Δευτέρα, 19 Ιουνίου 2017

Προσβολή προσωπικότητας μέσω δημοσιεύματος στον ηλεκτρονικό Τύπο


ΠολΠρΘεσ 10144/2016


Λήμματα: Προσβολή προσωπικότητας με δημοσίευμα ηλεκτρονικής εφημερίδας, Αστική ευθύνη του τύπου, Ευθύνη για άρση της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον.

Δημοσιεύθηκε σε: Αρμενόπουλος 2017, σελ. 192 επ.,

-----------------------------------------------------------------------------




Εισαγωγικό σημείωμα


Η απόφαση δέχεται ότι στις υποθέσεις όπου λαμβάνει προσβολή προσωπικότητας από δημοσίευμα στο διαδίκτυο και ειδικότερα, μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs), εφαρμόζεται αναλογικά η νομοθεσία περί Τύπου, στην οποία προβλέπεται ότι ο ιδιοκτήτης του εντύπου υποχρεούται σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, διότι ακόμα και αν ο συντάκτης ενός διαδικτυακού δημοσιεύματος είναι άγνωστος, θα υπάρχει ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, κατ' αναλογία με όσα ισχύουν για τον Τύπο.


Ωστόσο, η απόφαση δεν κάνει δεκτό το αίτημα παράλειψης στο μέλλον της προσβολής, η οποία σταμάτησε μετά την άσκηση της αγωγής, με το σκεπτικό ότι δεν αναφέρονται στην αγωγή περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας του προσβληθέντος. Και τούτο, παρά το γεγονός ότι η προσβολή ήταν συντελεσμένη κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής και δεν ήταν εύλογο να αναφερθεί στο δικόγραφο της αγωγής ότι υπάρχει κίνδυνος επανάληψης της προσβολής στο μέλλον και να προβλεφθεί ότι θα είχε διακοπεί η προσβολή μέχρι της εκδικάσεως της υπόθεσης, σε πρώτο βαθμό.





------------------------------------------------------------------------------



Κατά το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει το δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον, επιπλέον δε, κατά το. άρθρο 59 ΑΚ, το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί να καταδικάσει τον υπαίτιο και σε ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του προσβληθέντος και ειδικότερα να τον υποχρεώσει (τον υπαίτιο) σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε ο,τιδήποτε άλλο επιβάλλεται από τις περιστάσεις, Προστατεύεται έτσι με τα παραπάνω άρθρα η προσωπικότητα και κατ’ επέκταση η αξία του ανθρώπου ως ατομικό δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 2 § 1 του Συντάγματος (ΑΠ 1735/2009), αποτελεί δε η προσωπικότητα πλέγμα αγαθών που συνθέτουν την υπόσταση του προσώπου και είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα μαζί του. Τα αγαθά αυτά δεν αποτελούν μεν αυτοτελή δικαιώματα, αλλά επί μέρους εκδηλώσεις - εκφάνσεις (πλευρές) του ενιαίου δικαιώματος επί της προσωπικότητας, όμως η προσβολή της προσωπικότητας σε σχέση με οποιαδήποτε από τις εκδηλώσεις αυτές συνιστά προσβολή της συνολικής έννοιας της προσωπικότητας. Τέτοια προστατευόμενα αγαθά είναι, μεταξύ άλλων, η τιμή και η υπόληψη κάθε ανθρώπου, είναι δε τιμή η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την ηθική αξία που έχει λόγω της συμμόρφωσής του με τις νομικές και ηθικές του υποχρεώσεις, ενώ υπόληψη είναι η εκτίμηση που απολαμβάνει το άτομο στην κοινωνία με βάση την κοινωνική του αξία συνεπεία των ιδιοτήτων και ικανοτήτων του για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών του έργων ή του επαγγέλματός του. Προϋποθέσεις για την προστασία της προσωπικότητας με τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων είναι: α) η ύπαρξη προσβολής της προσωπικότητας με πράξη ή παράλειψη άλλου που διαταράσσει μια ή περισσότερες εκδηλώσεις της σωματικής ψυχικής πνευματικής και κοινωνικής ατομικότητας του βλαπτόμενου κατά τη στιγμή της προσβολής, β) η προσβολή να είναι παράνομη που συμβαίνει όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή με βάση δικαίωμα, το οποίο όμως είτε είναι μικρότερης σπουδαιότητας στο πλαίσιο της έννομης τάξης είτε ασκείται καταχρηστικά κατά την έννοια των άρθρο 281 ΑΚ και 25 § 3 του Συντάγματος και γ) πταίσμα του προσβολέα όταν πρόκειται ειδικότερα για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίηση; λόγω ηθικής βλάβης εξ αιτίας της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας (ΟλΑΠ 2/2008). Στην περίπτωση αυτή η παράνομη και συγχρόνως υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας συνιστά ασφαλώς ειδικότερη μορφή αδικοπραξίας (ΑΠ 167/2000, οπότε συνδυαστικά εφαρμόζονται και οι διατάξεις των άρθρο 914, 919, 920 και 932 ΑΚ, ιδίως για την αποκατάσταση της τυχόν υλικής ζημίας του προσβληθέντος (άρθρ. 57 § 2 ΑΚ), ενώ αδιάφορη για το χαρακτήρα της προσβολής ως παράνομης είναι η φύση της διάταξης που ενδέχεται με την προσβολή να παραβιάζεται και η οποία έτσι μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε κλάδο ή τμήμα του δικαίου. Συνεπώς, παράνομη προσβολή της προσωπικότητας δημιουργείται και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως συμβαίνει όταν το άτομο προσβάλλεται στην τιμή και στην υπόληψή του με εξυβριστικές εκδηλώσεις ή με ισχυρισμούς δυσφημιστικούς ή πολύ περισσότερο συκοφαντικούς κατά την έννοια των άρθρ. 361-363 πκ, που μπορεί να περιέχονται και σε δημοσίευμα εφημερίδας, αφού η κατοχυρωμένη με το άρθρο 14 §§ 1, 2 του Συντάγματος ελευθεροτυπία υπόκειται στους περιορισμούς του νόμου, με τους οποίους επιδιώκεται όχι η παρεμπόδιση της ελευθεροτυπίας, αλλά η προστασία των ατόμων από την καταχρηστική άσκησή της (άρθρ. 25 § 3 του Συντάγματος). Όριο προς αυτήν την κατεύθυνση αποτελούν ακριβώς τα άρθρ. 361-363 ΠΚ και, επομένως, με πρόσχημα την ελευθεροτυπία δεν επιτρέπεται η προσβολή της προσωπικότητας με δημοσιεύματα εξυβριστικά ή δυσφημιστικά για το άτομο. Ειδικότερα, κατά τα άρθρα αυτά εξύβριση διαπράττει όποιος προσβάλλει την τιμή άλλου με λόγο ή έργο ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο, ενώ όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε το ψεύδος, τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Ως γεγονός κατά τις παραπάνω διατάξεις νοείται κάθε περιστατικό του εξωτερικού κόσμου ή αντίθετη προς την ηθική ή την ευπρέπεια σχέση ή συμπεριφορά, εφόσον ανάγονται στο παρελθόν ή στο παρόν και υποπίπτουν στις αισθήσεις, ώστε να είναι δεκτικά απόδειξης, συνιστά δε ισχυρισμό του γεγονότος κάθε σχετική με αυτό ανακοίνωση, που βασίζεται είτε σε προσωπική αντίληψη ή γνώμη είτε σε υιοθέτηση της γνώμης άλλου. Αντίθετα, διάδοση γεγονότος συνιστά η περαιτέρω απλή μετάδοση της σχετικής ανακοίνωσης που έγινε από άλλον, όπως είναι και η αναδημοσίευση (ΑΠ 531/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1447/2014, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της δυσφήμησης απαιτείται γνώση του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο απ' αυτόν ενώπιον τρίτου γεγονός είναι κατάλληλο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη άλλου και θέληση του ίδιου να ισχυρισθεί ή να διαδώσει ενώπιον τρίτου το βλαπτικό για άλλον γεγονός, ενώ για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται επιπλέον και γνώση του δράστη ότι το γεγονός είναι ψευδές. Έτσι, σε περίπτωση που ο δράστης δεν γνώριζε το ψεύδος του γεγονότος που ισχυρίσθηκε ή διέδωσε ή είχε αμφιβολίες γι' αυτό, δεν στοιχειοθετείται μεν το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος άλλου, παραμένει όμως ως έγκλημα η απλή δυσφήμηση, που προσβάλλει επίσης την προσωπικότητα του άλλου σε βαθμό μη ανεκτό από την έννομη τάξη. Ωστόσο, ως αστικό αδίκημα η δυσφήμηση θεμελιώνεται υποκειμενικά και σε απλή αμέλεια του δράστη και συνεπώς όποιος από πρόθεση ή από αμέλεια ισχυρίζεται ή διαδίδει προς τρίτους γεγονότα αναληθή που βλάπτουν την επαγγελματική ή γενικότερα την οικονομική ελευθερία άλλου και κατ’ αυτή την έννοια θίγουν την τιμή και την υπόληψή του, προσβάλλοντας; παράνομα την προσωπικότητά του, έχει υποχρέωση, εφόσον γνωρίζει ή υπαίτια αγνοεί την αναλήθεια των γεγονότων αυτών, να αποζημιώσει τον άλλο και να ικανοποιήσει και την ηθική βλάβη του (ΑΠ 1662/2005), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις προβλεπόμενες στο άρθρο 367 § 1 ΠΚ περιπτώσεις, που αίρουν τον άδικο χαρακτήρα της πράξης του τόσο ως ποινικό όσο και ως αστικό αδίκημα αφού οι διατάξεις των άρθρ. 361-367 ΠΚ εφαρμόζονται αναλογικά για την ενότητα της έννομης τάξης και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 1030/2009,333/20101 179/2011). Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο παρ. 1 του ν. 1178/1981 "περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2243/1994, ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκαν υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά.το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου. Η παραπάνω διάταξη είναι σαφές ότι αναφέρεται μόνο στην ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου, ο οποίος υποχρεούται έτσι σε περίπτωση δυσφημιστικού δημοσιεύματος σε πλήρη αποζημίωση του παθόντος και σε χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης του, έστω και αν η γνώση ή η υπαίτια άγνοια συντρέχουν στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτό είναι άγνωστος, στον εκδότη ή στο διευθυντή σύνταξης του εντύπου, η ευθύνη των οποίων, εφόσον βέβαια δεν ταυτίζονται ως πρόσωπα με τον ιδιοκτήτη του εντύπου, ρυθμίζεται από τις κοινές διατάξεις (ΑΠ 271/20Ι2, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 387/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι προαναφερόμενες, μάλιστα, διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί προσβολών της προσωπικότητας οι οποίες συντελούνται στο διαδίκτυο (Internet), μέσω ηλεκτρονικών ιστοσελίδων ή άλλων ιστοτόπων (όπως blogs), που λειτουργούν ως διεθνές μέσο διακίνησης πληροφοριών, δεδομένου ότι για τις προσβολές αυτές δεν υπάρχει ιδιαίτερο θεσμικό πλαίσιο και η αντιμετώπισή τους δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο με την αναλογική εφαρμογή της ήδη υπάρχουσας νομοθεσίας για τις προσβολές της προσωπικότητας μέσω του έντυπου (εφημερίδες, περιοδικά) ή του ηλεκτρονικού (τηλεόραση, ραδιόφωνο) τύπου, αφού και η διαδικτυακή πληροφόρηση δεν διαφέρει ως προς τα ουσιώδη στοιχεία της από εκείνη που παρέχεται από τον ηλεκτρονικό τύπο, ιδίως δε ως προς τα ιδιαίτερα εκείνα χαρακτηριστικά της που οδήγησαν τον νομοθέτη στην καθιέρωση ειδικής διαδικασίας για την εκδίκαση των διαφορών που ανακύπτουν από τη λειτουργία τους, ήτοι την εμβέλεια δράσης του, που μάλιστα στο διαδίκτυο είναι παγκόσμια, και συνακόλουθα του αριθμού των αποδεκτών όσων δια αυτού διαδίδονται, που μεγεθύνει την προβολή εκείνου που θίγεται από την διάδοση συκοφαντικών, δυσφημιστικών ή εξυβριστικών ισχυρισμών (ΕφΔωδ 220/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΔωδ 36/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 680/2009, ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΑθ 8962/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων εκθέτει, ότι οι εναγόμενες εταιρίες, ως ιδιοκτήτριες των αναφερόμενων ιστοσελίδων του διαδικτύου, δημοσίευσαν ένα κείμενο αγνώστου συντάκτη (η δεύτερη από αυτές το αναδημοσίευσε εν μέρει), το οποίο περιείχε αναληθή και δυσφημιστικά γεγονότα, την αναλήθεια των οποίων γνώριζαν, με αποτέλεσμα να προσβάλουν, όπως είχαν σκοπό, την τιμή, την υπόληψη και εν γένει την προσωπικότητά του, θέτοντας σε κίνδυνο την επαγγελματική του υπόσταση. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη η μεν πρώτη από αυτές το ποσό των 200.000,00 ευρώ, η δε δεύτερη από αυτές το ποσό των 50.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγήs και μέχρι την εξόφληση. Επίσης, ζητεί να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να άρουν την προσβολή και να την παραλείψουν στο μέλλον, διαγράφοντας τα επίδικα δημοσιεύματα από τις αναφερόμενες στην αγωγή ιστοσελίδες και από κάθε άλλο ιστοχώρο αναδημοσιεύονται, να δημοσιεύσουν στην αναφερόμενη στην αγωγή εφημερίδα, περίληψη της απόφασης που θα εκδοθεί εντός 15 ημερών από την επίδοσή της, με απειλή καταβολής χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα καθυστέρησης της δημοσίευσης.

(.....)

Το αίτημα του ενάγοντος να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να άρουν την προσβολή, διαγράφοντας το επίδικο δημοσίευμα από κάθε άλλο ιστοχώρο, στον οποίο αναδημοσιεύονται, πλην αυτών που αναφέρονται στην αγωγή και είναι ιδιοκτησίας των εναγομένων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης. Ακολούθως, η αγωγή είναι ορισμένη, πλην του αιτήματος της να παραλειφθεί στο μέλλον οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος εκ μέρους των εναγομένων, διότι απαραίτητη προϋπόθεση για την αξίωση παραλείψεως προσβολής της προσωπικότητας στο μέλλον είναι η επίκληση στην αγωγή περιστατικών, από τα οποία να προκύπτει η ύπαρξη βάσιμης απειλής και πραγματικού κινδύνου επικείμενης προσβολής της προσωπικότητας του προσβληθέντος, περιστατικά τα οποία δεν επικαλείται ο ενάγων στη συγκεκριμένη περίπτωση [Εφθεσ 77/2007, ΕπισκΕΔ 2007.504, ΕφΘεσ2645/20Ο2, Αρμ 2004.860, ΕφΛαρ 431/2000, ΕλλΔνη 2001.502, ΕφΑθ 3346/1996, ΕλλΔνη 1998.667, ΕφΑθ 6805/1987, ΕλλΔνη, 1990.1458, βλ και Γεωργιάδη/Σταθόπουλου (-Καρακατσάνη), Αστικός Κώδιξ, Τ. 1, Γενικές Αρχές, άρθρο 57, αριθ, 17,σ. 104, Α. Βαθρακοκοίλη, ό.π, σ. 124 επ.].








Κυριακή, 11 Ιουνίου 2017

Διαγραφή δεδομένων από τις μηχανές αναζήτησης

Όπως είναι γνωστό, με την απόφαση  Google Spain SL και Google Inc. κατά Agencia Española de Protección de Datos (AEPD) και Mario Costeja González του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα στη λήθη, έναντι - καταρχήν - των μηχανών αναζήτησης στο διαδίκτυο.

Ειδικότερα, η απόφαση δέχθηκε τα εξής:
..... ο φορέας εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης υποχρεούται να απαλείφει από τον κατάλογο αποτελεσμάτων, ο οποίος εμφανίζεται κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο ενός προσώπου, συνδέσμους προς δημοσιευμένες από τρίτους ιστοσελίδες που περιέχουν πληροφορίες σχετικές με το πρόσωπο αυτό, και στην περίπτωση κατά την οποία το ονοματεπώνυμο αυτό ή οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν διαγραφεί προηγουμένως ή ταυτοχρόνως από τις ως άνω ιστοσελίδες, η υποχρέωση δε αυτή ισχύει ακόμη και όταν αυτή καθαυτή η δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών στις εν λόγω ιστοσελίδες είναι νόμιμη.
 ...πρέπει μεταξύ άλλων να εξετάζεται αν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να πάψει η σχετική με το πρόσωπό του πληροφορία να συνδέεται, επί του παρόντος, με το ονοματεπώνυμό του μέσω του καταλόγου αποτελεσμάτων ο οποίος προκύπτει κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο αυτό, χωρίς πάντως η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού να προϋποθέτει ότι η εμφάνιση της επίμαχης πληροφορίας στον κατάλογο αποτελεσμάτων προκαλεί βλάβη στο υποκείμενο των δεδομένων.
Αυτό δεν ισχύει όταν, για ειδικούς λόγους, όπως ο ρόλος που διαδραματίζει το εν λόγω υποκείμενο στον δημόσιο βίο, προκύπτει ότι η επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου δικαιολογείται από το υπέρτερο συμφέρον του κοινού για πρόσβαση στην επίμαχη πληροφορία συνεπεία της εμφάνισής της στον προαναφερθέντα κατάλογο.

Κάνοντας πράξη την απόφαση αυτή, η Google και οι άλλες μηχανές αναζήτησης, έθεσαν σε λειτουργία συστήματα διαγραφής. Ειδικά, η Google, λειτουργεί στη σελίδα: https://www.google.com/webmasters/tools/legal-removal-request?complaint_type=rtbf&visit_id=1-636314061776069401-4215593786&rd=1&pli=1  ένα σύστημα κατάργησης συνδέσμων προς ιστοσελίδες, στο οποίο περιλαμβάνεται μια φόρμα που πρέπει να συμπληρώσει ο αιτούμενος τη διαγραφή.



Μέχρι σήμερα, η Google έχει λάβει έναν πολύ μεγάλο αριθμό αιτημάτων (727.522, παγκοσμίως και 3.337 αιτήματα στην Ελλάδα), τα αιτήματα δε αυτά προέρχονται σε ποσοστό 95% από πολίτες που επιθυμούν να προστατεύσουν προσωπικές και απόρρητες πληροφορίες και όχι από πολιτικά πρόσωπα ή εγκληματήσαντεςΓίνεται, έτσι, σαφές ότι το δικαίωμα στη λήθη δεν καλύπτει τις "ασχήμιες" του παρελθόντος, αλλά αφορά εύλογα αιτήματα με σκοπό την προστασία της ιδιωτικότητας.

Ως προς το ερώτημα, "με ποια κριτήρια θα αποφασίζουν οι μηχανές αναζήτησης για τη διαγραφή αποτελεσμάτων αναζήτησης;", η ομάδα εργασίας του άρθρου 29, εξέδωσε ένα σχετικό έγγραφο:

GUIDELINES ON THE IMPLEMENTATION OF THE COURT OF JUSTICE OF THE EUROPEAN UNION JUDGMENT ON “GOOGLE SPAIN AND INC V. AGENCIA ESPAÑOLA DE PROTECCIÓN DE DATOS (AEPD) AND MARIO COSTEJA GONZÁLEZ” C-131/12
Σε αυτό περιλαμβάνονται μια λίστα κριτηρίων, με βάση τα οποία θα πρέπει να γίνεται η αξιολόγηση των αιτημάτων διαγραφής. Εν περιλήψει, τα κριτήρια είναι τα εξής:

1. Το αποτέλεσμα αναζήτησης αφορά φυσικό πρόσωπο, δηλ. άτομο; Και το αποτέλεσμα αναζήτησης εμφανίζεται με βάση το όνομα του υποκειμένου των δεδομένων; 
2. το υποκείμενο των δεδομένων διαδραματίζει ρόλο στη δημόσια ζωή; Είναι δημόσιο πρόσωπο; 
3. Το υποκείμενο των δεδομένων είναι ανήλικος; 
4. Τα δεδομένα είναι ακριβή; 
5. Τα δεδομένα είναι συναφή κι όχι περισσότερα από όσα χρειάζονται; 
6. Αφορούν την επαγγελματική ζωή του υποκειμένου; 
7. Το αποτέλεσμα της αναζήτησης συνδέεται με πληροφορίες που φέρεται να συνιστούν ρητορική μίσους/συκοφαντία/δυσφήμιση ή ανάλογα αδικήματα στον τομέα της έκφρασης κατά του προσφεύγοντος; 
8. Τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν προσωπική γνώμη ή φαίνεται να είναι επιβεβαιωμένο γεγονός; 
9. Είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα; 
10. Είναι τα δεδομένα επικαιροποιημένα; Τα στοιχεία διατίθενται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από όσο απαιτείται για τον επιδιωκόμενο σκοπό; 
11. Η δημοσιοποίηση των δεδομένων έχει δυσανάλογες αρνητικές επιπτώσεις για την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων; 
12. Το αποτέλεσμα της αναζήτησης συνδέεται με πληροφορίες που θέτουν το υποκείμενο των δεδομένων σε κίνδυνο; 
13. Ποιο είναι το περικείμενο μέσα στο οποίο δημοσιεύτηκαν τα δεδομένα; Δημοσιοποιήθηκαν τα δεδομένα αυτά από το ίδιο το υποκείμενο; Θα μπορούσε να υπάρξει εύλογη προσδοκία από το υποκείμενο ότι τα δεδομένα θα δημοσιοποιηθούν; 
14. Το αρχικό κείμενο έχει δημοσιευθεί στο πλαίσιο δημοσιογραφικών σκοπών; 
15. Ο εκδότης των δεδομένων έχει τη νομική δύναμη ή τη νομική υποχρέωση να καθιστά τα δεδομένα διαθέσιμα στο κοινό; 
16. Τα δεδομένα αφορούν σε ποινικό αδίκημα;

Στην Ελλάδα, η Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχει εκδώσει τρεις σημαντικές αποφάσεις στο θέμα αυτό. Δείτε σχετικά: https://www.lawspot.gr/nomika-blogs/vasilis-karkatzoynis/dikaioma-sti-lithi-3-simantikes-apofaseis-tis-apdph-gia-tin

Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

ΔΕΕ: ερμηνεία του όρου "έννομο συμφέρον" στο άρθρο 7 στοιχ. στ΄ της οδηγίας 95/46/ΕΚ

Μια σημαντική απόφαση για την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου προστασίας προσωπικών δεδομένων εξέδωσε στις 4.5.2017 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-13/16 «Rīgas satiksme». Συγκεκριμένα, το προδικαστικό ερώτημα αφορούσε την ερμηνεία της έννοιας του εννόμου συμφέροντος του υπεύθυνου επεξεργασίας ως λόγο που νομιμοποιεί τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων (άρθρο 7 στοιχ. 7 της οδηγίας 95/46 και άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ ν. 2472/1997, αντίστοιχα).

Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του αρμόδιου γραφείου  για τη βεβαίωση τροχαίων παραβάσεων του διοικητικού δικαίου και υπαγόμενου στην εθνική αστυνομική διεύθυνση ασφάλειας της περιφέρειας της Ρίγας, στη Λετονία και της εταιρίας τρόλεϊ της πόλεως της Ρίγας (Rīgas satiksme), με αντικείμενο αίτημα γνωστοποιήσεως των δεδομένων ταυτοποιήσεως του υπαιτίου του ατυχήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα και η Rīgas satiksme υπέβαλε αίτηση στην αστυνομία, με την οποία ζητούσε πληροφορίες για το πρόσωπο στο οποίο είχε επιβληθεί διοικητική κύρωση μετά το ατύχημα, καθώς και αντίγραφα των δηλώσεων του οδηγού του ταξί και του επιβάτη σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, καθώς και το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του επιβάτη του ταξί. Η αστυνομία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της Rīgas satiksme και της κοινοποίησε το ονοματεπώνυμο του επιβάτη, αλλά αρνήθηκε να κοινοποιήσει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του. Η Rīgas satiksme άσκησε προσφυγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου κατά της αποφάσεως της αστυνομίας, στο μέτρο που αρνήθηκε να της αποκαλύψει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση του εμπλεκομένου στο ατύχημα επιβάτη. Συνακόλουθα, το δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή της Rīgas satiksme και η αστυνομία άσκησε αναίρεση. Το Δικαστήριο όμως είχε αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα των τρόπων αποκτήσεως δεδομένων και διευκρίνισε ότι εάν η υποβαλλόμενη στο ληξιαρχείο αίτηση αναφέρει μόνον το όνομα του επιβάτη του ταξί, ενδέχεται να μην είναι δυνατή η ταυτοποίησή του χωρίς τον αριθμό δελτίου ταυτότητας, διότι είναι δυνατό να έχουν το ίδιο ονοματεπώνυμο πλέον του ενός πρόσωπα, καθώς και ότι ο αιτών πρέπει να γνωρίζει τουλάχιστον τη διεύθυνση του τόπου κατοικίας του καθού προκειμένου να ασκήσει αίτηση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Συνακόλουθα, υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα διότι εκτίμησε ότι υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία του όρου «απαραίτητη» στο άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής.

Συνακόλουθα, τα ενδιαφέροντα στοιχεία της απόφασης, με την οποία γίνεται ερμηνεία της κρίσιμης διάταξης, είναι τα εξής:

Σύμφωνα με το ΔΕΕ, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46 δεν επιβάλλει, καθ’ εαυτό, υποχρέωση, αλλά εκφράζει απλώς τη δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων, όπως η ανακοίνωση σε τρίτο των δεδομένων που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου εκ μέρους του εννόμου συμφέροντος. Βεβαίως, η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια γνωστοποίηση, σε περίπτωση που αυτή πραγματοποιείται βάσει του εθνικού δικαίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπει η διάταξη αυτή.

Ειδικότερα, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46 προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις για τη σύννομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δη, πρώτον, την επιδίωξη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του υπευθύνου της επεξεργασίας ή του τρίτου ή των τρίτων στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, δεύτερον, την αναγκαιότητα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου εννόμου συμφέροντος και, τρίτον, την προϋπόθεση ότι δεν προέχουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσώπου το οποίο αφορά η προστασία των δεδομένων.

Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την επιδίωξη εννόμου συμφέροντος, το ΔΕΕ έκρινε ότι είναι έννομο το συμφέρον που έχει τρίτος να αποκτήσει τις προσωπικές πληροφορίες προσώπου το οποίο επέφερε ζημία στην περιουσία του, ώστε να εναγάγει το πρόσωπο αυτό για αποζημίωση.

Περαιτέρω, όσον αφορά την προϋπόθεση περί αναγκαιότητας της επεξεργασίας των δεδομένων πρέπει να υπομνησθεί ότι οι παρεκκλίσεις και οι περιορισμοί της αρχής της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν το αυστηρώς αναγκαίο μέτρο. Συνεπώς, η γνωστοποίηση μόνον του ονοματεπωνύμου του υπαιτίου της ζημίας δεν αρκεί για να εξακριβωθεί επαρκώς η ταυτότητά του ώστε να καταστεί δυνατό να εναχθεί αυτός ενώπιον δικαστηρίου. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο για τον σκοπό αυτό να παρασχεθεί και η διεύθυνση και/ή ο αριθμός δελτίου ταυτότητας του προσώπου αυτού.

Τέλος, όσον αφορά την προϋπόθεση της σταθμίσεως των επίμαχων αντιτιθεμένων δικαιωμάτων και συμφερόντων, αυτή εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περιπτώσεως. Σχετικά, δε το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η σοβαρότητα της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο αφορά η εν λόγω επεξεργασία μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το εάν τα επίδικα δεδομένα περιλαμβάνονται ήδη σε προσβάσιμες στο κοινό πηγές.

Με βάση όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο έδωσε την απάντηση ότι: το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει την υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτο, προκειμένου αυτός να μπορέσει να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για τη ζημία που του προκάλεσε το πρόσωπο το οποίο αφορά η προστασία των δεδομένων αυτών. Εντούτοις, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής δεν αντιτίθεται σε μια τέτοιου είδους γνωστοποίηση βάσει του εθνικού δικαίου.










Παρασκευή, 12 Μαΐου 2017

Επιστημονική Εκδήλωση ΕΝΑΣ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΈΝωσης ΑΣτικολόγων διοργανώνει επιστημονική εκδήλωση την 1η Ιουνίου 2017, ημέρα ΠΕΜΠΤΗ και ώρα 19:00, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, Ακαδημίας 60 (1ος όροφος), Αθήνα, με θέμα:
Ζητήματα από τον νέο Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία δεδομένων

Εισηγητές:
•       Ευγενία Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου, Καθηγήτρια Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής Πανεπιστημίου Μακεδονίας: «Καινοτόμες ρυθμίσεις του Κανονισμού 2016/679, με έμφαση στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ανηλίκων»

•       Ιωάννης Ιγγλεζάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ: «Το δικαίωμα στη λήθη»
•       Λίλιαν Μήτρου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Μηχανικών Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων Πανεπιστημίου Αιγαίου: «Η συγκατάθεση ως βάση νομιμότητας της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων»




Τρίτη, 2 Μαΐου 2017

Πώληση συσκευής ανάγνωσης πολυμέσων που παραβιάζει το δικαίωμα παρουσίασης στο κοινό


Με την απόφαση στην υπόθεση C-527/15 (Stichting Brein), το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η πώληση συσκευής ανάγνωσης πολυμέσων, στην οποία ενσωματώνονται αρχεία λογισμικού (add-ons) που καθιστούν δυνατή την προβολή σε οθόνη τηλεόρασης περιεχομένου από ιστοτόπους που μεταδίδουν σε ζωντανή ροή, συνιστά παρουσίαση στο κοινό, κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29.

Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν ως εξής: Ο J. F. W. πωλεί σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο δικός του ιστότοπος , διάφορα μοντέλα μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων. Η διάταξη αυτή, η οποία πωλείται με την ονομασία «filmspeler», είναι μια συσκευή που λειτουργεί ως μέσο συνδέσεως μεταξύ, αφενός, μιας πηγής οπτικών και/ή ηχητικών δεδομένων και, αφετέρου, μιας οθόνης τηλεοράσεως. Στη διάταξη αυτή εγκατέστησε ένα λογισμικό ανοιχτής πηγής που καθιστά δυνατή την ανάγνωση αρχείων σε ένα εύχρηστο περιβάλλον διεπαφής μέσω ευρετηρίων, στο οποίο ενσωμάτωσε διαθέσιμα στο διαδίκτυο και κατασκευασμένα από τρίτους συμπληρωματικά αρχεία λογισμικού (πρόσθετα), χωρίς να τα τροποποιήσει, ορισμένα εκ των οποίων κατευθύνουν τους χρήστες του διαδικτύου σε συγκεκριμένους ιστοτόπους, στους οποίους διατίθενται προστατευόμενα έργα χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους. Τα εν λόγω πρόσθετα περιέχουν συνδέσμους οι οποίοι, όταν ενεργοποιούνται με το τηλεχειριστήριο της συγκεκριμένης διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, τη συνδέουν με ιστοτόπους μεταδόσεως σε συνεχή ροή που εκμεταλλεύονται τρίτοι και ορισμένοι εκ των οποίων παρέχουν πρόσβαση σε ψηφιακά δεδομένα με την άδεια των δικαιούχων τους, ενώ άλλοι παρέχουν πρόσβαση σε τέτοιου είδους δεδομένα χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους. Ειδικότερα, η λειτουργία των προσθέτων συνίσταται στη λήψη του επιθυμητού περιεχομένου από ιστοτόπους μεταδόσεως σε συνεχή ροή και στην εκκίνηση προβολής τους με ένα απλό κλικ στη συνδεδεμένη με οθόνη τηλεοράσεως διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων που πωλεί ο J. F. W., ο οποίος διαφήμιζε τη διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων «filmspeler», δηλώνοντας ότι με αυτήν ήταν ιδίως δυνατή η δωρεάν και εύκολη προβολή σε οθόνη τηλεοράσεως του οπτικοακουστικού υλικού που ήταν διαθέσιμο στο διαδίκτυο χωρίς την άδεια των δικαιούχων.


To ΔΕΕ καταρχήν Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία, για να συντρέχει «παρουσίαση στο κοινό» πρέπει ένα προστατευόμενο έργο να παρουσιάζεται με ειδικό τεχνικό τρόπο, διαφορετικό από όσους έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι πρότινος ή, άλλως, σε «νέο κοινό», δηλαδή κοινό το οποίο δεν είχε ήδη ληφθεί υπόψη από τους δικαιούχους όταν επέτρεψαν την αρχική παρουσίαση του έργου τους στο κοινό (αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2013, , C‑607/11, EU:C:2013:147, σκέψη 26 της 13ης Φεβρουαρίου 2014, , C-466/12, EU:C:2014:76, σκέψη 24, καθώς και της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, , C-160/15, EU:C:2016:644, σκέψη 37). Και επίσης, έχει σημασία αν η παρουσίαση στο κοινό, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για παροχή «απλώς» των υλικών μέσων με σκοπό να διευκολυνθεί ή να πραγματοποιηθεί η παρουσίαση. Πράγματι, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 53 και 54 των προτάσεών του, ο J. F. W., έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών της συμπεριφοράς του, εγκαθιστά εκ των προτέρων, στη διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων «filmspeler» που εμπορεύεται, πρόσθετα τα οποία παρέχουν συγκεκριμένα στους αγοραστές της τη δυνατότητα προσβάσεως στα προστατευόμενα έργα, τα οποία έχουν αναρτηθεί σε ιστοτόπους μεταδόσεως σε συνεχή ροή χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους, και τη δυνατότητα προβολής των έργων αυτών στην οθόνη της τηλεοράσεώς τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2006, , C-306/05, EU:C:2006:764, σκέψη 42). Η παρέμβαση αυτή, η οποία καθιστά δυνατή την άμεση διασύνδεση μεταξύ των διαδικτυακών τόπων που μεταδίδουν παρανόμως τα προστατευόμενα έργα και των αγοραστών της εν λόγω διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, χωρίς την οποία οι εν λόγω αγοραστές θα μπορούσαν δυσχερώς να έχουν πρόσβαση στα έργα αυτά, διαφέρει από την παροχή απλώς των υλικών μέσων, για την οποία γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2001/29.  

Το πιο κρίσιμο είναι, βεβαίως, ότι η παρουσίαση αυτή απευθύνεται σε απροσδιόριστο αριθμό δυνητικών αποδεκτών και αφορά σημαντικό αριθμό προσώπων. Έτσι, προκύπτει ότι, με την επίμαχη στην κύρια δίκη παρουσίαση, τα προστατευόμενα έργα παρουσιάζονται όντως σε «κοινό» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.

Επίσης, τονίζεται ότι, όταν αποδεικνύεται ότι ένα πρόσωπο που προσφέρει άμεση πρόσβαση σε προστατευόμενα έργα γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο υπερσύνδεσμος που τοποθέτησε παρέχει πρόσβαση σε παρανόμως αναρτημένο στο διαδίκτυο έργο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παροχή του συγκεκριμένου υπερσυνδέσμου συνιστά «παρουσίαση στο κοινό», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.

Λόγω του ότι η πώληση της διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων «filmspeler» γινόταν εν πλήρη γνώσει του γεγονότος ότι τα πρόσθετα που περιείχαν προεγκατεστημένους στην εν λόγω διάταξη υπερσυνδέσμους παρέχουν πρόσβαση σε έργα παρανόμως αναρτημένα στο διαδίκτυο και η παροχή της εν λόγω διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων γίνεται με σκοπό το κέρδος, το δε τίμημα για την αγορά της διατάξεως αυτής καταβάλλεται ιδίως με σκοπό την άμεση πρόσβαση στα προστατευόμενα έργα, τα οποία είναι διαθέσιμα σε ιστοτόπους μεταδόσεως σε συνεχή ροή χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους.

Έτσι, δίδεται η απάντηση ότι η «παρουσίαση στο κοινό», στο πλαίσιο του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, έχει την έννοια ότι καλύπτει την πώληση διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία έχουν προηγουμένως εγκατασταθεί πρόσθετα διαθέσιμα στο διαδίκτυο και περιέχοντα υπερσυνδέσμους προς ελευθέρως προσβάσιμους στο κοινό ιστοτόπους, οι οποίοι παρέχουν στο κοινό πρόσβαση σε έργα προστατευόμενα από το δικαίωμα του δημιουργού χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους.

Το άλλο ερώτημα στο οποίο δόθηκε απάντηση ήταν αν οι  πράξεις προσωρινής αναπαραγωγής, σε διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έργου προστατευόμενου από το δικαίωμα του δημιουργού και λαμβανόμενου μέσω συνεχούς ροής από ιστότοπο τρίτου, στον οποίο έχει αναρτηθεί το έργο αυτό χωρίς την άδεια του δικαιούχου του, πληρούν τις προϋποθέσεις των εν λόγω διατάξεων.

Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, μια πράξη αναπαραγωγής εξαιρείται του δικαιώματος αναπαραγωγής του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής μόνον εάν πληροί πέντε προϋποθέσεις, ήτοι όταν:
–        η πράξη αυτή είναι προσωρινή·
–        είναι μεταβατική ή παρεπόμενη·
–        αποτελεί αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τεχνολογικής μεθόδου·
–        έχει ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψει την εντός δικτύου μετάδοση μεταξύ τρίτων μέσω διαμεσολαβητή ή τη νόμιμη χρήση ενός έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου και
–        η εν λόγω πράξη δεν έχει καμία ανεξάρτητη οικονομική σημασία.
Σημειώνεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς υπό την έννοια ότι, εάν δεν πληρούται έστω και μία εξ αυτών, η πράξη αναπαραγωγής δεν εξαιρείται, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, του δικαιώματος αναπαραγωγής.

Σχετικά, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πράξεις προσωρινής αναπαραγωγής, σε διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έργων προστατευόμενων από το δικαίωμα δημιουργού και λαμβανόμενων μέσω συνεχούς ροής από ιστοτόπους τρίτων, στους οποίους έχουν αναρτηθεί τα έργα αυτά χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους, αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση των έργων αυτών και θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου, καθόσον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 78 και 79 των προτάσεών του, συνεπάγονται συνήθως μείωση των σχετικών με τα συγκεκριμένα προστατευόμενα έργα νομίμων συναλλαγών, η οποία προκαλεί αδικαιολόγητη ζημία στους δικαιούχους

Κατόπιν τούτων, δίδεται η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 5, της οδηγίας 2001/29 έχουν την έννοια ότι πράξεις προσωρινής αναπαραγωγής, σε διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έργου προστατευόμενου από το δικαίωμα δημιουργού και λαμβανόμενου μέσω συνεχούς ροής από ιστότοπο τρίτου, στον οποίο έχει αναρτηθεί το έργο αυτό χωρίς την άδεια του δικαιούχου του, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των εν λόγω διατάξεων της οδηγίας.

Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

The Proposed EU Directives on Digital Contracts: An Important Step for Legal Harmonization in the area of e-commerce in Europe

Ioannis Iglezakis
Associate Professor, Faculty of Law, Aristotle University of Thessaloniki

Α. Introduction
Europe is on the way to be transformed into a digital marketplace. For that purpose, it adopted the Digital Single Market Strategy on the 6th of May 2015, which aims to open up digital opportunities for people and business and enhance Europe’s position  as a world leader in the digital economy.[1]
To promote the objectives of that strategy and more particularly, to fully exploit the growth potential of e-commerce, the EU Commission submitted two Directive Proposals on 9 December 2015, which provide for contract rules for the supply of digital content and the online sales of goods, i.e., (a) a proposal for a Directive on certain aspects concerning contracts for the supply of digital content[2], hereinafter referred to as the Digital Content Directive, and (b) a proposal for a Directive on certain aspects concerning contracts for the online and other distance sales of goods, referred to as the Online Sales and Distance Sales Directive[3].
These two proposals and the proposal for a Regulation on cross-border portability of online content services were the first legislative initiatives adopted under the Digital market Strategy. The objective of the Directives is to harmonize in a targeted way the key mandatory rights and obligations of contract parties and thus, to contribute to faster growth of the Digital Single Market.[4]  The harmonization of the aspects covered by the Directives is considered necessary for the achievement of a genuine digital single market by the EU Commission.[5]
Furthermore, the proposals acknowledge that commercial and technological transformations take place speedily due to digitalization and legislation cannot keep up. Thus, the effort of the EU is to ensure that business standards and consumer rights will be set in accordance with EU rules that respect a high-level of consumer protect, while at the same time, provide for a modern business friendly environment. Businesses require a simplified regulatory framework in the EU, to increase their competitiveness and participation in digital markets. Consumers, on the other hand, should be offered protection to cope with problems related to distance transactions.
These new measures were proposed after a Regulation Proposal on a Common European Sales Law[6] (“CESL”) was withdrawn, as it was subjected to criticism because its scope was considered as too broad by many Member States. The influence of the CESL on the proposals is, however, manifest, since the directive provisions derive from that.
It is notable that the rules included in the Directives aim at full harmonization[7] and complement one another. Thus, they build an integral part of a legal framework on the civil law aspects of the digital environment, which needs to be consistent throughout the European Union.

B. Online Sales and Distance Sales Directive
The proposed Directive includes provisions for distance sales contracts concluded between the seller and the consumer, in particular rules on conformity of goods, remedies in case of non-conformity and the modalities for the exercise of these remedies. Thus, the scope of the proposal is restricted to contracts for movables in B2C and does not apply to distance contracts for the provision of services. It also does not apply to the sale of tangible items containing digital content, such as DVDs and CDs, which fall within the ambit of the Digital Content Directive. It should also be noted that the Directive does not include rules for consumer sales contracts concluded online, but it regulates sales contracts concluded at a distance.
The Directive provides detailed rules on conformity (Art. 4 – 8). Conformity with the contract is the key criterion for the seller’s liability. Of central importance is the provision of Article 4 providing that  the seller shall ensure that, in order to conform with the contract, the goods shall, where relevant: (a) be of the quantity, quality and description required by the contract, which includes that where the seller shows a sample or a model to the consumer, the goods shall possess the quality of and correspond to the description of this sample or model; (b) be fit for any particular purpose for which the consumer requires them and which the consumer made known to the seller at the time of the conclusion of the contract and which the seller has accepted; and (c) possess the qualities and performance capabilities indicated in any pre-contractual statement which forms an integral part of the contract.  The provisions of Articles 4-8 follow Article 2 of Directive 1999/44 and Articles 99 ff. of the CESL, while the main criterion for conformity has been applied in the Member States which transposed the Directive since 2002.
What is new in the proposal is that Article 7 requires that at the time relevant for establishing the conformity with the contract, the goods must be free from any right of a third party, including intellectual property rights, and also Article 8 specifies at which time the lack of conformity must exist. This is the time at which: (a) the consumer or a third party indicated by the consumer and other than the carrier has acquired the physical possession of the goods; or (b) the goods are handed over to the carrier chosen by the consumer, where that carrier was not proposed by the seller or where the seller proposes no means of carriage. Another specific provision is concerning incorrect installation of the goods, providing that in such case lack of conformity with the contract of goods exists if: a) the goods were installed by the seller or under the seller’s responsibility or b) the goods, were installed by the consumer and the incorrect installation was due to a shortcoming in the installation instructions.
The reversal of the burden of proof is regulated differently than in the Consumer Sales  Directive. Article 14 in connection with Article 8 Online Sales and Distance Sales Directive basically provides that this period is two years after the consumer has obtained physical possession of the goods or the goods have been installed, while Article 8 (3) provides for a presumption of lack of conformity within a period of two years. In the contrary, the Consumer Sales Directive provides in Art. 5 (3) for a presumption of a lack of conformity which becomes apparent within six months of delivery of the goods.
The directive proposal provides for a two-step remedy system which is similar to the consumer sales directive. Accordingly, the consumer must first claim repair or replacement, which should be completed by the seller within a reasonable time, and only in the second stage he/she is entitled to claim price reduction of termination. The rationale is to keep the contract intact for as long as possible and also, minimize costs.
The right to terminate the contract is central to the regulation of consumer rights and is included within the system of consumer’s remedies for the lack of conformity with the contract. Accordingly, the consumer shall exercise this right by notice to the seller given by any means in the circumstances defined in Art. 9 (3), that is, when repair or replacement are impossible. Furthermore, in accordance with the proposal, termination is also possible in case of minor defects, whereas, new rules on modalities and on consequences of termination are provided for.

C. Digital Content Directive
The Digital Content Directive applies to any contract for the supply of digital content to consumers by a supplier to a consumer, in exchange of which, a price is to be paid or the consumer provides counter-performance other than money in the form of personal data or any other data (Art. 3). It applies regardless of whether the contract was concluded at a distance and of the way in which the digital content is delivered (e.g., on a durable medium, by means of a download, by way of streaming, etc.). And, it also applies both to contracts under which the consumer obtains control over the digital content and contracts under which the supplies solely supplies services (e.g., streaming, cloud services, social media, etc.).
The definition of digital content is provided for in Article 2 s.1. It includes (a) data which is produced and supplied in digital form, for example video, audio, applications, digital games and any other software, (b) a service allowing the creation, processing or storage of data in digital form, where such data is provided by the consumer, and (c) a service allowing sharing of and any other interaction with data in digital form provided by other users of the service.
The basic obligation of the supplier, according to Article 5, is to supply the digital content to the consumer or to a third party designated by him/her, i.e. a physical or virtual facility through which the digital content is made available or accessible to the consumer, e.g. an internet host providing cloud storage. The supply must take place immediately after the conclusion of the contract, unless the parties have agreed otherwise. When the supplier fails to supply the digital content, the consumer can terminate the contract immediately.
The central provision in the Directive is Article 6, which regulates conformity of digital content. It provides that the digital content must comply with the specific purpose for which the consumer has purchased the digital content, in as far as these specific purposes have been disclosed to the supplier before the conclusion of the contract, and with the information that has been provided by the supplier before or at the conclusion of the contract. This applies to the purchase of software or games and to the supply of online services such as Netflix. In addition, unless agreed otherwise, the supplier must deliver the latest version of the digital content that was in circulation at the time of contract conclusion.
Objective standards for the assessment of conformity apply only in case the parties did not made any specific arrangements concerning the requirements with which the digital content should conform (Article 6 (2)).
The installation of digital content is also of importance, as it often needs to be installed to function properly. Respectively, Article 7 provides that the supplier is liable for a lack of conformity which results from the incorrect integration of the digital content into the consumer’s digital environment, provided that: (a) the digital content was integrated by the supplier or under the supplier’s responsibility; or (b) the digital content was intended to be integrated by the consumer and the incorrect integration was due to shortcomings in the integration instructions.
Similarly, as in the Online and Distance Sales Directive, the Digital Content Directive provides that at the time the digital content is supplied to the consumer, the digital content shall be free of any right of a third party, including based on intellectual property, so that the digital can be used in accordance with the contract. This also applies where the digital content is supplied over a period of time.
Regarding the reversal of the burden of proof, the proposal adopts an innovative solution. It provides namely that the burden of proof as regards the conformity with the contract shall be on the supplier, without time restriction. However, the supplier does not bear the burden of proof if he/she proves that the digital environment of the consumer is not compatible with the interoperability requirements and other technical requirements of the digital content and the supplier had informed the consumer before the conclusion of the contract of these requirements. This provision includes basically a requirement on the part of the supplier of the digital content to obtain information from the consumer before the conclusion of the contract.
Another essential regulation concerns the liability of the supplier in Art. 10, which provides that the supplier is liable to the consumer, firstly, for any failure to supply the digital content, which give him/her the right to terminate the contract, and secondly, for any lack of conformity existing at the time the digital content is supplied or for such that occurs during the period of time for which it is supplied. The remedies for the lack of conformity with the contract include: a) the right of the consumer to have the digital content brought into conformity with the contract free of charge, b) the right to terminate the contract, or c) the right to a reduction of the price.
If the consumer chooses to exercise the right to have the digital content brought into conformity, it is at the discretion of the supplier how to comply with the consumer’s demand. The supplier may provide an update or a patch or ask the consumer to download a new copy of the digital content. This remedy is free of charge and is provided within a reasonable period and without causing significant inconvenience to the consumer. The consumer does, however, not have a right to have the digital content brought into conformity if this would be impossible, disproportionate or unlawful.
The consumer has the right to either a proportionate price reduction of the price where the digital content is supplied in exchange for a payment of a price, or terminate the contract in the following cases: (a) if the remedy to bring the digital content in conformity is impossible, disproportionate or unlawful; (b) if the supplier has not completed the remedy within reasonable time; (c) if the remedy to bring the digital content in conformity would cause significant inconvenience to the consumer; or (d) if the supplier has declared, or it is equally clear from the circumstances, that the supplier will not bring the digital content in conformity with the contract.
The consumer may terminate the contract only if the lack of conformity with the contract impairs functionality, interoperability and other main performance features of the digital content such as its accessibility, continuity and security. The burden of proof that the lack of conformity with the contract does not impair functionality, interoperability and other main performance features of the digital content is on the supplier.
Where termination of the contract is performed, the supplier shall reimburse the consumer the price paid within 14 days. Upon termination, the supplier may prevent any further use of the digital content of the consumer. However, the consumer is not liable to pay for any use made of the digital content before the termination of the contract.
The supplier is also  required to offer the consumer the possibility to retrieve, free of charge, within a reasonable period and in a commonly used format, the digital content provided by the consumer (e.g., digital content in the supplier’s cloud) and any data that was produced or generated by the consumer and which has been retained by the supplier.
The Digital Content Directive differs from the relevant Directives, in that it includes a provision on damages. Article 14 (1) provides that the supplier shall be liable to the consumer for any economic damage to the digital environment of the consumer caused by a lack of conformity with the contract or a failure to supply the digital content. It also states that damages shall put the consumer as nearly as possible into the position in which the consumer would have been if the digital content had been duly supplied and been in conformity with the contract.
Long-terms contracts may be modified by the supplier of digital content in certain conditions, according to Article 15. In particular, this is possible where: (a) the contract so stipulates; (b) the consumer is notified reasonably in advance of the modification by an explicit notice on a durable medium; (c) the consumer is allowed to terminate the contract free of any charges within no less than 30 days from the receipt of the notice; and (d) upon termination of the contract, the consumer is provided with technical means to retrieve all content provided.
In long-term contracts the consumer has the right to terminate the contract any time after the expiration of the first 12 months period.

Conclusion
The Directive proposals presented here, once adopted, they will contribute to the development of a common European sales law. They are also important for the regulation of the civil law aspects of e-commerce.  



[1] Commission Communication 'A Digital Single Market Strategy for Europe' COM (2015) 192 final, available at: http://ec.europa.eu/priorities/digital-single-market/
[2] COM(2015) 634 final.
[3] COM(2015) 635 final.
[4] See, in particular, Communication, Digital contracts for Europe – Unleashing the potential of e-commerce, COM (2015) 633 final.
[5] Digital Content Directive , Recital Nr. 2; Online and Distance Sales Directive, Recital Nr. 2.
[6] Proposal for a Regulation on a Common European Sales Law (COM (2011) 635 final.
[7] Article 3 of Online and Distance Sales Directive; Article 4 of Digital Content Directive.

Διεθνές Συνέδριο, με θέμα: «Ιατρική, Δίκαιο και Διαδίκτυο»




Το Εργαστήριο Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης και ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης διοργανώνουν Διεθνές Συνέδριο, με θέμα: «Ιατρική, Δίκαιο και Διαδίκτυο», που θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη, από τις 4 ως τις 6 Μαΐου 2017, στο Συνεδριακό Κέντρο της Τράπεζας Πειραιώς ( Κατούνη 12 – 14). 

Συμμετέχουν διεθνούς φήμης επιστήμονες και ερευνητές στο πεδίο των πολιτικών δημόσιας υγείας, της βιοηθικής, του δικαίου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, της ιατρικής και του Διαδικτύου. Στόχος του συνεδρίου είναι να αναδειχθούν οι κίνδυνοι που δημιουργούνται για τη δημόσια υγεία και τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών από την ευρεία χρήση του διαδικτύου καθώς και τα δυσχερή νομικά ζητήματα που ανακύπτουν και απασχολούν με διαρκώς αυξανόμενη ένταση την πράξη.
Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα που θα εξεταστούν κατά τη διάρκεια του συνεδρίου είναι:
  • Ιατρικά και νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την προσφορά ή ζήτηση υπηρεσιών ή βιολογικού υλικού μέσω διαδικτύου.
  • Εμπορικές πρακτικές στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών υγείας μέσω του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
  • Ιατρικά και νομικά ζητήματα σχετικά με το ηλεκτρονικό εμπόριο φαρμάκων.
  • Τηλεϊατρική.
  • Ηλεκτρονική διαχείριση ιατρικών δεδομένων.
  • Ο ρόλος του διαδικτύου στην άσκηση της ιατρικής και την ανάδειξη της σύγκρουσης συμφερόντων.
  • Δυσφημιστικές ενέργειες σε βάρος ιατρών μέσω διαδικτύου και νομική τους αξιολόγηση.

Ιστοσελίδα Συνεδρίου: http://medlawlab.web.auth.gr/news/14