ο νόμος είναι σαφής (ν. 3471/20016).

Το πρόβλημα που αφορούσε την αποκάλυψη των χρηστών του διαδικτύου που διαπράττουν προσβολές δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων ήταν ότι στο ν. 2225/1994 δεν υπήρχε σχετική νομική βάση και δεν μπορούσε να ακολουθηθεί η διαδικασία της άρσης απορρήτου

Ήδη, με το ν. 4481/2017, προβλέφθηκε διαδικασία άρση απορρήτου για τη διακρίβωση εγκλημάτων που συνιστούν παραβιάσεις του ν. 2121/1993 για την πνευματική ιδιοκτησία. Ειδικότερα, προβλέπεται πλέον ότι: "Επιτρέπεται, επίσης, η άρση του απορρήτου για τη διακρίβωση της προσβολής που τελείται στο διαδίκτυο σε βαθμό κακουργήματος δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων που προβλέπονται στο ν. 2121/1993 (Α΄ 25).».

Η διάταξη αυτή αφορά στην κακουργηματική μορφή του αδικήματος που τυποποιείται στο άρθρο 66 παρ. 3 εδ. β΄, γ΄ ν. 2121/1993, ήτοι όταν "ο υπαίτιος τελεί τις παραπάνω πράξεις κατ' επάγγελμα ή σε εμπορική κλίμακα ή αν οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες έγινε η πράξη μαρτυρούν ότι ο υπαίτιος είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος για την προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας ή των συγγενικών δικαιωμάτων, επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι 10 ετών και χρηματική ποινή 5 έως 20 εκατομμυρίων δραχμών, καθώς και αφαίρεση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης στα πλαίσια της οποίας εκτελέσθηκε η πράξη. Θεωρείται ότι η πράξη έχει τελεσθεί κατ'' επάγγελμα και όταν ο δράστης έχει καταδικασθεί για αδικήματα του παρόντος άρθρου ή για παράβαση των διατάξεων περί πνευματικής ιδιοκτησίας που ίσχυαν πριν απ'' αυτό με αμετάκλητη απόφαση σε ποινή στερητική της ελευθερίας." 

Η πρακτική συνέπεια αυτής της νομοθετικής επιλογής να συμπεριλάβει στο ν. 2225/1994 μόνο τα κακουργήματα είναι να μην μπορεί να γίνει αποκάλυψη της ταυτότητας χρηστών ή συνδρομητών που απλώς διαπράττουν πλημελήμματα, π.χ., καταφορτώνουν αρχεία μουσικής ή ταινίες στον η/υ τους. Ωστόσο, τονίζεται ότι δεν μπορούσε να νομοθετηθεί διαφορετικά, διότι το Σύνταγμα στην παραπάνω διάταξη αναφέρεται σε σοβαρά αδικήματα, εννοώντας τα κακουργήματα. Μόνη περίπτωση να βρει εφαρμογή η νέα διάταξη σε χρήστες είναι εφόσον κριθεί ότι ενεργούν κατ' επάγγελμα ή κατ' εξακολούθηση.







Παρασκευή, 11 Αυγούστου 2017

Ανακοίνωση της ΑΠΔΠΧ για τις πιστοποιήσεις Υπευθύνων Προστασίας Δεδομένων


Την 9-8-2017 (αρ. πρωτ.: Γ/ΕΞ/6007) η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΑΠΔΠΧ) εξέδωσε Ανακοίνωση σχετικά με την πιστοποίηση επαγγελµατικών προσόντων Υπευθύνων Προστασίας ∆εδοµένων (Data Protection Officers - DPOs), στο πλαίσιο εκπαιδευτικών προγραµµάτων που πραγµατοποιούνται από διάφορους φορείς,

Σημειώνεται ότι στον Ευρωπαϊκο Κανονισμό 2016/679 προβλέπεται υποχρεωτικά ο διορισμός υπευθύνων προστασίας δεδομένων σε κρατικές υπηρεσίες και σε επιχειρήσεις, σε ορισμένες περιπτώσεις (βλ. άρθρο 37 Κανονισμού). Πρέπει να σημειωθεί ότι δεν είναι υποχρεωτικός ο διορισμός σε όλες τις επιχειρήσεις, αλλά μόνο στις εξής περιπτώσεις όπου:
α)
η επεξεργασία διενεργείται από δημόσια αρχή ή φορέα, εκτός από δικαστήρια που ενεργούν στο πλαίσιο της δικαιοδοτικής τους αρμοδιότητας,
β)
οι βασικές δραστηριότητες του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία συνιστούν πράξεις επεξεργασίας οι οποίες, λόγω της φύσης, του πεδίου εφαρμογής και/ή των σκοπών τους, απαιτούν τακτική και συστηματική παρακολούθηση των υποκειμένων των δεδομένων σε μεγάλη κλίμακα, ή
γ)
οι βασικές δραστηριότητες του υπευθύνου επεξεργασίας ή του εκτελούντος την επεξεργασία συνιστούν μεγάλης κλίμακας επεξεργασία ειδικών κατηγοριών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα κατά το άρθρο 9 και δεδομένων που αφορούν ποινικές καταδίκες και αδικήματα που αναφέρονται στο άρθρο 10.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 37 παρ. 5 του Κανονισμού,  "ο υπεύθυνος προστασίας δεδομένων διορίζεται βάσει επαγγελματικών προσόντων και ιδίως βάσει της εμπειρογνωσίας που διαθέτει στον τομέα του δικαίου και των πρακτικών περί προστασίας δεδομένων, καθώς και βάσει της ικανότητας εκπλήρωσης των καθηκόντων που αναφέρονται στο άρθρο 39". Σαφώς, στον Κανονισμό δεν προβλέπεται ότι τα πρόσωπα που πρόκειται να διοριστούν ως υπεύθυνοι προστασίας δεδομένων πρέπει να διαθέτουν πιστοποίηση. Η επιλογή τους θα γίνεται με την ευθύνη του υπεύθυνου επεξεργασίας που πρέπει να εκτιμήσει τα επαγγελματικά προσόντα τους, βάσει του βιογραφικού τους. 

Λόγω του ότι πολλοί φορείς παρέχουν εκπαίδευση σε όσους θεωρούν καλή επαγγελματική προοπτική την ανάληψη μιας τέτοιας θέσης, η Αρχή πήρε θέση και κατέστησε σαφές ότι οι εν λόγω φορείς δεν είναι διαπιστευμένοι να παρέχουν εκπαίδευση προς το σκοπό αυτό, χωρίς βεβαίως να βλάπτει η διενέργεια σχετικών επιμορφωτικών σεμιναρίων.

Αυτό σημαίνει, πρακτικά, ότι τα εκπαιδευτικά αυτά προγράμματα δεν είναι κάτι αντίστοιχο με την εκπαίδευση που παρέχουν διαπιστευμένοι φορείς στους διαμεσολαβητές.

Ειδικότερα, η Ανακοίνωση της Αρχής καταλήγει στα εξής:

• Η δραστηριοποίηση αυτή της αγοράς είναι θετική, αφού συµβάλλει στη µεταφορά γνώσης και ενηµέρωσης σε θέµατα του ΓΚΠ∆, πρέπει όµως να τεθεί στην ορθή της διάσταση, αποφεύγοντας τη δηµιουργία εσφαλµένων εντυπώσεων ως προς τις σχετικές απαιτήσεις του ΓΚΠ∆.

• Ο ΓΚΠ∆, που θα τεθεί σε ισχύ τον Μάϊο του 2018, δεν θέτει κάποια υποχρεωτική απαίτηση για πιστοποίηση του DPO, ούτε καν ενθαρρύνει σχετική πιστοποίηση σε προαιρετική βάση.

• Μέχρι σήµερα κανένας φορέας στην Ελλάδα δεν έχει διαπιστευθεί για να πιστοποιεί τα επαγγελµατικά προσόντα/δεξιότητες ενός DPO. Συνεπώς, οι προτεινόµενες πιστοποιήσεις DPO δεν εµπίπτουν στην κατηγορία των υφιστάµενων επίσηµων ελληνικών πιστοποιήσεων.

• H ύλη των προσφερόµενων εκπαιδευτικών προγραµµάτων µπορεί µεν να χαρακτηριστεί γενικώς ως συναφής µε τον ΓΚΠ∆ και τη θέση του DPO, η επιλογή της όµως αποτελεί αποκλειστική ευθύνη των φορέων που τα παρέχουν.










Πέμπτη, 29 Ιουνίου 2017

Εγκλήματα μίσους - η απόφαση στην υπόθεση "Ρίχτερ"

Μονομελές Πλημμελειοδικείο Ρεθύμνης 2383/2015


Δημόσια επιδοκιμασία ή άρνηση εγκλημάτων (άρ. 2 Ν. 927/1979) 


Κηρύσσεται αντισυνταγματικό το άρ. 2 του Ν. 927/1979, όπως ισχύει μετά τον Ν. 4285/2014, διότι: α) η δυνατότητα αναγνώρισης εγκλημάτων γενοκτονιών κ.λπ. με απόφαση της Βουλής αντίκειται στην θεμελιώδη αρχή της διάκρισης των λειτουργιών, κατά την οποία η εξακρίβωση πραγματικών περιστατικών, που εν προκειμένω ενδέχεται να στοιχειοθετούν τα ως άνω εγκλήματα, αποτελεί έργο αποκλειστικά της δικαστικής λειτουργίας και όχι της νομοθετικής, β) η μη αναγνώριση των προβλεπόμενων εγκλημάτων από τα αρμόδια εθνικά ή διεθνή δικαστήρια κατατείνει στις περισσότερες περιπτώσεις στην ανυπαρξία τους, ως εκ τούτου δε η εκ των υστέρων αναγνώριση των σχετικών εγκλημάτων με αποφάσεις της Βουλής συνιστά απαγορευμένη ιδιότυπη αναδρομική εφαρμογή ποινικού νόμου, γ) η ασαφής και αβέβαιη διατύπωση των προεδρικών διαταγμάτων, με τα οποία σε καθαρά συμβολικό επίπεδο ανακηρύσσονται συγκεκριμένες πόλεις και χωριά ως “μαρτυρικά”, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι εμπεριέχουν αναγνώριση εγκλημάτων του ναζισμού, κάτι το οποίο δεν ευσταθεί, αφού δεν διατυπώνονται με αυτά γενικοί και αφηρημένοι κανόνες δικαίου, παραβιάζει την αρχή της νομιμότητας, κατά την οποία ο ποινικός νόμος πρέπει να είναι σαφής και ορισμένος και δ) αντίκειται στην ελευθερία της έκφρασης και την ακαδημαϊκή ελευθερία καθ’ ο μέτρο αναθέτει στην εκάστοτε κοινοβουλευτική πλειοψηφία να αποφαίνεται ως φορέας της επιστημονικής γνώσης επί ιστορικών γεγονότων και αποστερεί τον έλεγχο αυτόν από τα εθνικά και διεθνή δικαστήρια, τα οποία κατά τεκμήριο λειτουργούν υπό τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και αμεροληψίας και είναι τα πλέον κατάλληλα να αναχαιτίσουν αθέμιτους φραγμούς στην επιστημονική και την εν γένει ελευθερία του λόγου. – Κηρύσσεται αντίθετο προς το Ενωσιακό Δίκαιο το άρ. 2 του Ν. 927/1979, όπως αυτό ισχύει, διότι ο Έλληνας νομοθέτης, κατά ουσιώδη παρέκκλιση από την Απόφαση-Πλαίσιο 2008/913/ΔΕΥ, στην οποία οριζόταν ότι η αναγνώριση εγκλημάτων γενοκτονιών κ.λπ. ανατίθεται αποκλειστικά στα εθνικά και διεθνή δικαστήρια, ανέθεσε την δυνατότητα αναγνώρισης αυτών και στην νομοθετική εξουσία, αποτυγχάνοντας να εναρμονισθεί με την ευρωπαϊκή νομοθεσία. – Κηρύσσεται αθώος ο κατηγορούμενος της αποδιδόμενης σε αυτόν πράξης της άρνησης των εγκλημάτων του ναζισμού και εγκλημάτων πολέμου, στρεφομένης κατά του κρητικού λαού και έχουσας υβριστικό χαρακτήρα.


Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Πρόστιμο μαμούθ από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Google για παράβαση της αντιμονοπωλιακής νομοθεσίας

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επέβαλε πρόστιμο 2,42 δισ. ευρώ στην Google λόγω παραβίασης των αντιμονοπωλιακών κανόνων της EΕ. Η Google καταχράστηκε τη δεσπόζουσα θέση που κατέχει στην αγορά μηχανών αναζήτησης, παρέχοντας παράνομο πλεονέκτημα σε άλλο προϊόν της Google, στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών.
Η εταιρεία πρέπει τώρα, εντός 90 ημερών, να δώσει τέλος στην καταχρηστική αυτή συμπεριφορά, ειδάλλως θα κληθεί να καταβάλει χρηματικές ποινές ύψους έως και 5% του μέσου ημερήσιου κύκλου εργασιών παγκοσμίως της Alphabet, μητρικής εταιρείας της Google.
Η Επίτροπος Ανταγωνισμού, Margrethe Vestager, δήλωσε τα εξής: «Η Google έχει δημιουργήσει πολλά καινοτόμα προϊόντα και υπηρεσίες που έχουν αλλάξει καταλυτικά την καθημερινότητά μας. Αυτό είναι θετικό. Αλλά η στρατηγική της Google όσον αφορά τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών δεν αποσκοπούσε απλώς σε προσέλκυση πελατών μέσω της βελτίωσης του προϊόντος της σε σχέση με εκείνο των ανταγωνιστών της. Αντιθέτως, η Google προέβη σε κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης που κατέχει στις μηχανές αναζήτησης, προωθώντας τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών στα αποτελέσματα αναζήτησης, και υποβιβάζοντας εκείνες των ανταγωνιστών.
Η πρακτική της Google είναι παράνομη βάσει των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΕ. Αρνήθηκε την ευκαιρία σε άλλες εταιρείες να ανταγωνιστούν αξιοκρατικά και να καινοτομήσουν. Και, το πιο σημαντικό, αρνήθηκε στους Ευρωπαίους καταναλωτές τη δυνατότητα για πραγματική επιλογή υπηρεσιών και για πλήρη αξιοποίηση των οφελών της καινοτομίας.»
Η στρατηγική της Google όσον αφορά τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών
Το εμβληματικό προϊόν της Google είναι η μηχανή αναζήτησης της Google, η οποία παρέχει αποτελέσματα αναζήτησης στους καταναλωτές, οι οποίοι πληρώνουν για την εν λόγω υπηρεσία δίνοντας ως αντάλλαγμα δικά τους δεδομένα. Ποσοστό 90% σχεδόν των εσόδων της Google προέρχεται από διαφημίσεις, όπως διαφημίσεις τις οποίες προβάλλει στους καταναλωτές σε απάντηση σε αίτημα αναζήτησης.
Το 2004, η Google εισήλθε στην χωριστή αγορά υπηρεσιών σύγκρισης τιμών στην Ευρώπη, με ένα προϊόν που αρχικά ονομαζόταν «Froogle», μετονομάστηκε σε «Google Product Search» το 2008 και από το 2013, ονομάζεται «Google Shopping». Η υπηρεσία αυτή επιτρέπει στους καταναλωτές να συγκρίνουν τα προϊόντα και τις τιμές στο διαδίκτυο και να βρίσκουν ευκαιρίες από διαδικτυακούς λιανοπωλητές όλων των ειδών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται διαδικτυακά καταστήματα κατασκευαστών, πλατφόρμες (όπως η Amazon και η eBay), και άλλοι μεταπωλητές.
Όταν η Google εισήλθε στις αγορές σύγκρισης τιμών με το Froogle, υπήρχαν ήδη πολλοί καθιερωμένοι «παίκτες». Από επίκαιρα στοιχεία της Google προκύπτει ότι η εταιρεία γνώριζε ότι οι επιδόσεις της Froogle στην αγορά ήταν σχετικά χαμηλές (σε ένα εσωτερικό έγγραφο του 2006 αναφερόταν ότι: "Froogle simply doesn'work"/«Η Froogle απλώς δεν λειτουργεί»).
Οι υπηρεσίες σύγκρισης τιμών βασίζονται σε μεγάλο βαθμό στην κίνηση για να είναι ανταγωνιστικές. Η μεγαλύτερη κίνηση, σημαίνει περισσότερα κλικ, και άρα έσοδα. Επιπλέον, η μεγαλύτερη κίνηση προσελκύει επίσης περισσότερους εμπόρους λιανικής που επιθυμούν να συμπεριληφθούν τα προϊόντα τους σε υπηρεσία σύγκρισης τιμών. Δεδομένης της δεσπόζουσας θέσης της Google στη γενική διαδικτυακή αναζήτηση, η μηχανή αναζήτησής της αποτελεί σημαντική πηγή κίνησης για τις υπηρεσίες σύγκρισης τιμών.
Από το 2008, η Google άρχισε να εφαρμόζει στις ευρωπαϊκές αγορές μια θεμελιώδη αλλαγή στη στρατηγική της, προωθώντας τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών. Η εν λόγω στρατηγική στηρίχθηκε στη δεσπόζουσα θέση της Google στη γενική διαδικτυακή αναζήτηση, αντί για τον ανταγωνισμό με βάση αξιοκρατικά κριτήρια στις αγορές σύγκρισης τιμών:
  • Η Google παρείχε συστηματικά περίοπτη θέση στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών: όταν ένας καταναλωτής υποβάλλει αίτημα αναζήτησης στη μηχανή αναζήτησης της Google, αναφορικά με το οποίο η υπηρεσία σύγκρισης τιμών της Google επιθυμεί να εμφανίσει αποτελέσματα, αυτά εμφανίζονται στην πρώτη σειρά των αποτελεσμάτων αναζήτησης ή κοντά σε αυτή.
  • Η Google υποβίβαζε τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες σύγκρισης τιμών στα αποτελέσματα έρευνας που εμφάνιζε: οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες σύγκρισης τιμών εμφανίζονται στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google βάσει των αλγόριθμων γενικής αναζήτησης της Google. Η Google συμπεριέλαβε σειρά κριτηρίων στους εν λόγω αλγόριθμους και, ως εκ τούτου, οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες σύγκρισης τιμών υποβιβάζονται. Βάσει στοιχείων καταδεικνύεται ότι, ακόμη και η ανταγωνιστική υπηρεσία με την πλέον υψηλή κατάταξη, εμφανίζεται κατά μέσο όρο μόνο στην τέταρτη σελίδα των αποτελεσμάτων γενικής αναζήτησης της Google, ενώ άλλες εμφανίζονται ακόμη πιο κάτω. Η υπηρεσία σύγκρισης τιμών της Google δεν υπόκειται στους αλγόριθμους γενικής αναζήτησης Google, ούτε υποβιβάζεται.
Ως εκ τούτου, η υπηρεσία σύγκρισης τιμών της Google είναι πολύ πιο ορατή από τους καταναλωτές στα αποτελέσματα έρευνας της Google, ενώ οι ανταγωνιστικές υπηρεσίες σύγκρισης τιμών είναι πολύ λιγότερο ορατές.
Βάσει στοιχείων, καταδεικνύεται ότι οι καταναλωτές κάνουν κλικ πολύ συχνότερα στα αποτελέσματα που είναι πιο ορατά, ήτοι σε εκείνα με την υψηλότερη κατάταξη στα αποτελέσματα αναζήτησης της Google. Ακόμη και σε επιτραπέζιους υπολογιστές, τα δέκα πρώτα αποτελέσματα γενικής αναζήτησης στη σελίδα 1, λαμβάνουν συνολικά περίπου το 95% όλων των κλικ στα αποτελέσματα γενικής αναζήτησης (ενώ το αποτέλεσμα που βρίσκεται στην κορυφή των αποτελεσμάτων λαμβάνει περίπου το 35% όλων των κλικ). Το πρώτο αποτέλεσμα στη σελίδα 2 των γενικών αποτελεσμάτων αναζήτησης της Google λαμβάνει μόνο ποσοστό 1% περίπου όλων των κλικ. Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνον από το γεγονός ότι το πρώτο αποτέλεσμα είναι πιο συναφές, δεδομένου ότι τα στοιχεία δείχνουν επίσης ότι η μετακίνηση του πρώτου αποτελέσματος στην τρίτη θέση έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του αριθμού των κλικ κατά περίπου 50%. Τα αποτελέσματα στις κινητές συσκευές είναι ακόμη πιο αισθητά λόγω του πολύ μικρότερου μεγέθους οθόνης.
Αυτό σημαίνει ότι, παρέχοντας περίοπτη θέση μόνον στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών, και υποβιβάζοντας αυτές των ανταγωνιστών, η Google παρείχε στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών σημαντικό πλεονέκτημα σε σύγκριση με τις ανταγωνιστικές εταιρείες.
Παραβίαση των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΕ
Οι πρακτικές της Google συνιστούν κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της Google στις υπηρεσίες γενικής διαδικτυακής αναζήτησης νοθεύοντας τον ανταγωνισμό στις αγορές σύγκρισης τιμών.
Η δεσπόζουσα θέση στην αγορά δεν είναι, αφ' εαυτής, παράνομη βάσει των αντιμονοπωλιακών κανόνων της ΕΕ. Ωστόσο, οι εταιρείες με δεσπόζουσα θέση φέρουν ιδιαίτερη ευθύνη μη κατάχρησης της ισχυρής θέσης τους στην αγορά περιορίζοντας τον ανταγωνισμό, είτε στην αγορά στην οποία κατέχουν δεσπόζουσα θέση είτε σε χωριστές αγορές.
  • Η σημερινή απόφαση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Google κατέχει δεσπόζουσα θέση στις αγορές γενικής διαδικτυακής αναζήτησης σε όλο τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο (ΕΟΧ), ήτοι στο σύνολο των 31 χωρών ΕΟΧ. Διαπιστώνει ότι η Google κατέχει δεσπόζουσα θέση στις αγορές γενικής διαδικτυακής αναζήτησης σε όλες τις χώρες του ΕΟΧ από το 2008, με εξαίρεση την Τσεχική Δημοκρατία,       όπου, σύμφωνα με την ως άνω απόφαση, διαπιστώθηκε δεσπόζουσα θέση από το 2011. Η εκτίμηση αυτή βασίζεται στο γεγονός ότι η μηχανή αναζήτησης της Google, κατείχε πολύ υψηλά μερίδια αγοράς σε όλες τις χώρες του ΕΟΧ, υπερβαίνοντας το 90% στις περισσότερες εξ αυτών. Αυτό παρατηρείται συστηματικά, τουλάχιστον από το 2008, που αποτελεί την έναρξη της περιόδου       την οποία διερεύνησε η Επιτροπή. Υπάρχουν επίσης υψηλοί φραγμοί όσον αφορά την είσοδο στις αγορές αυτές, εν μέρει λόγω των επιπτώσεων δικτύου: όσο περισσότερο οι καταναλωτές χρησιμοποιούν μια μηχανή αναζήτησης, τόσο πιο ελκυστική καθίσταται αυτή για τους διαφημιστές. Τα κέρδη που προκύπτουν μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για την προσέλκυση ακόμη περισσότερων καταναλωτών. Ομοίως, τα δεδομένα που συλλέγει μια μηχανή αναζήτησης για τους καταναλωτές μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιηθούν για τη βελτίωση των αποτελεσμάτων.
  • Η Google καταχράστηκε αυτή τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά, προσφέροντας παράνομο πλεονέκτημα στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών. Παρείχε περίοπτη θέση στα αποτελέσματα αναζήτησής της μόνο στη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών, υποβιβάζοντας παράλληλα τις ανταγωνιστικές υπηρεσίες. Νόθευσε τον αξιοκρατικό ανταγωνισμό όσον αφορά τις αγορές υπηρεσιών σύγκρισης τιμών.
Η Google εισήγαγε την πρακτική αυτή και στις 13 χώρες του ΕΟΧ όπου η Google έχει αναπτύξει τη δική της υπηρεσία σύγκρισης τιμών, αρχής γενομένης τον Ιανουάριο του 2008 στη Γερμανία και στο Ηνωμένο Βασίλειο. Στη συνέχεια, επεξέτεινε την πρακτική αυτή στη Γαλλία τον Οκτώβριο του 2010, στην Ιταλία, στις Κάτω Χώρες και στην Ισπανία τον Μάιο του 2011, στην Τσεχική Δημοκρατία τον Φεβρουάριο του 2013 και στην Αυστρία, το Βέλγιο, τη Δανία, τη Νορβηγία, την Πολωνία και τη Σουηδία τον Νοέμβριο του 2013.

Νομικά προβλήματα των διαδικτυακών συναλλαγών

2ο Συνέδριο της Εταιρίας Μελέτης Εμπορικού και Οικονομικού Δικαίου
Νομικά προβλήματα των διαδικτυακών συναλλαγών
Ναύπλιο, 6-7 Οκτωβρίου 2017
Ξενοδοχείο ΑΜΑΛΙΑ

Παρασκευή 6/10/2017
6 μ.μ.
Ι. Το Νομικό Πλαίσιο των Διαδικτυακών Συναλλαγών
Συντονιστής: Νικόλαος Ρόκας, Ομ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
1. Κανόνες ή αυτορρύθμιση για το Διαδίκτυο;
Γεώργιος Γιαννόπουλος, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ   
2. Ο Κώδικας Δεοντολογίας για το ηλεκτρονικό εμπόριο
Γεώργιος Γεωργιάδης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
3. Διαδίκτυο και θεμελιώδεις ελευθερίες στην ενωσιακή έννομη τάξη
Γεώργιος Καρύδης, Αναπλ. Καθηγητής Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών

Σάββατο 7/10/2017
9.30 π.μ.
ΙΙ. Διαδίκτυο και δίκαιο του ανταγωνισμού
Συντονιστής: Ιωάννης Σαρμάς, Αντιπρόεδρος Ελεγκτικού Συνεδρίου
4. Περιορισμοί ανταγωνισμού στη διανομή προϊόντων και υπηρεσιών μέσω διαδικτύου
Δημήτρης Ν Τζουγανάτος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
5. Η ουδετερότητα των μηχανών αναζήτησης (search neutrality)
Γεώργιος Ψαρουδάκης, Επίκουρος Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
6. Νομικά προβλήματα της ψηφιακής οικονομίας διαμοιρασμού (sharing economy)
Στέφανος Χαρακτινιώτης, Λέκτορας Πανεπιστημίου Αιγαίου


11.30 π.μ.
ΙΙΙ. Ειδικές περιπτώσεις διαδικτυακών συναλλαγών
Συντονιστής: Ιωάννης Αψούρης, Νομικός Σύμβουλος Ομίλου ΕΛΠΕ
7. Εξελίξεις στη διαδικτυακή πώληση φαρμάκων
Ιωάννης Ιγγλεζάκης, Αναπλ. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
8. Το διαδικτυακό στοίχημα
Νικόλαος Κοσμίδης, Δικηγόρος, LL.M.
9. Η αυτοματοποιημένη παροχή νομικών υπηρεσιών
Κωνσταντίνος Ρόκας, Ph.D., Εντεταλμένος Διδασκαλίας Πανεπιστημίου Αθηνών 

5 μ.μ.
IV. Διαδίκτυο και πνευματική ιδιοκτησία
Συντονιστής: Γεώργιος Σωτηρόπουλος, Καθηγητής Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ
10. Η χρήση υπερσυνδέσμων στο Διαδίκτυο από την οπτική του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας
Ειρήνη Σταματούδη, Δικηγόρος, Δ.Ν., Διευθύντρια Ο.Π.Ι.
11. Η εφαρμογή του άρ. 64Α ν. 2121/93 έναντι παρόχων διαδικτυακών υπηρεσιών
Αριστέα Σινανιώτη-Μαρούδη, Καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πειραιώς
12. «Η δωσιδικία για την προστασία του δημιουργού στο Διαδίκτυο» ή  «Η προστασία των βάσεων δεδομένων»*
* Θα παρουσιαστεί ένα από τα δύο θέματα, από όποιον επιλεγεί βάσει της ανακοινωθείσας πρόσκλησης για την υποβολή μελετών από νέους επιστήμονες.    

Οι μελέτες υποβάλλονται στο info@emeod.gr έως  τις 20/8/2017.

Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Προσβολή προσωπικότητας μέσω δημοσιεύματος στον ηλεκτρονικό Τύπο


ΠολΠρΘεσ 10144/2016


Λήμματα: Προσβολή προσωπικότητας με δημοσίευμα ηλεκτρονικής εφημερίδας, Αστική ευθύνη του τύπου, Ευθύνη για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον.

Δημοσιεύθηκε σε: Αρμενόπουλος 2017, σελ. 192 επ.,

-----------------------------------------------------------------------------




Εισαγωγικό σημείωμα


Η απόφαση δέχεται ότι στις υποθέσεις όπου λαμβάνει προσβολή προσωπικότητας από δημοσίευμα στο διαδίκτυο και ειδικότερα, μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs), εφαρμόζεται αναλογικά η νομοθεσία περί Τύπου, στην οποία προβλέπεται ότι ο ιδιοκτήτης του εντύπου υποχρεούται σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι ακόμα και αν ο συντάκτης ενός διαδικτυακού δημοσιεύματος είναι άγνωστος, θα υπάρχει ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, κατ' αναλογία με όσα ισχύουν για τον Τύπο.


Ωστόσο, η απόφαση δεν κάνει δεκτό το αίτημα παράλειψης στο μέλλον της προσβολής, η οποία σταμάτησε μετά την άσκηση της αγωγής, με το σκεπτικό ότι δεν αναφέρονται στην αγωγή περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας του προσβληθέντος. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι η προσβολή ήταν συντελεσμένη κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής και δεν ήταν εύλογο να αναφερθεί στο δικόγραφο της αγωγής ότι υπάρχει κίνδυνος επανάληψης της προσβολής στο μέλλον και να προβλεφθεί ότι θα είχε διακοπεί η προσβολή μέχρι της εκδικάσεως της υπόθεσης, σε πρώτο βαθμό.





------------------------------------------------------------------------------



Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το. άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρο 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίηση; λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρο 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 § 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 πκ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 §§ 1, 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρ. 25 § 3 του Συντάγματος). Όριο προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρ. 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον, όπως είναι και η αναδημοσίευση (ΑΠ 531/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1447/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας; παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009,333/20101 179/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά.το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου. Η παραπάνω διάταξη είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται έτσι σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτό είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου, η ευθύνη των οποίων, εφόσον βέβαια δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις (ΑΠ 271/20Ι2, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι προαναφερόμενες, μάλιστα, διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (Internet), μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της που οδήγησαν τον νομοθέτη στην καθιέρωση ειδικής διαδικασίας για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από τη λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης του, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων δια αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προβολή εκείνου που θίγεται από την διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών (ΕφΔωδ 220/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 36/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 680/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 8962/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει, ότι οι εναγόμενες εταιρίες, ως ιδιοκτήτριες των αναφερόμενων ιστοσελίδων του διαδικτύου, δημοσίευσαν ένα κείμενο αγνώστου συντάκτη (η δεύτερη από αυτές το αναδημοσίευσε εν μέρει), το οποίο περιείχε αναληθή και δυσφημιστικά γεγονότα, την αναλήθεια των οποίων γνώριζαν, με αποτέλεσμα να προσβάλουν, όπως είχαν σκοπό, την τιμή, την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητά του, θέτοντας σε κίνδυνο την επαγγελματική του υπόσταση. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η μεν πρώτη από αυτές το ποσό των 200.000,00 ευρώ, η δε δεύτερη από αυτές το ποσό των 50.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγήs και μέχρι την εξόφληση. Επίσης, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να άρουν την προσβολή και να την παραλείψουν στο μέλλον, διαγράφοντας τα επίδικα δημοσιεύματα από τις αναφερόμενες στην αγωγή ιστοσελίδες και από κάθε άλλο ιστοχώρο αναδημοσιεύονται, να δημοσιεύσουν στην αναφερόμενη στην αγωγή εφημερίδα, περίληψη της απόφασης που θα εκδοθεί εντός 15 ημερών από την επίδοσή της, με απειλή καταβολής χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της δημοσίευσης.

(.....)

Το αίτημα του ενάγοντος να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να άρουν την προσβολή, διαγράφοντας το επίδικο δημοσίευμα από κάθε άλλο ιστοχώρο, στον οποίο αναδημοσιεύονται, πλην αυτών που αναφέρονται στην αγωγή και είναι ιδιοκτησίας των εναγομένων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Ακολούθως, η αγωγή είναι ορισμένη, πλην του αιτήματος της να παραλειφθεί στο μέλλον οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος εκ μέρους των εναγομένων, διότι απαραίτητη προϋπόθεση για την αξίωση παραλείψεως προσβολής της προσωπικότητας στο μέλλον είναι η επίκληση στην αγωγή περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας του προσβληθέντος, περιστατικά τα οποία δεν επικαλείται ο ενάγων στη συγκεκριμένη περίπτωση [Εφθεσ 77/2007, ΕπισκΕΔ 2007.504, ΕφΘεσ2645/20Ο2, Αρμ 2004.860, ΕφΛαρ 431/2000, ΕλλΔνη 2001.502, ΕφΑθ 3346/1996, ΕλλΔνη 1998.667, ΕφΑθ 6805/1987, ΕλλΔνη, 1990.1458, βλ και Γεωργιάδη/Σταθόπουλου (-Καρακατσάνη), Αστικός Κώδιξ, Τ. 1, Γενικές Αρχές, άρθρο 57, αριθ, 17,σ. 104, Α. Βαθρακοκοίλη, ό.π, σ. 124 επ.].