Σάββατο, 30 Μαΐου 2015

The draft EU Cybersecurity Directive


On February 2013, the EU Commission presented the Proposal for a Directive concerning measures to ensure a high common level of network and information security across the Union (COM(2013) 48 final.

The aim of the proposed Directive is to ensure a high common level of network and information security (NIS) across the EU. Ensuring NIS is vital to boost trust and to the smooth functioning of the EU internal market. Regulatory obligations are required to create a level playing field and close existing legislative loopholes.
According to this proposal:
·        Member States will have to put in place a minimum level of national capabilities by establishing NIS national competent authorities, by setting up well-functioning Computer Emergency Response Teams (CERTs), and by adopting national NIS strategies and national NIS cooperation plans;
·        NIS national competent authorities will have to exchange information and to cooperate so as to counter NIS threats and incidents;
·        operators of critical infrastructure (such as energy, transport, banking, stock exchange, healthcare), key Internet enablers (e-commerce platforms, social networks, etc) and public administrations will be required to assess the risks they face and to adopt appropriate and proportionate measures to ensure NIS. These entities will also be required to report to competent authorities incidents with a significant impact on core services provided.
On 13 March 2014 the European Parliament adopted its report on the proposed Directive, in which it made amendments to the Commission’s text, such as:
·        the removal of “public administrations” and “internet enablers” (e.g. e-commerce platforms or application stores) from the scope of key compliance obligations;
·        the exclusion of software developers and hardware manufacturers;
·        the inclusion of a number of parameters to be considered by market operators to determine the significance of incidents and thus whether they must be reported to the NCA;
·        the enabling of Member States to designate more than one NCA;
·        the expansion of the concept of “damage” to include non-intentional force majeure damage;
·        the expansion of the list of critical infrastructure to include, for example, freight auxiliary services; and
·        the reduction of the burden on market operators including that they would be given the right to be heard or anonymised before any public disclosure and sanctions would only apply if they intentionally failed to comply or were grossly negligent.
Consequently, the Directive was disucssed bu the Council in May-October 2014 and thenthe Commission, Parliament and Council started talks, but without an agreement.
Although there is political desire to adopt the Directive, its adoption is still pending.

See also: A. de Gaye/M. Brown, Progress update on the draft EU Cybersecurity Directive,


Δευτέρα, 25 Μαΐου 2015

ΑΠ 371/2012: Κίνδυνος σύγχυσης στην περίπτωση σύγκρουσης διακριτικού γνωρίσματος και domain name



Περίληψη
 Η δημιουργία στο διαδίκτυο (internet) μίας ηλεκτρονικής διεύθυνσης που επιτρέπει την πρόσβαση των υποψήφιων πελατών - χρηστών και την κατάρτιση συναλλαγών με τον κάτοχο αυτής, καλείται «domain name» (όνομα περιοχής) και επιτελεί μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος, λόγω του ότι οι κάτοχοι των «domain name», πρακτικά, εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που είναι ήδη γνωστοί στον υλικό κόσμο. Ο κίνδυνος σύγχυσης στην περίπτωση σύγκρουσης διακριτικού γνωρίσματος και domain name θα πρέπει να αξιολογείται ευρέως. Απαιτείται πάντως κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων (βλ. περίπτ. επιτρεπόμενης διαδικτυακής χρήσης σήματος, για την προβολή άσχετων προϊόντων και συνεπώς δεν μπορούσε να προκληθεί κίνδυνος σύγχυσης). Το ομοειδές του «domain name» και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα, συνηγορεί υπέρ της κατάφασης προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Δεν υφίσταται κίνδυνος σύγχυσης μεταξύ παρεμφερών σημάτων - διακριτικών τίτλων ως προς την προέλευση των προσφερομένων και διαφημιζομένων υπηρεσιών, εφόσον αφενός αφορούν διαφορετικούς τομείς δραστηριότητας και παροχής υπηρεσιών (υπηρεσίες μετάφρασης, διερμηνείας, εφαρμογές πληροφορικής στον τομέα μετάφρασης και ιδιωτική εκπαίδευση - εκμάθηση ξένων γλωσσών και πληροφορικής) και αφετέρου οι αποδέκτες των παρεχόμενων από τις αντιδίκους υπηρεσίες δεν είναι ταυτόσημοι, ούτε εμφανίζουν μεταξύ τους συγγένεια



Αριθμός 371/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

(...)
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφήρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφήρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολομ. ΑΠ 7/2006, 4/2005, 36/1988). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 1522/2011, AΠ 633/2011). Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνον όταν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.
Ειδικότερα αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει με βάση αυτά την έννοια κανόνος του δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν (ΑΠ 2075/2007, ΑΠ 1506/2007, ΑΠ 1445/2007, ΑΠ 1188/2007). Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 110, 117-118 και 216 ΚΠολΔ, σαφώς συνάγεται ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει με ποινή το απαράδεκτο, που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, ως αναγόμενο στην αφορώσα τη δημόσια τάξη προδικασία, εκτός των αναφερομένων στα άρθρα 118 και 117 στοιχείων, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β] ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ] ορισμένο αίτημα, ώστε να μπορεί ο εναγόμενος να αμυνθεί και το δικαστήριο να κρίνει το νόμω βάσιμο της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις (ΑΠ 1635/2008, ΑΠ 988/2008, ΑΠ 204/2008). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4 παρ. 1 εδ. α', β' και γ', 18 παρ. 1 και 26 του Ν 2239/1994 "περί σημάτων" που συνόψισε σε ενιαίο κείμενο την υφισταμένη ελληνική νομοθεσία για τα εμπορικά σήματα, αποτελούμενη κατά βάση από το ν. 1998/1939 και το ν. 3205/1955, καθώς και το Π.Δ 3171/1992, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την 89/104/ΕΟΚ/21.12.1980 πρώτη οδηγία, συνάγονται τα εξής: α) Σήμα θεωρείται κάθε σημείο, επιδεκτικό γραφικής παραστάσεως, ικανό να διακρίνει τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες μιας επιχειρήσεως από εκείνα άλλων επιχειρήσεων, β) Με την καταχώρηση του σήματος, η οποία γίνεται σύμφωνα με όσα ορίζουν τα άρθρα 6 επ. του ίδιου νόμου, παρέχεται στον καταθέτη το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του σήματος στα προϊόντα ή εμπορεύματα, για την διάκριση των οποίων αυτό προορίζεται, και συγκεκριμένα παρέχεται σε αυτόν το δικαίωμα, να επιθέτει το σήμα στα προϊόντα, ή εμπορεύματα, τα οποία προορίζεται να διακρίνει, να χαρακτηρίζει τις παρεχόμενες υπηρεσίες, να επιθέτει αυτό στα περικαλύμματα και στις συσκευασίες των εμπορευμάτων, στο χαρτί αλληλογραφίας, στα τιμολόγια, στους τιμοκαταλόγους, στις αγγελίες στις κάθε είδους διαφημίσεις, ως και σε άλλο έντυπο υλικό και να το χρησιμοποιεί σε ηλεκτρονικά, ή οπτικοακουστικά μέσα, ενώ όποιος χρησιμοποιεί ή παραποιεί ή απομιμείται σήμα, που ανήκει σε άλλο, για διάκριση όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων ή εμπορευμάτων, μπορεί να εναχθεί για παράλειψη ή αποζημίωση ή και για τα δύο. Δεδομένου του απολύτου χαρακτήρα του δικαιώματος, κάθε προσβολή είναι κατ' αρχήν παράνομη, διότι περιέχει εναντίωση στην αποκλειστική εξουσία που παρέχει το δικαίωμα στο δικαιούχο, ώστε δεν ερευνάται περαιτέρω η τυχόν ύπαρξη πταίσματος του τρίτου. γ) Παραποίηση του σήματος συνιστά η ακριβής ή κατά τα κύρια αυτού μέρη αντιγραφή ή αναπαράστασή του, ενώ απομίμηση αποτελεί η ιδιαίτερη προσέγγιση προς το ξένο σήμα, η οποία, όμως, λόγω οπτικής ή και ηχητικής εντυπώσεως, που προκαλεί η όλη παράσταση, και ανεξάρτητα από τις επί μέρους ομοιότητες και διαφορές των δύο σημάτων, είναι δυνατόν να προκαλέσει για το κοινό, με λήψη υπόψη, ως μέτρου, του άπειρου μέσου ατόμου και όχι του εξειδικευμένου χρήστη, σύγχυση υπό την έννοια θεωρήσεως, εκ πλάνης, του προϊόντος, στο οποίο χρησιμοποιείται, ως προερχομένου από την επιχείρηση του δικαιούχου του σήματος ή από επιχείρηση διάφορη μεν, σχετιζόμενη όμως οργανικώς, προς την επιχείρηση του δικαιούχου, κατά την παραγωγή ή τη διάθεση του προϊόντος (ΑΠ 1227/2008, ΑΠ 660/2008 και 1604/2004, 330/2007, ΑΠ 1131/2005). Από τις ως άνω διατάξεις γίνεται φανερό, ότι (με αυτές σκοπείται η προστασία του καταναλωτικού κοινού από τον κίνδυνο σύγχυσης περί της προελεύσεως προϊόντων ή υπηρεσιών ομοίων ή συναφών με εκείνες για τις οποίες έχει καταχωρηθεί το σήμα αλλά συγχρόνως και του δικαιούχου του σήματος από τον κίνδυνο της εκμετάλλευσης της φήμης του και υπονόμευσης της διακριτικής και διαφημιστικής δύναμης του ονόματος, με το οποίο κυκλοφορεί το προϊόν στην αγορά, ακόμη και όταν πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες διαφορετικές. Κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του ιδίου ως άνω Ν 2239/1994, το δικαίωμα, που παρέχει το σήμα, δεν παρεμποδίζει τρίτους να χρησιμοποιούν στις συναλλαγές ενδείξεις σχετικές με το είδος, την ποιότητα, τον προορισμό, την αξία, τη γεωγραφική προέλευση, το χρόνο παραγωγής του προϊόντος ή της παροχής της υπηρεσίας, ή άλλα χαρακτηριστικά τους, καθώς και το ίδιο το σήμα, αν τούτο είναι αναγκαίο, προκειμένου να δηλωθεί ο προορισμός προϊόντος ή υπηρεσίας. Η χρήση αυτή πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, που ισχύουν στη βιομηχανία ή στο εμπόριο, και πάντως όχι εν είδει σήματος. Με τη διάταξη αυτή ρυθμίζεται η ειδική περίπτωση της σύγκρουσης σήματος, που αποτελείται από όνομα ή προσδιοριστικές δηλώσεις εμπορεύματος, προς παρεμφερές όνομα ή παρεμφερείς δηλώσεις, τις οποίες χρησιμοποιεί άλλος ανταγωνιστής. Η σύγκρουση αυτή αίρεται με τον περιορισμό των από το πρώτο σήμα απορρεουσών εξουσιών υπέρ των άλλων ανταγωνιστών και της ολότητας, δηλαδή, με την κατάθεση του πρώτου σήματος, δεν εμποδίζεται άλλος να χρησιμοποιήσει το όνομα, την επωνυμία, την κατοικία του, όπως και δηλώσεις για το είδος, το χρόνο και τον τόπο παραγωγής, την ποιότητα, τον προορισμό, την τιμή ή το βάρος κάποιου προϊόντος ή εμπορεύματος ομοειδούς, αν η χρησιμοποίηση αυτή δεν γίνεται "εν είδει σήματος", δηλαδή για τον προσδιορισμό της προέλευσης προϊόντων ορισμένης επιχείρησης, με την επίθεση αυτού επάνω στα προϊόντα αυτά ή στα εμπορεύματα. Υποδεικνύεται, έτσι, με τη διάταξη αυτή και η δεκτικότητα της κατάθεσης ως σήματος νεότερης ένδειξης, η οποία περιέχει τις αναφερόμενες στη διάταξη αυτή δηλώσεις, αν δεν χρησιμοποιούνται "εν είδει σήματος", δηλαδή κατά τρόπο, που δεν δημιουργεί κίνδυνο σύγχυσης (ΑΠ 330/2007).

Συνεπώς, δεν εμποδίζεται ο τρίτος, να χρησιμοποιεί σήμα άλλου ως επωνυμία του ή ως διακριτικό τίτλο της επιχείρησής του, προς διάκρισή του στο εμπόριο, όπου δραστηριοποιείται, και συναλλάσσεται και όχι για τον προσδιορισμό της προέλευσης των προϊόντων ή υπηρεσιών της επιχείρησής του, υπό τον περαιτέρω, όμως, περιορισμό ότι η χρήση αυτή γίνεται σύμφωνα με τα ισχύοντα στο εμπόριο και τη βιομηχανία συναλλακτικά ήθη. Ο σχετικός ισχυρισμός του εναγομένου, που χρησιμοποιεί το σήμα τρίτου ως επωνυμία ή διακριτικό τίτλο ή εν γένει διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησής του, συνιστά ένσταση, στηριζόμενη στην παραπάνω διάταξη. Πράγματι, γίνεται δεκτό, υπό το δίκαιο που ισχύει τώρα (ν. 2239/1994), ότι, όταν πρόκειται για σήμα φήμης στην Ελλάδα, ο τρίτος δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το σήμα φήμης, ιδίως με μορφή επωνυμίας ή διακριτικού γνωρίσματος της δικής του επιχείρησης, έστω και αν τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες του δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωριστεί, εφόσον η χρησιμοποίηση του μεταγενεστέρου σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος θα προσπόριζε σ' αυτόν, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου σήματος ή θα έβλαπτε το διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη αυτού (άρθρα 4 παρ. 1 γ' και 26 παρ. 1 ν. 2239/1994). Η διεύρυνση αυτή της προστασίας του σήματος φήμης, πέραν των όμοιων ή παρόμοιων προϊόντων, δικαιολογείται από την ανάγκη προστασίας του έντονου διακριτικού του χαρακτήρα ή της φήμης του. Για να υπάρχει, όμως, σήμα φήμης και, επομένως, ανάγκη διευρυμένης προστασίας, πρέπει να συντρέχουν σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις: α) αυξημένος βαθμός καθιέρωσής του στις σχετικές συναλλαγές, β) μοναδικότητα του σήματος, με την έννοια ότι αυτό δεν έχει φθαρεί χρησιμοποιούμενο κατά τρόπο ευρύ από τρίτους σε ανόμοια προϊόντα, γ) να εμφανίζει το σήμα ορισμένο βαθμό ιδιοτυπίας (στην εμφάνισή του, στην εκφραστική του δύναμη κ.ά.) και δ) να υπάρχει μία θετική εκτίμηση του κοινού (παραστάσεις ποιότητας) σχετικά με τα προϊόντα που διακρίνει (ΣτΕ 2.812/1998). Εξάλλου βασική προϋπόθεση για την άσκηση ηλεκτρονικού εμπορίου, αποτελεί η δημιουργία ενός χώρου στο διαδίκτυο (internet), όπου θα καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών και η κατάρτιση των συναλλαγών. Μέσο (εισιτήριο) για την είσοδο στο διαδίκτυο αποτελεί το "domain name" (όνομα περιοχής), το οποίο κατ' ουσία επιτελεί ρόλο ηλεκτρονικής διεύθυνσης, επιτρέποντας την επικοινωνία του χρήστη του διαδικτύου με τον κάτοχο της ηλεκτρονικής διεύθυνσης. Έτσι ο χρήστης, συνδεόμενος με ένα συγκεκριμένο όνομα διαδικτύου, επιθυμεί να έρθει σε επαφή με τα δημοσιευμένα στην ιστοσελίδα δεδομένα και κατ' επέκταση με το πρόσωπο στο οποίο ανήκει η ιστοσελίδα, με τον τρόπο δε αυτό καθίσταται δυνατή η πρόσβαση πελατών ακόμη και η κατάρτιση συναλλαγών. Το "domain name" αποτελείται από σειρά αλφαριθμητικών χαρακτήρων (τουλάχιστον τριών και όχι περισσότερων των είκοσι τεσσάρων), χωρίς ή με λογικό ειρμό, σε μια ή περισσότερες λέξεις που χωρίζονται από διάφορα σημεία. Η τελευταία από τις λέξεις (κατά κανόνα συγκεκριμένη), αποτελεί και το σημείο αναφοράς, συνήθως της χώρας αρχειακής καταχώρησης του "domain name" του χρήστη (Π.Χ. gr = Greece κ.λπ.) ή της βασικής ιδιότητας του (org = Organization). Το "domain name" δεν μπορεί κατ' αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα. Πρέπει, ωστόσο, να αποδίδεται σε αυτό λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Η ευχέρεια ελεύθερης χρήσης οποιασδήποτε ονομασίας, όσο γνωστή και φημισμένη και αν είναι, από τον πρώτο τυχόντα θα προκαλούσε τεράστιες ή ανεπανόρθωτες ζημίες στην επιχείρηση που καθιερώθηκε στις συναλλαγές με την επίμαχη ονομασία. Για τη διαφύλαξη έτσι των νομίμων συμφερόντων των παραπάνω επιχειρήσεων, θα πρέπει να αποδοθεί στο "domain name" μια οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος. Τούτο ενισχύεται και από το ότι οι κάτοχοι "domain name" στην πράξη εμφανίζονται στο διαδίκτυο με τα διακριτικά γνωρίσματα που τους κατέστησαν γνωστούς στον υλικό κόσμο, δηλαδή χρησιμοποιούν το όνομα, την επωνυμία ή το σήμα τους, δεδομένων μάλιστα των περιορισμένων ορίων παροχής "domain name" για κάθε χρήση αλλά και της επιβαλλόμενης συντομίας για του είδους αυτού την επικοινωνία. Υπό τις ανωτέρω παραδοχές, η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος επιχείρησης, επωνυμίας, σήματος κ.λ.π. και "domain name" θα αρθεί κατ' αρχάς, με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας κατά τα εν γένει ισχύοντα. Έτσι το ομοειδές του "domain name" αλλά και της δραστηριότητας του κατόχου του με αντίστοιχο προγενέστερο διακριτικό γνώρισμα κ.λ.π., σαφώς συνηγορεί υπέρ της κατάφασης της προσβολής του προγενέστερου γνωρίσματος. Ο κίνδυνος σύγχυσης, ωστόσο, πρέπει να νοηθεί ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμα και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει η εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα η προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας. Απαιτείται, όμως, στην περίπτωση αυτή, να υπάρχει τουλάχιστον κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων, στους οποίους ανήκουν οι αντιμαχόμενες επιχειρήσεις, και τούτο διότι η έλλειψη κάθε σχέσης των οικονομικών κλάδων δραστηριότητας θα έχει κατά κανόνα ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα παραπλάνησης ενός αμελητέου τμήματος των σχετικών συναλλακτικών κύκλων, το οποίο δεν θα επαρκούσε για την αποδοχή του κινδύνου σύγχυσης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 του Ν 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού "απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικός ή γεωργικώς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξη αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενόμενης ζημίας". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του Ίδιου νόμου "όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τινός, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαίτερου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα, άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως. Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύμματος αυτών, εφόσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τίνος". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει 1) ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται η πράξη αφενός να έγινε προς το σκοπό του ανταγωνισμού και αφετέρου να αντίκειται στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που, κατά τη γενική αντίληψη, σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση (ΑΠ Ολ 2/2008) και 2) ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (ΑΠ 2026/2007, ΑΠ 1123/2002, ΑΠ 1780/1999). Ειδικότερα, διακριτικό γνώρισμα είναι το μέσο, με το οποίο εξατομικεύεται είτε το πρόσωπο (λ.χ. το όνομα του), είτε η επιχείρηση (λ.χ. διακριτικός τίτλος της), είτε το εμπόρευμα ή οι υπηρεσίες (λ.χ. το σήμα και ο διασχηματισμός). (ΑΠ 606/2005). Σε αντίθεση με τη γενική απαγορευτική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν 146/1914, που απαιτεί ανταγωνιστικό σκοπό, κατά την έννοια της πρόθεσης των άρθρων 914 και 919 ΑΚ, στην περίπτωση του άρθρου 13 του ίδιου νόμου αρκεί η χρήση να γίνεται κατά τρόπο, που μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, έστω και αν αυτή δεν γίνεται με ανταγωνιστικό σκοπό. Χρήση, που μπορεί να οδηγήσει σε σύγχυση, είναι η αυτούσια μίμηση και η παραποίηση, δηλαδή η χρησιμοποίηση με μικρές μεταβολές, που δεν αρκούν για να αποτραπεί η σύγχυση. Έτσι, η παραποίηση μπορεί να είναι οπτική, ηχητική, εννοιολογική ή και συνειρμική, τον δε κίνδυνο σύγχυσης μπορεί να δημιουργήσει η ομοιότητα λέξεων ή και αριθμών, που αποτελούν το γνώρισμα, εικόνων, ήχων, σχημάτων, χρωμάτων, σχεδίων, συσκευασιών, διαφημίσεων. Σημασία έχει η γενική εντύπωση, που δημιουργείται, ενώ ο κίνδυνος σύγχυσης δεν αποκλείεται, όταν η χρησιμοποίηση γίνεται με μικρές παραλλαγές (ΑΠ 1409/1980). Κίνδυνος σύγχυσης υπάρχει, όταν, λόγω ομοιότητας δύο διακριτικών γνωρισμάτων, μπορεί να δημιουργηθεί παραπλάνηση στους συναλλακτικούς κύκλους και συγκεκριμένα σε ένα όχι εντελώς ασήμαντο μέρος των πελατών, όσον αφορά στην προέλευση των εμπορευμάτων ή υπηρεσιών από ορισμένη επιχείρηση, είτε στην ταυτότητα της επιχείρησης, είτε στην ύπαρξη σχέσης συνεργασίας μεταξύ των δύο επιχειρήσεων. Τέτοια σύγχυση πρέπει να αποφεύγεται, διότι ο σαφής σκοπός του νομοθέτη είναι, να αποτρέπονται πεπλανημένες εντυπώσεις ως προς τη δραστηριότητα μιας επιχείρησης και εκμετάλλευση της καλής της φήμης από άλλη επιχείρηση. Προϋπόθεση για να δημιουργηθεί σύγχυση από τη χρήση των διακριτικών γνωρισμάτων είναι να έχουν διακριτική δύναμη, χωρίς την οποία δεν μπορούν να επιτελέσουν τον προορισμό τους. Ο βαθμός της διακριτικής δύναμης προσδιορίζει και την έκταση προστασίας. Η ύπαρξη κινδύνου συγχύσεως αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία όλων των διακριτικών γνωρισμάτων (ΑΠ 241/1991). Ο παραβάτης των ανωτέρω διατάξεων μπορεί να υποχρεωθεί σε παράλειψη χρήσεως του διακριτικού γνωρίσματος, από το οποίο μπορεί να προκληθεί η σύγχυση που προαναφέρθηκε ή και σε αποζημίωση εκείνου που ζημιώθηκε, αν γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει, ότι με τη χρήση αυτή μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 711/1988) ως και σε άρση της προσβολής, η οποία μπορεί να συνίσταται και στην κατάσχεση και καταστροφή. Ειδικότερα, αξίωση αποζημίωσης αναγνωρίζεται στον ζημιωθέντα τόσο στην περίπτωση του άρθρου 1 του Ν 146/1914 γενικά, όσο και στην περίπτωση του άρθρου 13 παρ. 18 του ίδιου νόμου, στη δεύτερη, όμως, περίπτωση μόνο, αν ο παραβάτης γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή από αμέλεια δεν γνώριζε), ότι με τη χρήση του ξένου διακριτικού γνωρίσματος μπορούσε να προκληθεί σύγχυση (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 241/1991). Σε περίπτωση αθέμιτου ανταγωνισμού δεν αποκλείεται και επί πλέον αξίωση για χρηματική ικανοποίηση της ηθικής βλάβης εκείνου, σε βάρος του οποίου έγινε η προσβολή, κατά τις διατάξεις περί αδικοπραξιών (άρθρα 914, 932 ΑΚ), εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, ήτοι όταν ο προσβάλλων ενεργεί με υπαιτιότητα. Περαιτέρω, η ως άνω γενική ρήτρα του άρθρου 1 του Ν 146/1914 εφαρμόζεται, συμπληρωματικά - επικουρικά και επί εμπορικού ή βιομηχανικού σήματος, εφόσον η προστασία, που παρέχουν οι ειδικές περί σημάτων διατάξεις του Ν 2239/1994 δεν επαρκεί. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 13 του Ν 146/1914 προκύπτει ότι, για να παρασχεθεί στο δικαιούχο σήματος η προβλεπόμενη από το νόμο για τον αθέμιτο ανταγωνισμό προστασία, απαιτείται, αφενός μεν πράξη, που να έγινε με σκοπό ανταγωνισμού, και αφετέρου με τη χρήση του ξένου σήματος, να υπάρχει δυνατότητα πρόκλησης σύγχυσης στον κοινό καταναλωτή, σχετικά με την προέλευση ομοίων προϊόντων, χωρίς την οποία (σύγχυση) δεν νοείται, όπως αναφέρθηκε, αθέμιτος ανταγωνισμός (ΑΠ 1131/1995, ΑΠ 310/1990). Εάν, όμως, το σήμα έχει επικρατήσει και ως διακριτικό γνώρισμα της επιχείρησης και λόγω της χρησιμοποίησης του από άλλον υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης, τότε το σήμα προστατεύεται και βάσει του άρθρου 13 του Ν 146/1914 "περί αθεμίτου ανταγωνισμού". Περαιτέρω, προς διάκριση της προέλευσης εμπορεύματος από συγκεκριμένο φορέα, δύναται είτε α) να κατατεθεί και καταχωρισθεί σήμα, είτε β) να χρησιμοποιηθεί στις συναλλαγές ένδειξη, η οποία δεν καταχωρίσθηκε ως σήμα. Στη δεύτερη περίπτωση, η ένδειξη προστατεύεται ως διασχηματισμός υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 13 του Ν 146/1914. Ως προς τον χρόνο έναρξης της προστασίας το σήμα διαφέρει από τον διασχηματισμό. Το μεν σήμα έχει προτεραιότητα από την τυπική πράξη της κατάθεσής του, δηλαδή η αμετάκλητη παραδοχή του σήματος και καταχώρισή του ενεργεί αναδρομικά από την δήλωσή του (άρθρο 19 παρ. 1 του ΑΝ 1998/1939 και. 15 Ν 2239/1994), ο δε διασχηματισμός από το ουσιαστικό γεγονός της καθιερώσεώς του στις συναλλαγές. Σε περίπτωση, κατά την οποία υφίσταται σύγκρουση μεταξύ σήματος αφενός και διακριτικού γνωρίσματος αφετέρου, τότε ισχύει ο κανόνας prior in tempore potior in iure. Ισχύει, δηλαδή, η αρχή της προτεραιότητας, υπό την προφανή έννοια ότι το παλαιότερον κτηθέν διακριτικό γνώρισμα υπερισχύει του νεοτέρου (ΑΠ 606/2005). Επομένως, σε περίπτωση, κατά την οποία προηγήθηκε η χρησιμοποίηση στις συναλλαγές διακριτικού γνωρίσματος, που έχει τα στοιχεία της ονοματικής λειτουργίας και της διακριτικής δυνάμεως, και στη συνέχεια ακολούθησε κατάθεση και αμετάκλητη παραδοχή σήματος, τότε - σύμφωνα με την προεκτεθείσα αρχή - υπερισχύει το διακριτικό γνώρισμα, οπότε ο δικαιούχος του τελευταίου, επικαλούμενος κατ' ένσταση την προτεραιότητά του, δικαιούται να αποκρούσει την επί παραλείψει αγωγή του δικαιούχου του σήματος, ως κάτοχος υπέρτερου δικαιώματος (ΑΠ 310/1990). Τέλος, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος που εμφανίζεται, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος (Ολομ. ΑΠ 18/2005, ΑΠ 26/2005). Δικαιούχος δε σήματος, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις του ν. 2239/1994 και ειδικότερα με τη διάταξη του άρθρου 25 αυτού, μπορεί να είναι και επαγγελματική ένωση προσώπων με νομική προσωπικότητα, οπότε γίνεται λόγος για "συλλογικό σήμα", που επιτελεί [όπως και το ατομικό σήμα] λειτουργία διάκρισης των προϊόντων ή υπηρεσιών, ως προερχομένων όμως από ομάδα επιχειρήσεων και ρυθμίζεται στο νόμο κατά βάση ομοίως με το ατομικό, με τη διαφορά ότι δικαίωμα χρήσεως αυτού δεν έχει ο δικαιούχος σύλλογος ή συνεταιρισμός, αλλά μόνο τα μέλη του. Σε περίπτωση πάντως προσβολής, στη δικαστική επιδίωξη των απορρεόντων από την καταχώριση του συλλογικού σήματος δικαιωμάτων, νομιμοποιείται κατ' αρχήν η ένωση [ως δικαιούχος] και όχι τα κατ' ιδίαν μέλη αυτής. Παρέπεται επομένως ότι αν επαγγελματική ένωση προσώπων [επιχειρηματικών] με νομική προσωπικότητα χρησιμοποιεί εν είδει σήματος και προς τον σκοπό διάκρισης και διαφήμισης των παρεχομένων υπό των μελών της προσφερομένων στο συναλλακτικό κοινό υπηρεσιών, τα οποία [μέλη της ένωσης] και αυτά εμφανίζονται στις συναλλαγές υπό τον ίδιο διακριτικό τίτλο, που όμως συνιστά απομίμηση ή παραποίηση σήματος που ανήκει σε άλλον, χωρίς την άδεια ή τη συναίνεση αυτού, προσβάλλοντας έτσι παράνομα το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης αυτού και δη κατά τρόπο που μπορεί να προκαλέσει στο κοινό σύγχυση, κατά την έννοια και τις διακρίσεις που προεκτέθηκαν, η ένωση νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση των σχετικών αγωγών, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι η ίδια δεν προσφέρει υπηρεσίες [ή προϊόντα] στο κοινό [αλλά τα κατ' ιδίαν μέλη της]. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών μετάφρασης και διερμηνείας και τις εφαρμογές της πληροφορικής στον τομέα της μετάφρασης, όπως προκύπτει από την παραδεκτή κατά το άρθρο 562§2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής της, εκθέτει με αυτή ότι δραστηριοποιείται στη Θεσσαλονίκη με το εν λόγω αντικείμενο από το έτος 1991, χρησιμοποιώντας σε όλες τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και τις συναλλαγές της, λειτουργώντας αρχικά ως ατομική επιχείρηση, τον διακριτικό τίτλο "LΕΧΙCΟΝ", υπό τον οποίο διαφημίζει και τις παρεχόμενες υπηρεσίες της. Ότι ο διευθύνων σύμβουλος και ιδρυτής αυτής Α. Γ. καταχώρησε προσωπικά τον ως άνω διακριτικό τίτλο, με την από 1.6.2000 δήλωση στο Υπουργείο Ανάπτυξης, με αριθμό 150803 στην κλάση 35, ήτοι για υπηρεσίες διαχείρισης εμπορικών υποθέσεων, διοίκησης εμπορικών επιχειρήσεων και εργασίες γραφείου και στην κλάση 42, ήτοι για υπηρεσίες προγραμματισμού για ηλεκτρονικούς υπολογιστές, προσαρμογή λογισμικού, μεταφράσεις και διερμηνείες, ο οποίος έγινε αμετάκλητα δεκτός με την υπ' αρ. 2773/2001 απόφαση της Διοικητικής Επιτροπής Σημάτων, ως ημεδαπό σήμα, που αποτελείται από τη λέξη LEXICΟΝ, με λατινικούς χαρακτήρες, σε πλάγια γραφή, μπλε χρώματος που συνδυάζεται με απεικόνιση, ήτοι έναν κύκλο μπλε χρώματος, την επιφάνεια του οποίου διασχίζουν διαμετρικά λευκές λωρίδες, οι οποίες ξεκινούν ως ευθείες και εν συνεχεία καμπυλώνουν διαγράφοντας ελλειπτικές τροχιές. Ότι το εν λόγω σήμα μεταβιβάσθηκε στην ίδια [ενάγουσα] ως ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της υπ' αρ 5262/28.3.2003 πράξης και έκτοτε είναι αυτή δικαιούχος του. Ότι επίσης αυτή διατηρεί από τις 17.12.1998 ιστοσελίδα στο διαδίκτυο, στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.lexicon.gr και από τις 11.9.2000 διατηρεί ιστοσελίδα, στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.lexicon.com.gr, τις οποίες έχει καταχωρήσει ως ονόματα περιοχής [domain names], τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία δυνάμει συμβάσεων με το αρμόδιο Ινστιτούτο Πληροφορικής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας και έχει ως εκ τούτου το αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης τους στο διαδίκτυο. Ότι από το καλοκαίρι του έτους 2005 υπέπεσε στην αντίληψή της πως σε διάφορες περιοχές της Θεσσαλονίκης δραστηριοποιούνται κέντρα ξένων γλωσσών και πληροφορικής τα οποία χρησιμοποιούν στις συναλλαγές τους, ήτοι, όπως ενδεικτικά αναφέρει, σε διαφημίσεις στον περιοδικό τύπο της Θεσσαλονίκης και σε λεωφορεία του ΟΑΣΘ, σε τοιχοκόλληση αφισών σε επίκαιρα σημεία της πόλης, σε ανάρτηση πινακίδων έξω από κέντρα ξένων γλωσσών και πληροφορικής, το σήμα LΕΧΙCΟΝ με λατινικούς χαρακτήρες μπλε, χρώματος, όπως δηλαδή και η ίδια, με τη διαφορά ότι πλάι στη λέξη απεικονίζεται ένα ανοιχτό βιβλίο και ένας κονδυλοφόρος. Ότι οι ιδιοκτήτες των εν λόγω φροντιστηρίων, μεταξύ των οποίων και η δευτέρα εναγομένη, είναι μέλη του πρώτου εναγόμενου συλλόγου, ο οποίος είχε συσταθεί υπό τον διακριτικό τίτλο LΕΧΙCΟΝ, χωρίς ωστόσο να έχει προβεί ποτέ στην καταχώρησή του, ενώ τα μέλη του, τα οποία είναι πρώην μέλη των φροντιστηρίων ξένων γλωσσών Σ. χρησιμοποιούν από τον Ιούλιο του 2005 το προαναφερόμενο σήμα LΕΧΙCΟΝ και όχι Σ., όπως διαφημιζόταν μέχρι τότε. Ότι παράλληλα οι εναγόμενοι διατηρούν ιστοσελίδα στο διαδίκτυο στην ηλεκτρονική διεύθυνση www.lexicon.edu.gr, χρησιμοποιούν δηλαδή το νομίμως καταχωρημένο από την ίδια [ενάγουσα] κατά τα προαναφερθέντα όνομα περιοχής, το οποίο αποτελεί λειτουργία σήματος στο χώρο του διαδικτύου. Ότι η ως άνω χρήση του σήματος LΕΧΙCΟΝ, του οποίου αποκλειστική δικαιούχος είναι η ίδια από τον πρώτο εναγόμενο σύλλογο και τα μέλη του, που αντλούν από εκείνον το δικαίωμα χρήσης του, δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο σύγχυσης στον μέσο καταναλωτή ως προς την προέλευση των παρεχομένων υπηρεσιών, δεδομένου ότι τόσον η ομοιότητα του σήματος της ίδιας και αυτού που χρησιμοποιούν στις συναλλαγές οι εναγόμενοι κατά παραποίηση άλλως απομίμηση του δικού της, όσο και η ομοιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών, αφού αμφότεροι δραστηριοποιούνται στον χώρο των ξένων γλωσσών δημιουργούν στον μέσο καταναλωτή την εύλογη πεποίθηση ότι οι υπηρεσίες των εναγομένων προέρχονται ή σχετίζονται οργανικά με τη δική της επιχείρηση [της ενάγουσας], πολύ δε περισσότερο ισχύει αυτό στον χώρο του διαδικτύου, λόγω του απροσδιορίστου αριθμού χρηστών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και αλλοδαποί. Ισχυριζόμενη δε τέλος η ενάγουσα ότι η ως άνω παράνομη, κατά την έννοια των διατάξεων του νόμου περί σημάτων, χρήση του σήματός της από τους εναγομένους, συνιστά παραλλήλως και αδικοπραξία καθόσον αυτή γίνεται εν γνώσει τους και με προφανή σκοπό να επωφεληθούν της καλής φήμης που έχει αποκτήσει αυτή στην αγορά, λόγω της υψηλής ποιότητας των παρεχομένων υπηρεσιών της και να παρελκύσουν την πελατεία της, με αποτέλεσμα να προσβάλλεται η εμπορική της πίστη και να έχει υποστεί ηθική βλάβη ζητεί α] να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και κάθε τρίτος που έλκει δικαίωμα από αυτούς να παύσουν κάθε χρήση του σήματος LΕΧΙCΟΝ, καθώς και του ονόματος περιοχής www.lexicon.edu.gr, και να παραλείπουν τη χρήση αυτή στο μέλλον, με την απειλή χρηματικής ποινής: ύψους 5000 ευρώ καθώς και προσωπικής κράτησης διαρκείας ενός έτους σε βάρος της δεύτερης από αυτούς για κάθε παράβαση, β] να απαγορευθεί στους εναγομένους και σε καθέναν που έλκει δικαίωμα από αυτούς να χρησιμοποιούν με οποιοδήποτε τρόπο το σήμα LΕΧΙCΟΝ, καθώς και το όνομα περιοχής www.lexicon.edu.gr, γ) να υποχρεωθούν αυτοί [εναγόμενοι] και κάθε τρίτος που έλκει δικαίωμα από αυτούς να αποσύρουν από την αγορά κάθε διαφημιστικό, έντυπο, οπτικοαουστικό ή άλλου είδους υλικό και γενικά ο,τιδήποτε και με οποιονδήποτε τρόπο φέρει ως άνω σήμα, δ] να αναγνωρισθεί ότι. είναι υπόχρεοι να καταβάλουν από κοινού και εις ολόκληρον ο καθένας τους στην ίδια [ενάγουσα], όπως αυτή παραδεκτώς, κατ' άρθρο 223 ΚΠολΔ, περιόρισε το αρχικά καταψηφιστικό ως προς το συγκεκριμένο κονδύλιο αίτημά της, μετατρέποντας αυτό σε αναγνωριστικό, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 100.000 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της αγωγής, ε] να διαταχθεί κατά της δεύτερης εναγομένης προσωπική κράτηση διαρκείας ενός [1] έτους ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως και στ] να διαταχθεί από το Δικαστήριο η δημοσίευση της απόφασης που θα εκδοθεί σε μία ημερήσια εφημερίδα της Θεσσαλονίκης με δαπάνη των εναγομένων. Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, επιχειρούμενη να θεμελιωθεί στις ως άνω διατάξεις του Ν. 2239/94 και ειδικότερα στην παράγραφο 1 εδ α' άρθρου 26. Και τούτο καθόσον ειδικότερα οι τομείς δραστηριότητας, οι υπηρεσίες των μερών, η προσέγγιση καναλιών διανομής των παρεχομένων υπηρεσιών και οι αποδέκτες αυτών δεν είναι ταυτόσημες, ούτε συγγενείς, αφού η μεν ενάγουσα έχει ως αντικείμενο επαγγελματικής δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών μετάφρασης και διερμηνείας, καθώς και τις εφαρμογές της πληροφορικής στον τομέα της μετάφρασης, ενώ οι παρεχόμενες από τα μέλη του πρώτου εναγομένου, μεταξύ των οποίων και η δεύτερη εναγομένη, υπηρεσίες αφορούν στην ιδιωτική εκπαίδευση-εκμάθηση ξένων γλωσσών και πληροφορικής, απευθυνόμενοι σε μαθητές και σπουδαστές με αποτέλεσμα να αποκλείεται εξ αντικειμένου ο επικαλούμενος κίνδυνος σύγχυσης όσον αφορά την προέλευση των προσφερομένων και διαφημιζομένων υπηρεσιών, λαμβανομένης υπόψη και της διαφορετικότητας της όλης απεικονίσεως του σήματος της ενάγουσας ανώνυμης εταιρείας και εκείνης του διακριτικού τίτλου των εναγομένων, στην οποία το μόνο κοινό στοιχείο είναι η σε κάθε περίπτωση κοινής χρήσεως λέξη "LEXICON". Εξάλλου, όσον αφορά ειδικότερα το διαδίκτυο ενόψει του περιορισμένου αριθμού των διαθεσίμων ονομάτων χώρου, αλλά και την ευρύτατη εμβέλεια των τοποθεσιών διαδικτύου, αρκεί μία ελάχιστη διαφοροποίηση μεταξύ διαφορετικών ονομάτων χώρου και στην ένδικη περίπτωση οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ως όνομα περιοχής την επί πλέον προσθήκη "edu" [ήτοι education, που σημαίνει εκπαίδευση - μόρφωση - εκπαιδευτικός -μορφωτικός]. Πρέπει, δε να σημειωθεί ότι στην αγωγή δεν γίνεται επίκληση σήματος φήμης ούτε περιλαμβάνονται και δη σωρευτικά τα αναγκαία για τη θεμελίωσή του, κατά την έννοια που προεκτέθηκε στην οικεία μείζονα σκέψη, περιστατικά - προϋποθέσεις ώστε να παρέχεται στον δικαιούχο η σχετική προστασία ακόμη και αν πρόκειται για προϊόντα ή υπηρεσίες που δεν ομοιάζουν με εκείνα για τα οποία έχει καταχωρηθεί και προορίζεται να διακρίνει το σήμα, οπότε η χρησιμοποίηση του μεταγενέστερου σήματος ή διακριτικού γνωρίσματος θα προσπόριζε στον τρίτο, που το χρησιμοποιεί, χωρίς εύλογη αιτία, αθέμιτο όφελος από τον διακριτικό χαρακτήρα ή τη φήμη του προγενέστερου ή θα έβλαπτε τον διακριτικό χαρακτήρα ή την φήμη αυτού [άρθρα 4 παρ 1γ και 26 παρ 1 εδ β' ν. 2239/94]. Επομένως το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και ακολούθως την έφεση (και όχι την αγωγή) ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, ορθώς ερμήνευσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις ουσιαστικού νόμου, δεν κήρυξε απαράδεκτο παρά το νόμο, ούτε κατέστησε χείρονα τη θέση της ήδη αναιρεσείουσας ως εκκαλούσας. Συνεπώς, ο πρώτος, ο τρίτος και ο τέταρτος, εκ του άρθρου 559 αρ.1 και 14, ΚΠολΔ, αντίθετοι, λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνον αν εχώρησε κατ' ουσίαν κρίση, πράγμα το οποίο δεν συνέβη στην προκειμένη περίπτωση. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη διάδικος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων (άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25-2-2010 αίτηση της εταιρίας με την επωνυμία "LEXICON Εφαρμογές Μετάφρασης Α.Ε.", περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 2312/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.-
(...)



Σχόλιο: Η παραπάνω απόφαση έκρινε, αφενός, το ζήτημα της σύγκρουσης σήματος και διακριτικού γνωρίσματος και, αφετέρου, το ζήτημα της σύγκρουσης ονομάτων χώρου. Ως προς το πρώτο ζήτημα, η απόφαση είναι απολύτως θεμελιωμένη και δέχεται ότι δεν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από τη χρήση διακριτικού γνωρίσματος ταυτόσημου με κατοχυρωμένο σήμα, διότι οι τομείς δραστηριότητας, οι υπηρεσίες των μερών, η προσέγγιση καναλιών διανομής των παρεχομένων υπηρεσιών και οι αποδέκτες αυτών δεν είναι ταυτόσημες, ούτε συγγενείς, 

Όσον αφορά το δεύτερο ζήτημα πρέπει να σημειωθούν τα εξής: 
α) η απόφαση αναφέρει ότι το "domain name" δεν μπορεί κατ' αρχήν να ταυτισθεί με την εμπορική επωνυμία, το διακριτικό τίτλο και το εμπορικό σήμα, αλλά σε αυτό αποδίδεται λειτουργία τόσο διακριτικού τίτλου όσο και σήματος, κατά έμμεσο τρόπο, όταν αυτό χρησιμοποιείται ως διακριτικό στοιχείο για το πρόσωπο ή την επιχείρηση στο διαδίκτυο, διότι, όπως και τα προηγούμενα, έχει πρωταρχικά εξατομικευτική και αναγνωριστική λειτουργία. Δύσκολα, ωστόσο, θα μπορούσε να δεχθεί κανείς ότι στο όνομα χώρου αποδίδεται οιονεί λειτουργία διακριτικού τίτλου και σήματος, αλλά αντιθέτως μόνο λειτουργία οιονεί διακριτικού γνωρίσματος μπορεί να αποδοθεί σε αυτό, καθώς για την απόκτηση δικαιώματος σε σήμα, απαιτείται κατάθεση στην αρμόδια υπηρεσία,

β) η απόφαση δέχεται ότι η σύγκρουση μεταξύ διακριτικού γνωρίσματος και ονόματος χώρου θα αρθεί με βάση την αρχή της χρονικής προτεραιότητας, ωστόσο, ο κίνδυνο σύγχυσης πρέπει να νοείται ευρέως, ώστε να μην αποκλείεται ακόμα και όταν η μεταγενέστερη επιχείρηση παράγει η εμπορεύεται ανόμοια προϊόντα η προσφέρει ανόμοιες υπηρεσίες, αφού και στην περίπτωση αυτή ο καταναλωτής μπορεί να σχηματίσει την εντύπωση ότι τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες προέρχονται από την ίδια επιχείρηση ή ότι ανάμεσα στις δύο επιχειρήσεις υπάρχει σχέση συνεργασίας, αλλά θα πρέπει και τότε να υπάρχει κάποια εγγύτητα ή συγγένεια των οικονομικών κλάδων και 

γ) τέλος, δέχεται ότι όψει του περιορισμένου αριθμού των διαθεσίμων ονομάτων χώρου, αλλά και την ευρύτατη εμβέλεια των τοποθεσιών διαδικτύου, αρκεί μία ελάχιστη διαφοροποίηση μεταξύ διαφορετικών ονομάτων χώρου και στην ένδικη περίπτωση οι εναγόμενοι χρησιμοποιούν με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, ως όνομα περιοχής την επί πλέον προσθήκη "edu" [ήτοι education, που σημαίνει εκπαίδευση - μόρφωση - εκπαιδευτικός -μορφωτικός]. Σε αυτήν την κρίση της απόφασης δεν μπορεί να συμφωνήσει κανείς, διότι το ζήτημα είναι αν υπάρχει κίνδυνος σύγχυσης από τη χρήση των δύο ονομάτων χώρου και για το σκοπό αυτό, πρέπει να εξετασθεί αν υπάρχει εγγύτητα ή συγγένεια οικονομικών κλάδων που δραστηριοποιούνται οι επιχειρήσεις. Με την προσθήκη της κατάληξης .edu.gr στο όνομα χώρου που είναι ταυτόσημο με το όνομα χώρου της ενάγουσας, αλλά διαφέρει στην κατάληξη, δεν αίρεται το πρόβλημα της χρήσης ταυτόσημων ονομάτων χώρου.

Ι. Ιγγλεζάκης, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ








Τρίτη, 19 Μαΐου 2015

The new EU Legal Framework for identity management


On 1 July 2016, the EU Regulation on Electronic Identification and Trust Services will enter into force. The new Regulation will replace the current legislation, which is based on the 1999 Directive on Electronic Signatures. The new Regulation will be the main legal framework regulating identity management services.

According to Marten Voulon:

The main rule of the 1999 Directive is that an electronic signature has the same legal effect as a handwritten signature. Although this may have made sense at the time, in hindsight it is questionable whether this is the best approach. Although there is common ground, identification & authentication and signing are not the same. So if in practice only identification & authentication needs to be performed, the Directive would have no added value. Confusingly however, the Directive defines the electronic signature in part as a “method of authentication”, thereby mixing up identification & authentication and signing. Furthermore, from a legal point of view, signatures are only needed in specific situations. Merely stating that an electronic signature is “legally valid” is meaningless. 

The new Regulation seeks to enhance trust in electronic transactions in the internal market by providing a common foundation for secure electronic interaction between citizens, businesses and public authorities, thereby increasing the effectiveness of public and private online services, electronic business and electronic commerce in the Union. It enhances and expands the EU legal acquis in this area.

One of the objectives of this Regulation is to remove existing barriers to the cross-border use of electronic identification means used in the Member States to authenticate, for at least public services. This Regulation does not aim to intervene with regard to electronic identity management systems and related infrastructures established in Member States. The aim of this Regulation is to ensure that for access to cross-border online services offered by Member States, secure electronic identification and authentication is possible.

This Regulation should also establish a general legal framework for the use of trust services. However, it should not create a general obligation to use them or to install an access point for all existing trust services. In particular, it should not cover the provision of services used exclusively within closed systems between a defined set of participants, which have no effect on third parties. For example, systems set up in businesses or public administrations to manage internal procedures making use of trust services should not be subject to the requirements of this Regulation. Only trust services provided to the public having effects on third parties should meet the requirements laid down in the Regulation. Neither should this Regulation cover aspects related to the conclusion and validity of contracts or other legal obligations where there are requirements as regards form laid down by national or Union law. In addition, it should not affect national form requirements pertaining to public registers, in particular commercial and land registers.


It follows the text of the Regulation:


REGULATION (EU) No 910/2014 OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL
of 23 July 2014
on electronic identification and trust services for electronic transactions in the internal market and repealing Directive 1999/93/EC



CHAPTER I
GENERAL PROVISIONS
Article 1
Subject matter
With a view to ensuring the proper functioning of the internal market while aiming at an adequate level of security of electronic identification means and trust services this Regulation:
(a)
lays down the conditions under which Member States recognise electronic identification means of natural and legal persons falling under a notified electronic identification scheme of another Member State;
(b)
lays down rules for trust services, in particular for electronic transactions; and
(c)
establishes a legal framework for electronic signatures, electronic seals, electronic time stamps, electronic documents, electronic registered delivery services and certificate services for website authentication.
Article 2
Scope
1.   This Regulation applies to electronic identification schemes that have been notified by a Member State, and to trust service providers that are established in the Union.
2.   This Regulation does not apply to the provision of trust services that are used exclusively within closed systems resulting from national law or from agreements between a defined set of participants.
3.   This Regulation does not affect national or Union law related to the conclusion and validity of contracts or other legal or procedural obligations relating to form.
Article 3
Definitions
For the purposes of this Regulation, the following definitions apply:
(1)
‘electronic identification’ means the process of using person identification data in electronic form uniquely representing either a natural or legal person, or a natural person representing a legal person;
(2)
‘electronic identification means’ means a material and/or immaterial unit containing person identification data and which is used for authentication for an online service;
(3)
‘person identification data’ means a set of data enabling the identity of a natural or legal person, or a natural person representing a legal person to be established;
(4)
‘electronic identification scheme’ means a system for electronic identification under which electronic identification means are issued to natural or legal persons, or natural persons representing legal persons;
(5)
‘authentication’ means an electronic process that enables the electronic identification of a natural or legal person, or the origin and integrity of data in electronic form to be confirmed;
(6)
‘relying party’ means a natural or legal person that relies upon an electronic identification or a trust service;
(7)
‘public sector body’ means a state, regional or local authority, a body governed by public law or an association formed by one or several such authorities or one or several such bodies governed by public law, or a private entity mandated by at least one of those authorities, bodies or associations to provide public services, when acting under such a mandate;
(8)
‘body governed by public law’ means a body defined in point (4) of Article 2(1) of Directive 2014/24/EU of the European Parliament and of the Council (15);
(9)
‘signatory’ means a natural person who creates an electronic signature;
(10)
‘electronic signature’ means data in electronic form which is attached to or logically associated with other data in electronic form and which is used by the signatory to sign;
(11)
‘advanced electronic signature’ means an electronic signature which meets the requirements set out in Article 26;
(12)
‘qualified electronic signature’ means an advanced electronic signature that is created by a qualified electronic signature creation device, and which is based on a qualified certificate for electronic signatures;
(13)
‘electronic signature creation data’ means unique data which is used by the signatory to create an electronic signature;
(14)
‘certificate for electronic signature’ means an electronic attestation which links electronic signature validation data to a natural person and confirms at least the name or the pseudonym of that person;
(15)
‘qualified certificate for electronic signature’ means a certificate for electronic signatures, that is issued by a qualified trust service provider and meets the requirements laid down in Annex I;
(16)
‘trust service’ means an electronic service normally provided for remuneration which consists of:
(a)
the creation, verification, and validation of electronic signatures, electronic seals or electronic time stamps, electronic registered delivery services and certificates related to those services, or
(b)
the creation, verification and validation of certificates for website authentication; or
(c)
the preservation of electronic signatures, seals or certificates related to those services;
(17)
‘qualified trust service’ means a trust service that meets the applicable requirements laid down in this Regulation;
(18)
‘conformity assessment body’ means a body defined in point 13 of Article 2 of Regulation (EC) No 765/2008, which is accredited in accordance with that Regulation as competent to carry out conformity assessment of a qualified trust service provider and the qualified trust services it provides;
(19)
‘trust service provider’ means a natural or a legal person who provides one or more trust services either as a qualified or as a non-qualified trust service provider;
(20)
‘qualified trust service provider’ means a trust service provider who provides one or more qualified trust services and is granted the qualified status by the supervisory body;
(21)
‘product’ means hardware or software, or relevant components of hardware or software, which are intended to be used for the provision of trust services;
(22)
‘electronic signature creation device’ means configured software or hardware used to create an electronic signature;
(23)
‘qualified electronic signature creation device’ means an electronic signature creation device that meets the requirements laid down in Annex II;
(24)
‘creator of a seal’ means a legal person who creates an electronic seal;
(25)
‘electronic seal’ means data in electronic form, which is attached to or logically associated with other data in electronic form to ensure the latter’s origin and integrity;
(26)
‘advanced electronic seal’ means an electronic seal, which meets the requirements set out in Article 36;
(27)
‘qualified electronic seal’ means an advanced electronic seal, which is created by a qualified electronic seal creation device, and that is based on a qualified certificate for electronic seal;
(28)
‘electronic seal creation data’ means unique data, which is used by the creator of the electronic seal to create an electronic seal;
(29)
‘certificate for electronic seal’ means an electronic attestation that links electronic seal validation data to a legal person and confirms the name of that person;
(30)
‘qualified certificate for electronic seal’ means a certificate for an electronic seal, that is issued by a qualified trust service provider and meets the requirements laid down in Annex III;
(31)
‘electronic seal creation device’ means configured software or hardware used to create an electronic seal;
(32)
‘qualified electronic seal creation device’ means an electronic seal creation device that meets mutatis mutandis the requirements laid down in Annex II;
(33)
‘electronic time stamp’ means data in electronic form which binds other data in electronic form to a particular time establishing evidence that the latter data existed at that time;
(34)
‘qualified electronic time stamp’ means an electronic time stamp which meets the requirements laid down in Article 42;
(35)
‘electronic document’ means any content stored in electronic form, in particular text or sound, visual or audiovisual recording;
(36)
‘electronic registered delivery service’ means a service that makes it possible to transmit data between third parties by electronic means and provides evidence relating to the handling of the transmitted data, including proof of sending and receiving the data, and that protects transmitted data against the risk of loss, theft, damage or any unauthorised alterations;
(37)
‘qualified electronic registered delivery service’ means an electronic registered delivery service which meets the requirements laid down in Article 44;
(38)
‘certificate for website authentication’ means an attestation that makes it possible to authenticate a website and links the website to the natural or legal person to whom the certificate is issued;
(39)
‘qualified certificate for website authentication’ means a certificate for website authentication, which is issued by a qualified trust service provider and meets the requirements laid down in Annex IV;
(40)
‘validation data’ means data that is used to validate an electronic signature or an electronic seal;
(41)
‘validation’ means the process of verifying and confirming that an electronic signature or a seal is valid.
Article 4
Internal market principle
1.   There shall be no restriction on the provision of trust services in the territory of a Member State by a trust service provider established in another Member State for reasons that fall within the fields covered by this Regulation.
2.   Products and trust services that comply with this Regulation shall be permitted to circulate freely in the internal market.
Article 5
Data processing and protection
1.   Processing of personal data shall be carried out in accordance with Directive 95/46/EC.
2.   Without prejudice to the legal effect given to pseudonyms under national law, the use of pseudonyms in electronic transactions shall not be prohibited.
CHAPTER II
ELECTRONIC IDENTIFICATION
Article 6
Mutual recognition
1.   When an electronic identification using an electronic identification means and authentication is required under national law or by administrative practice to access a service provided by a public sector body online in one Member State, the electronic identification means issued in another Member State shall be recognised in the first Member State for the purposes of cross-border authentication for that service online, provided that the following conditions are met:
(a)
the electronic identification means is issued under an electronic identification scheme that is included in the list published by the Commission pursuant to Article 9;
(b)
the assurance level of the electronic identification means corresponds to an assurance level equal to or higher than the assurance level required by the relevant public sector body to access that service online in the first Member State, provided that the assurance level of that electronic identification means corresponds to the assurance level substantial or high;
(c)
the relevant public sector body uses the assurance level substantial or high in relation to accessing that service online.
Such recognition shall take place no later than 12 months after the Commission publishes the list referred to in point (a) of the first subparagraph.
2.   An electronic identification means which is issued under an electronic identification scheme included in the list published by the Commission pursuant to Article 9 and which corresponds to the assurance level low may be recognised by public sector bodies for the purposes of cross-border authentication for the service provided online by those bodies.
Article 7
Eligibility for notification of electronic identification schemes
An electronic identification scheme shall be eligible for notification pursuant to Article 9(1) provided that all of the following conditions are met:
(a)
the electronic identification means under the electronic identification scheme are issued:
(i)
by the notifying Member State;
(ii)
under a mandate from the notifying Member State; or
(iii)
independently of the notifying Member State and are recognised by that Member State;
(b)
the electronic identification means under the electronic identification scheme can be used to access at least one service which is provided by a public sector body and which requires electronic identification in the notifying Member State;
(c)
the electronic identification scheme and the electronic identification means issued thereunder meet the requirements of at least one of the assurance levels set out in the implementing act referred to in Article 8(3);
(d)
the notifying Member State ensures that the person identification data uniquely representing the person in question is attributed, in accordance with the technical specifications, standards and procedures for the relevant assurance level set out in the implementing act referred to in Article 8(3), to the natural or legal person referred to in point 1 of Article 3 at the time the electronic identification means under that scheme is issued;
(e)
the party issuing the electronic identification means under that scheme ensures that the electronic identification means is attributed to the person referred to in point (d) of this Article in accordance with the technical specifications, standards and procedures for the relevant assurance level set out in the implementing act referred to in Article 8(3);
(f)
the notifying Member State ensures the availability of authentication online, so that any relying party established in the territory of another Member State is able to confirm the person identification data received in electronic form.
For relying parties other than public sector bodies the notifying Member State may define terms of access to that authentication. The cross-border authentication shall be provided free of charge when it is carried out in relation to a service online provided by a public sector body.
Member States shall not impose any specific disproportionate technical requirements on relying parties intending to carry out such authentication, where such requirements prevent or significantly impede the interoperability of the notified electronic identification schemes;
(g)
at least six months prior to the notification pursuant to Article 9(1), the notifying Member State provides the other Member States for the purposes of the obligation under Article 12(5) a description of that scheme in accordance with the procedural arrangements established by the implementing acts referred to in Article 12(7);
(h)
the electronic identification scheme meets the requirements set out in the implementing act referred to in Article 12(8).
Article 8
Assurance levels of electronic identification schemes
1.   An electronic identification scheme notified pursuant to Article 9(1) shall specify assurance levels low, substantial and/or high for electronic identification means issued under that scheme.
2.   The assurance levels low, substantial and high shall meet respectively the following criteria:
(a)
assurance level low shall refer to an electronic identification means in the context of an electronic identification scheme, which provides a limited degree of confidence in the claimed or asserted identity of a person, and is characterised with reference to technical specifications, standards and procedures related thereto, including technical controls, the purpose of which is to decrease the risk of misuse or alteration of the identity;
(b)
assurance level substantial shall refer to an electronic identification means in the context of an electronic identification scheme, which provides a substantial degree of confidence in the claimed or asserted identity of a person, and is characterised with reference to technical specifications, standards and procedures related thereto, including technical controls, the purpose of which is to decrease substantially the risk of misuse or alteration of the identity;
(c)
assurance level high shall refer to an electronic identification means in the context of an electronic identification scheme, which provides a higher degree of confidence in the claimed or asserted identity of a person than electronic identification means with the assurance level substantial, and is characterised with reference to technical specifications, standards and procedures related thereto, including technical controls, the purpose of which is to prevent misuse or alteration of the identity.
3.   By 18 September 2015, taking into account relevant international standards and subject to paragraph 2, the Commission shall, by means of implementing acts, set out minimum technical specifications, standards and procedures with reference to which assurance levels low, substantial and high are specified for electronic identification means for the purposes of paragraph 1.
Those minimum technical specifications, standards and procedures shall be set out by reference to the reliability and quality of the following elements:
(a)
the procedure to prove and verify the identity of natural or legal persons applying for the issuance of electronic identification means;
(b)
the procedure for the issuance of the requested electronic identification means;
(c)
the authentication mechanism, through which the natural or legal person uses the electronic identification means to confirm its identity to a relying party;
(d)
the entity issuing the electronic identification means;
(e)
any other body involved in the application for the issuance of the electronic identification means; and
(f)
the technical and security specifications of the issued electronic identification means.
Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 9
Notification
1.   The notifying Member State shall notify to the Commission the following information and, without undue delay, any subsequent changes thereto:
(a)
a description of the electronic identification scheme, including its assurance levels and the issuer or issuers of electronic identification means under the scheme;
(b)
the applicable supervisory regime and information on the liability regime with respect to the following:
(i)
the party issuing the electronic identification means; and
(ii)
the party operating the authentication procedure;
(c)
the authority or authorities responsible for the electronic identification scheme;
(d)
information on the entity or entities which manage the registration of the unique person identification data;
(e)
a description of how the requirements set out in the implementing acts referred to in Article 12(8) are met;
(f)
a description of the authentication referred to in point (f) of Article 7;
(g)
arrangements for suspension or revocation of either the notified electronic identification scheme or authentication or the compromised parts concerned.
2.   One year from the date of application of the implementing acts referred to in Articles 8(3) and 12(8), the Commission shall publish in the Official Journal of the European Union a list of the electronic identification schemes which were notified pursuant to paragraph 1 of this Article and the basic information thereon.
3.   If the Commission receives a notification after the expiry of the period referred to in paragraph 2, it shall publish in the Official Journal of the European Union the amendments to the list referred to in paragraph 2 within two months from the date of receipt of that notification.
4.   A Member State may submit to the Commission a request to remove an electronic identification scheme notified by that Member State from the list referred to in paragraph 2. The Commission shall publish in the Official Journal of the European Union the corresponding amendments to the list within one month from the date of receipt of the Member State’s request.
5.   The Commission may, by means of implementing acts, define the circumstances, formats and procedures of notifications under paragraph 1. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 10
Security breach
1.   Where either the electronic identification scheme notified pursuant to Article 9(1) or the authentication referred to in point (f) of Article 7 is breached or partly compromised in a manner that affects the reliability of the cross-border authentication of that scheme, the notifying Member State shall, without delay, suspend or revoke that cross-border authentication or the compromised parts concerned, and shall inform other Member States and the Commission.
2.   When the breach or compromise referred to in paragraph 1 is remedied, the notifying Member State shall re-establish the cross-border authentication and shall inform other Member States and the Commission without undue delay.
3.   If the breach or compromise referred to in paragraph 1 is not remedied within three months of the suspension or revocation, the notifying Member State shall notify other Member States and the Commission of the withdrawal of the electronic identification scheme.
The Commission shall publish in the Official Journal of the European Union the corresponding amendments to the list referred to in Article 9(2) without undue delay.
Article 11
Liability
1.   The notifying Member State shall be liable for damage caused intentionally or negligently to any natural or legal person due to a failure to comply with its obligations under points (d) and (f) of Article 7 in a cross-border transaction.
2.   The party issuing the electronic identification means shall be liable for damage caused intentionally or negligently to any natural or legal person due to a failure to comply with the obligation referred to in point (e) of Article 7 in a cross-border transaction.
3.   The party operating the authentication procedure shall be liable for damage caused intentionally or negligently to any natural or legal person due to a failure to ensure the correct operation of the authentication referred to in point (f) of Article 7 in a cross-border transaction.
4.   Paragraphs 1, 2 and 3 shall be applied in accordance with national rules on liability.
5.   Paragraphs 1, 2 and 3 are without prejudice to the liability under national law of parties to a transaction in which electronic identification means falling under the electronic identification scheme notified pursuant to Article 9(1) are used.
Article 12
Cooperation and interoperability
1.   The national electronic identification schemes notified pursuant to Article 9(1) shall be interoperable.
2.   For the purposes of paragraph 1, an interoperability framework shall be established.
3.   The interoperability framework shall meet the following criteria:
(a)
it aims to be technology neutral and does not discriminate between any specific national technical solutions for electronic identification within a Member State;
(b)
it follows European and international standards, where possible;
(c)
it facilitates the implementation of the principle of privacy by design; and
(d)
it ensures that personal data is processed in accordance with Directive 95/46/EC.
4.   The interoperability framework shall consist of:
(a)
a reference to minimum technical requirements related to the assurance levels under Article 8;
(b)
a mapping of national assurance levels of notified electronic identification schemes to the assurance levels under Article 8;
(c)
a reference to minimum technical requirements for interoperability;
(d)
a reference to a minimum set of person identification data uniquely representing a natural or legal person, which is available from electronic identification schemes;
(e)
rules of procedure;
(f)
arrangements for dispute resolution; and
(g)
common operational security standards.
5.   Member States shall cooperate with regard to the following:
(a)
the interoperability of the electronic identification schemes notified pursuant to Article 9(1) and the electronic identification schemes which Member States intend to notify; and
(b)
the security of the electronic identification schemes.
6.   The cooperation between Member States shall consist of:
(a)
the exchange of information, experience and good practice as regards electronic identification schemes and in particular technical requirements related to interoperability and assurance levels;
(b)
the exchange of information, experience and good practice as regards working with assurance levels of electronic identification schemes under Article 8;
(c)
peer review of electronic identification schemes falling under this Regulation; and
(d)
examination of relevant developments in the electronic identification sector.
7.   By 18 March 2015, the Commission shall, by means of implementing acts, establish the necessary procedural arrangements to facilitate the cooperation between the Member States referred to in paragraphs 5 and 6 with a view to fostering a high level of trust and security appropriate to the degree of risk.
8.   By 18 September 2015, for the purpose of setting uniform conditions for the implementation of the requirement under paragraph 1, the Commission shall, subject to the criteria set out in paragraph 3 and taking into account the results of the cooperation between Member States, adopt implementing acts on the interoperability framework as set out in paragraph 4.
9.   The implementing acts referred to in paragraphs 7 and 8 of this Article shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
CHAPTER III
TRUST SERVICES
SECTION 1
General provisions
Article 13
Liability and burden of proof
1.   Without prejudice to paragraph 2, trust service providers shall be liable for damage caused intentionally or negligently to any natural or legal person due to a failure to comply with the obligations under this Regulation.
The burden of proving intention or negligence of a non-qualified trust service provider shall lie with the natural or legal person claiming the damage referred to in the first subparagraph.
The intention or negligence of a qualified trust service provider shall be presumed unless that qualified trust service provider proves that the damage referred to in the first subparagraph occurred without the intention or negligence of that qualified trust service provider.
2.   Where trust service providers duly inform their customers in advance of the limitations on the use of the services they provide and where those limitations are recognisable to third parties, trust service providers shall not be liable for damages arising from the use of services exceeding the indicated limitations.
3.   Paragraphs 1 and 2 shall be applied in accordance with national rules on liability.
Article 14
International aspects
1.   Trust services provided by trust service providers established in a third country shall be recognised as legally equivalent to qualified trust services provided by qualified trust service providers established in the Union where the trust services originating from the third country are recognised under an agreement concluded between the Union and the third country in question or an international organisation in accordance with Article 218 TFEU.
2.   Agreements referred to in paragraph 1 shall ensure, in particular, that:
(a)
the requirements applicable to qualified trust service providers established in the Union and the qualified trust services they provide are met by the trust service providers in the third country or international organisations with which the agreement is concluded, and by the trust services they provide;
(b)
the qualified trust services provided by qualified trust service providers established in the Union are recognised as legally equivalent to trust services provided by trust service providers in the third country or international organisation with which the agreement is concluded.
Article 15
Accessibility for persons with disabilities
Where feasible, trust services provided and end-user products used in the provision of those services shall be made accessible for persons with disabilities.
Article 16
Penalties
Member States shall lay down the rules on penalties applicable to infringements of this Regulation. The penalties provided for shall be effective, proportionate and dissuasive.
SECTION 2
Supervision
Article 17
Supervisory body
1.   Member States shall designate a supervisory body established in their territory or, upon mutual agreement with another Member State, a supervisory body established in that other Member State. That body shall be responsible for supervisory tasks in the designating Member State.
Supervisory bodies shall be given the necessary powers and adequate resources for the exercise of their tasks.
2.   Member States shall notify to the Commission the names and the addresses of their respective designated supervisory bodies.
3.   The role of the supervisory body shall be the following:
(a)
to supervise qualified trust service providers established in the territory of the designating Member State to ensure, through ex ante and ex post supervisory activities, that those qualified trust service providers and the qualified trust services that they provide meet the requirements laid down in this Regulation;
(b)
to take action if necessary, in relation to non-qualified trust service providers established in the territory of the designating Member State, through ex post supervisory activities, when informed that those non-qualified trust service providers or the trust services they provide allegedly do not meet the requirements laid down in this Regulation.
4.   For the purposes of paragraph 3 and subject to the limitations provided therein, the tasks of the supervisory body shall include in particular:
(a)
to cooperate with other supervisory bodies and provide them with assistance in accordance with Article 18;
(b)
to analyse the conformity assessment reports referred to in Articles 20(1) and 21(1);
(c)
to inform other supervisory bodies and the public about breaches of security or loss of integrity in accordance with Article 19(2);
(d)
to report to the Commission about its main activities in accordance with paragraph 6 of this Article;
(e)
to carry out audits or request a conformity assessment body to perform a conformity assessment of the qualified trust service providers in accordance with Article 20(2);
(f)
to cooperate with the data protection authorities, in particular, by informing them without undue delay, about the results of audits of qualified trust service providers, where personal data protection rules appear to have been breached;
(g)
to grant qualified status to trust service providers and to the services they provide and to withdraw this status in accordance with Articles 20 and 21;
(h)
to inform the body responsible for the national trusted list referred to in Article 22(3) about its decisions to grant or to withdraw qualified status, unless that body is also the supervisory body;
(i)
to verify the existence and correct application of provisions on termination plans in cases where the qualified trust service provider ceases its activities, including how information is kept accessible in accordance with point (h) of Article 24(2);
(j)
to require that trust service providers remedy any failure to fulfil the requirements laid down in this Regulation.
5.   Member States may require the supervisory body to establish, maintain and update a trust infrastructure in accordance with the conditions under national law.
6.   By 31 March each year, each supervisory body shall submit to the Commission a report on its previous calendar year’s main activities together with a summary of breach notifications received from trust service providers in accordance with Article 19(2).
7.   The Commission shall make the annual report referred to in paragraph 6 available to Member States.
8.   The Commission may, by means of implementing acts, define the formats and procedures for the report referred to in paragraph 6. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 18
Mutual assistance
1.   Supervisory bodies shall cooperate with a view to exchanging good practice.
A supervisory body shall, upon receipt of a justified request from another supervisory body, provide that body with assistance so that the activities of supervisory bodies can be carried out in a consistent manner. Mutual assistance may cover, in particular, information requests and supervisory measures, such as requests to carry out inspections related to the conformity assessment reports as referred to in Articles 20 and 21.
2.   A supervisory body to which a request for assistance is addressed may refuse that request on any of the following grounds:
(a)
the supervisory body is not competent to provide the requested assistance;
(b)
the requested assistance is not proportionate to supervisory activities of the supervisory body carried out in accordance with Article 17;
(c)
providing the requested assistance would be incompatible with this Regulation.
3.   Where appropriate, Member States may authorise their respective supervisory bodies to carry out joint investigations in which staff from other Member States’ supervisory bodies is involved. The arrangements and procedures for such joint actions shall be agreed upon and established by the Member States concerned in accordance with their national law.
Article 19
Security requirements applicable to trust service providers
1.   Qualified and non-qualified trust service providers shall take appropriate technical and organisational measures to manage the risks posed to the security of the trust services they provide. Having regard to the latest technological developments, those measures shall ensure that the level of security is commensurate to the degree of risk. In particular, measures shall be taken to prevent and minimise the impact of security incidents and inform stakeholders of the adverse effects of any such incidents.
2.   Qualified and non-qualified trust service providers shall, without undue delay but in any event within 24 hours after having become aware of it, notify the supervisory body and, where applicable, other relevant bodies, such as the competent national body for information security or the data protection authority, of any breach of security or loss of integrity that has a significant impact on the trust service provided or on the personal data maintained therein.
Where the breach of security or loss of integrity is likely to adversely affect a natural or legal person to whom the trusted service has been provided, the trust service provider shall also notify the natural or legal person of the breach of security or loss of integrity without undue delay.
Where appropriate, in particular if a breach of security or loss of integrity concerns two or more Member States, the notified supervisory body shall inform the supervisory bodies in other Member States concerned and ENISA.
The notified supervisory body shall inform the public or require the trust service provider to do so, where it determines that disclosure of the breach of security or loss of integrity is in the public interest.
3.   The supervisory body shall provide ENISA once a year with a summary of notifications of breach of security and loss of integrity received from trust service providers.
4.   The Commission may, by means of implementing acts,:
(a)
further specify the measures referred to in paragraph 1; and
(b)
define the formats and procedures, including deadlines, applicable for the purpose of paragraph 2.
Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
SECTION 3
Qualified trust services
Article 20
Supervision of qualified trust service providers
1.   Qualified trust service providers shall be audited at their own expense at least every 24 months by a conformity assessment body. The purpose of the audit shall be to confirm that the qualified trust service providers and the qualified trust services provided by them fulfil the requirements laid down in this Regulation. The qualified trust service providers shall submit the resulting conformity assessment report to the supervisory body within the period of three working days after receiving it.
2.   Without prejudice to paragraph 1, the supervisory body may at any time audit or request a conformity assessment body to perform a conformity assessment of the qualified trust service providers, at the expense of those trust service providers, to confirm that they and the qualified trust services provided by them fulfil the requirements laid down in this Regulation. Where personal data protection rules appear to have been breached, the supervisory body shall inform the data protection authorities of the results of its audits.
3.   Where the supervisory body requires the qualified trust service provider to remedy any failure to fulfil requirements under this Regulation and where that provider does not act accordingly, and if applicable within a time limit set by the supervisory body, the supervisory body, taking into account, in particular, the extent, duration and consequences of that failure, may withdraw the qualified status of that provider or of the affected service it provides and inform the body referred to in Article 22(3) for the purposes of updating the trusted lists referred to in Article 22(1). The supervisory body shall inform the qualified trust service provider of the withdrawal of its qualified status or of the qualified status of the service concerned.
4.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference number of the following standards:
(a)
accreditation of the conformity assessment bodies and for the conformity assessment report referred to in paragraph 1;
(b)
auditing rules under which conformity assessment bodies will carry out their conformity assessment of the qualified trust service providers as referred to in paragraph 1.
Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 21
Initiation of a qualified trust service
1.   Where trust service providers, without qualified status, intend to start providing qualified trust services, they shall submit to the supervisory body a notification of their intention together with a conformity assessment report issued by a conformity assessment body.
2.   The supervisory body shall verify whether the trust service provider and the trust services provided by it comply with the requirements laid down in this Regulation, and in particular, with the requirements for qualified trust service providers and for the qualified trust services they provide.
If the supervisory body concludes that the trust service provider and the trust services provided by it comply with the requirements referred to in the first subparagraph, the supervisory body shall grant qualified status to the trust service provider and the trust services it provides and inform the body referred to in Article 22(3) for the purposes of updating the trusted lists referred to in Article 22(1), not later than three months after notification in accordance with paragraph 1 of this Article.
If the verification is not concluded within three months of notification, the supervisory body shall inform the trust service provider specifying the reasons for the delay and the period within which the verification is to be concluded.
3.   Qualified trust service providers may begin to provide the qualified trust service after the qualified status has been indicated in the trusted lists referred to in Article 22(1).
4.   The Commission may, by means of implementing acts, define the formats and procedures for the purpose of paragraphs 1 and 2. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 22
Trusted lists
1.   Each Member State shall establish, maintain and publish trusted lists, including information related to the qualified trust service providers for which it is responsible, together with information related to the qualified trust services provided by them.
2.   Member States shall establish, maintain and publish, in a secured manner, the electronically signed or sealed trusted lists referred to in paragraph 1 in a form suitable for automated processing.
3.   Member States shall notify to the Commission, without undue delay, information on the body responsible for establishing, maintaining and publishing national trusted lists, and details of where such lists are published, the certificates used to sign or seal the trusted lists and any changes thereto.
4.   The Commission shall make available to the public, through a secure channel, the information referred to in paragraph 3 in electronically signed or sealed form suitable for automated processing.
5.   By 18 September 2015 the Commission shall, by means of implementing acts, specify the information referred to in paragraph 1 and define the technical specifications and formats for trusted lists applicable for the purposes of paragraphs 1 to 4. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 23
EU trust mark for qualified trust services
1.   After the qualified status referred to in the second subparagraph of Article 21(2) has been indicated in the trusted list referred to in Article 22(1), qualified trust service providers may use the EU trust mark to indicate in a simple, recognisable and clear manner the qualified trust services they provide.
2.   When using the EU trust mark for the qualified trust services referred to in paragraph 1, qualified trust service providers shall ensure that a link to the relevant trusted list is made available on their website.
3.   By 1 July 2015 the Commission shall, by means of implementing acts, provide for specifications with regard to the form, and in particular the presentation, composition, size and design of the EU trust mark for qualified trust services. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 24
Requirements for qualified trust service providers
1.   When issuing a qualified certificate for a trust service, a qualified trust service provider shall verify, by appropriate means and in accordance with national law, the identity and, if applicable, any specific attributes of the natural or legal person to whom the qualified certificate is issued.
The information referred to in the first subparagraph shall be verified by the qualified trust service provider either directly or by relying on a third party in accordance with national law:
(a)
by the physical presence of the natural person or of an authorised representative of the legal person; or
(b)
remotely, using electronic identification means, for which prior to the issuance of the qualified certificate, a physical presence of the natural person or of an authorised representative of the legal person was ensured and which meets the requirements set out in Article 8 with regard to the assurance levels ‘substantial’ or ‘high’; or
(c)
by means of a certificate of a qualified electronic signature or of a qualified electronic seal issued in compliance with point (a) or (b); or
(d)
by using other identification methods recognised at national level which provide equivalent assurance in terms of reliability to physical presence. The equivalent assurance shall be confirmed by a conformity assessment body.
2.   A qualified trust service provider providing qualified trust services shall:
(a)
inform the supervisory body of any change in the provision of its qualified trust services and an intention to cease those activities;
(b)
employ staff and, if applicable, subcontractors who possess the necessary expertise, reliability, experience, and qualifications and who have received appropriate training regarding security and personal data protection rules and shall apply administrative and management procedures which correspond to European or international standards;
(c)
with regard to the risk of liability for damages in accordance with Article 13, maintain sufficient financial resources and/or obtain appropriate liability insurance, in accordance with national law;
(d)
before entering into a contractual relationship, inform, in a clear and comprehensive manner, any person seeking to use a qualified trust service of the precise terms and conditions regarding the use of that service, including any limitations on its use;
(e)
use trustworthy systems and products that are protected against modification and ensure the technical security and reliability of the processes supported by them;
(f)
use trustworthy systems to store data provided to it, in a verifiable form so that:
(i)
they are publicly available for retrieval only where the consent of the person to whom the data relates has been obtained,
(ii)
only authorised persons can make entries and changes to the stored data,
(iii)
the data can be checked for authenticity;
(g)
take appropriate measures against forgery and theft of data;
(h)
record and keep accessible for an appropriate period of time, including after the activities of the qualified trust service provider have ceased, all relevant information concerning data issued and received by the qualified trust service provider, in particular, for the purpose of providing evidence in legal proceedings and for the purpose of ensuring continuity of the service. Such recording may be done electronically;
(i)
have an up-to-date termination plan to ensure continuity of service in accordance with provisions verified by the supervisory body under point (i) of Article 17(4);
(j)
ensure lawful processing of personal data in accordance with Directive 95/46/EC;
(k)
in case of qualified trust service providers issuing qualified certificates, establish and keep updated a certificate database.
3.   If a qualified trust service provider issuing qualified certificates decides to revoke a certificate, it shall register such revocation in its certificate database and publish the revocation status of the certificate in a timely manner, and in any event within 24 hours after the receipt of the request. The revocation shall become effective immediately upon its publication.
4.   With regard to paragraph 3, qualified trust service providers issuing qualified certificates shall provide to any relying party information on the validity or revocation status of qualified certificates issued by them. This information shall be made available at least on a per certificate basis at any time and beyond the validity period of the certificate in an automated manner that is reliable, free of charge and efficient.
5.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for trustworthy systems and products, which comply with the requirements under points (e) and (f) of paragraph 2 of this Article. Compliance with the requirements laid down in this Article shall be presumed where trustworthy systems and products meet those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
SECTION 4
Electronic signatures
Article 25
Legal effects of electronic signatures
1.   An electronic signature shall not be denied legal effect and admissibility as evidence in legal proceedings solely on the grounds that it is in an electronic form or that it does not meet the requirements for qualified electronic signatures.
2.   A qualified electronic signature shall have the equivalent legal effect of a handwritten signature.
3.   A qualified electronic signature based on a qualified certificate issued in one Member State shall be recognised as a qualified electronic signature in all other Member States.
Article 26
Requirements for advanced electronic signatures
An advanced electronic signature shall meet the following requirements:
(a)
it is uniquely linked to the signatory;
(b)
it is capable of identifying the signatory;
(c)
it is created using electronic signature creation data that the signatory can, with a high level of confidence, use under his sole control; and
(d)
it is linked to the data signed therewith in such a way that any subsequent change in the data is detectable.
Article 27
Electronic signatures in public services
1.   If a Member State requires an advanced electronic signature to use an online service offered by, or on behalf of, a public sector body, that Member State shall recognise advanced electronic signatures, advanced electronic signatures based on a qualified certificate for electronic signatures, and qualified electronic signatures in at least the formats or using methods defined in the implementing acts referred to in paragraph 5.
2.   If a Member State requires an advanced electronic signature based on a qualified certificate to use an online service offered by, or on behalf of, a public sector body, that Member State shall recognise advanced electronic signatures based on a qualified certificate and qualified electronic signatures in at least the formats or using methods defined in the implementing acts referred to in paragraph 5.
3.   Member States shall not request for cross-border use in an online service offered by a public sector body an electronic signature at a higher security level than the qualified electronic signature.
4.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for advanced electronic signatures. Compliance with the requirements for advanced electronic signatures referred to in paragraphs 1 and 2 of this Article and in Article 26 shall be presumed when an advanced electronic signature meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
5.   By 18 September 2015, and taking into account existing practices, standards and Union legal acts, the Commission shall, by means of implementing acts, define reference formats of advanced electronic signatures or reference methods where alternative formats are used. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 28
Qualified certificates for electronic signatures
1.   Qualified certificates for electronic signatures shall meet the requirements laid down in Annex I.
2.   Qualified certificates for electronic signatures shall not be subject to any mandatory requirement exceeding the requirements laid down in Annex I.
3.   Qualified certificates for electronic signatures may include non-mandatory additional specific attributes. Those attributes shall not affect the interoperability and recognition of qualified electronic signatures.
4.   If a qualified certificate for electronic signatures has been revoked after initial activation, it shall lose its validity from the moment of its revocation, and its status shall not in any circumstances be reverted.
5.   Subject to the following conditions, Member States may lay down national rules on temporary suspension of a qualified certificate for electronic signature:
(a)
if a qualified certificate for electronic signature has been temporarily suspended that certificate shall lose its validity for the period of suspension;
(b)
the period of suspension shall be clearly indicated in the certificate database and the suspension status shall be visible, during the period of suspension, from the service providing information on the status of the certificate.
6.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for qualified certificates for electronic signature. Compliance with the requirements laid down in Annex I shall be presumed where a qualified certificate for electronic signature meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 29
Requirements for qualified electronic signature creation devices
1.   Qualified electronic signature creation devices shall meet the requirements laid down in Annex II.
2.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for qualified electronic signature creation devices. Compliance with the requirements laid down in Annex II shall be presumed where a qualified electronic signature creation device meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 30
Certification of qualified electronic signature creation devices
1.   Conformity of qualified electronic signature creation devices with the requirements laid down in Annex II shall be certified by appropriate public or private bodies designated by Member States.
2.   Member States shall notify to the Commission the names and addresses of the public or private body referred to in paragraph 1. The Commission shall make that information available to Member States.
3.   The certification referred to in paragraph 1 shall be based on one of the following:
(a)
a security evaluation process carried out in accordance with one of the standards for the security assessment of information technology products included in the list established in accordance with the second subparagraph; or
(b)
a process other than the process referred to in point (a), provided that it uses comparable security levels and provided that the public or private body referred to in paragraph 1 notifies that process to the Commission. That process may be used only in the absence of standards referred to in point (a) or when a security evaluation process referred to in point (a) is ongoing.
The Commission shall, by means of implementing acts, establish a list of standards for the security assessment of information technology products referred to in point (a). Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
4.   The Commission shall be empowered to adopt delegated acts in accordance with Article 47 concerning the establishment of specific criteria to be met by the designated bodies referred to in paragraph 1 of this Article.
Article 31
Publication of a list of certified qualified electronic signature creation devices
1.   Member States shall notify to the Commission without undue delay and no later than one month after the certification is concluded, information on qualified electronic signature creation devices that have been certified by the bodies referred to in Article 30(1). They shall also notify to the Commission, without undue delay and no later than one month after the certification is cancelled, information on electronic signature creation devices that are no longer certified.
2.   On the basis of the information received, the Commission shall establish, publish and maintain a list of certified qualified electronic signature creation devices.
3.   The Commission may, by means of implementing acts, define formats and procedures applicable for the purpose of paragraph 1. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 32
Requirements for the validation of qualified electronic signatures
1.   The process for the validation of a qualified electronic signature shall confirm the validity of a qualified electronic signature provided that:
(a)
the certificate that supports the signature was, at the time of signing, a qualified certificate for electronic signature complying with Annex I;
(b)
the qualified certificate was issued by a qualified trust service provider and was valid at the time of signing;
(c)
the signature validation data corresponds to the data provided to the relying party;
(d)
the unique set of data representing the signatory in the certificate is correctly provided to the relying party;
(e)
the use of any pseudonym is clearly indicated to the relying party if a pseudonym was used at the time of signing;
(f)
the electronic signature was created by a qualified electronic signature creation device;
(g)
the integrity of the signed data has not been compromised;
(h)
the requirements provided for in Article 26 were met at the time of signing.
2.   The system used for validating the qualified electronic signature shall provide to the relying party the correct result of the validation process and shall allow the relying party to detect any security relevant issues.
3.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for the validation of qualified electronic signatures. Compliance with the requirements laid down in paragraph 1 shall be presumed where the validation of qualified electronic signatures meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 33
Qualified validation service for qualified electronic signatures
1.   A qualified validation service for qualified electronic signatures may only be provided by a qualified trust service provider who:
(a)
provides validation in compliance with Article 32(1); and
(b)
allows relying parties to receive the result of the validation process in an automated manner, which is reliable, efficient and bears the advanced electronic signature or advanced electronic seal of the provider of the qualified validation service.
2.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for qualified validation service referred to in paragraph 1. Compliance with the requirements laid down in paragraph 1 shall be presumed where the validation service for a qualified electronic signature meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 34
Qualified preservation service for qualified electronic signatures
1.   A qualified preservation service for qualified electronic signatures may only be provided by a qualified trust service provider that uses procedures and technologies capable of extending the trustworthiness of the qualified electronic signature beyond the technological validity period.
2.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for the qualified preservation service for qualified electronic signatures. Compliance with the requirements laid down in paragraph 1 shall be presumed where the arrangements for the qualified preservation service for qualified electronic signatures meet those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
SECTION 5
Electronic seals
Article 35
Legal effects of electronic seals
1.   An electronic seal shall not be denied legal effect and admissibility as evidence in legal proceedings solely on the grounds that it is in an electronic form or that it does not meet the requirements for qualified electronic seals.
2.   A qualified electronic seal shall enjoy the presumption of integrity of the data and of correctness of the origin of that data to which the qualified electronic seal is linked.
3.   A qualified electronic seal based on a qualified certificate issued in one Member State shall be recognised as a qualified electronic seal in all other Member States.
Article 36
Requirements for advanced electronic seals
An advanced electronic seal shall meet the following requirements:
(a)
it is uniquely linked to the creator of the seal;
(b)
it is capable of identifying the creator of the seal;
(c)
it is created using electronic seal creation data that the creator of the seal can, with a high level of confidence under its control, use for electronic seal creation; and
(d)
it is linked to the data to which it relates in such a way that any subsequent change in the data is detectable.
Article 37
Electronic seals in public services
1.   If a Member State requires an advanced electronic seal in order to use an online service offered by, or on behalf of, a public sector body, that Member State shall recognise advanced electronic seals, advanced electronic seals based on a qualified certificate for electronic seals and qualified electronic seals at least in the formats or using methods defined in the implementing acts referred to in paragraph 5.
2.   If a Member State requires an advanced electronic seal based on a qualified certificate in order to use an online service offered by, or on behalf of, a public sector body, that Member State shall recognise advanced electronic seals based on a qualified certificate and qualified electronic seal at least in the formats or using methods defined in the implementing acts referred to in paragraph 5.
3.   Member States shall not request for the cross-border use in an online service offered by a public sector body an electronic seal at a higher security level than the qualified electronic seal.
4.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for advanced electronic seals. Compliance with the requirements for advanced electronic seals referred to in paragraphs 1 and 2 of this Article and Article 36 shall be presumed when an advanced electronic seal meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
5.   By 18 September 2015, and taking into account existing practices, standards and legal acts of the Union, the Commission shall, by means of implementing acts, define reference formats of advanced electronic seals or reference methods where alternative formats are used. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 38
Qualified certificates for electronic seals
1.   Qualified certificates for electronic seals shall meet the requirements laid down in Annex III.
2.   Qualified certificates for electronic seals shall not be subject to any mandatory requirements exceeding the requirements laid down in Annex III.
3.   Qualified certificates for electronic seals may include non-mandatory additional specific attributes. Those attributes shall not affect the interoperability and recognition of qualified electronic seals.
4.   If a qualified certificate for an electronic seal has been revoked after initial activation, it shall lose its validity from the moment of its revocation, and its status shall not in any circumstances be reverted.
5.   Subject to the following conditions, Member States may lay down national rules on temporary suspension of qualified certificates for electronic seals:
(a)
if a qualified certificate for electronic seal has been temporarily suspended, that certificate shall lose its validity for the period of suspension;
(b)
the period of suspension shall be clearly indicated in the certificate database and the suspension status shall be visible, during the period of suspension, from the service providing information on the status of the certificate.
6.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for qualified certificates for electronic seals. Compliance with the requirements laid down in Annex III shall be presumed where a qualified certificate for electronic seal meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
Article 39
Qualified electronic seal creation devices
1.   Article 29 shall apply mutatis mutandis to requirements for qualified electronic seal creation devices.
2.   Article 30 shall apply mutatis mutandis to the certification of qualified electronic seal creation devices.
3.   Article 31 shall apply mutatis mutandis to the publication of a list of certified qualified electronic seal creation devices.
Article 40
Validation and preservation of qualified electronic seals
Articles 32, 33 and 34 shall apply mutatis mutandis to the validation and preservation of qualified electronic seals.
SECTION 6
Electronic time stamps
Article 41
Legal effect of electronic time stamps
1.   An electronic time stamp shall not be denied legal effect and admissibility as evidence in legal proceedings solely on the grounds that it is in an electronic form or that it does not meet the requirements of the qualified electronic time stamp.
2.   A qualified electronic time stamp shall enjoy the presumption of the accuracy of the date and the time it indicates and the integrity of the data to which the date and time are bound.
3.   A qualified electronic time stamp issued in one Member State shall be recognised as a qualified electronic time stamp in all Member States.
Article 42
Requirements for qualified electronic time stamps
1.   A qualified electronic time stamp shall meet the following requirements:
(a)
it binds the date and time to data in such a manner as to reasonably preclude the possibility of the data being changed undetectably;
(b)
it is based on an accurate time source linked to Coordinated Universal Time; and
(c)
it is signed using an advanced electronic signature or sealed with an advanced electronic seal of the qualified trust service provider, or by some equivalent method.
2.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for the binding of date and time to data and for accurate time sources. Compliance with the requirements laid down in paragraph 1 shall be presumed where the binding of date and time to data and the accurate time source meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
SECTION 7
Electronic registered delivery services
Article 43
Legal effect of an electronic registered delivery service
1.   Data sent and received using an electronic registered delivery service shall not be denied legal effect and admissibility as evidence in legal proceedings solely on the grounds that it is in an electronic form or that it does not meet the requirements of the qualified electronic registered delivery service.
2.   Data sent and received using a qualified electronic registered delivery service shall enjoy the presumption of the integrity of the data, the sending of that data by the identified sender, its receipt by the identified addressee and the accuracy of the date and time of sending and receipt indicated by the qualified electronic registered delivery service.
Article 44
Requirements for qualified electronic registered delivery services
1.   Qualified electronic registered delivery services shall meet the following requirements:
(a)
they are provided by one or more qualified trust service provider(s);
(b)
they ensure with a high level of confidence the identification of the sender;
(c)
they ensure the identification of the addressee before the delivery of the data;
(d)
the sending and receiving of data is secured by an advanced electronic signature or an advanced electronic seal of a qualified trust service provider in such a manner as to preclude the possibility of the data being changed undetectably;
(e)
any change of the data needed for the purpose of sending or receiving the data is clearly indicated to the sender and addressee of the data;
(f)
the date and time of sending, receiving and any change of data are indicated by a qualified electronic time stamp.
In the event of the data being transferred between two or more qualified trust service providers, the requirements in points (a) to (f) shall apply to all the qualified trust service providers.
2.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for processes for sending and receiving data. Compliance with the requirements laid down in paragraph 1 shall be presumed where the process for sending and receiving data meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
SECTION 8
Website authentication
Article 45
Requirements for qualified certificates for website authentication
1.   Qualified certificates for website authentication shall meet the requirements laid down in Annex IV.
2.   The Commission may, by means of implementing acts, establish reference numbers of standards for qualified certificates for website authentication. Compliance with the requirements laid down in Annex IV shall be presumed where a qualified certificate for website authentication meets those standards. Those implementing acts shall be adopted in accordance with the examination procedure referred to in Article 48(2).
CHAPTER IV
ELECTRONIC DOCUMENTS
Article 46
Legal effects of electronic documents
An electronic document shall not be denied legal effect and admissibility as evidence in legal proceedings solely on the grounds that it is in electronic form.
CHAPTER V
DELEGATIONS OF POWER AND IMPLEMENTING PROVISIONS
Article 47
Exercise of the delegation
1.   The power to adopt delegated acts is conferred on the Commission subject to the conditions laid down in this Article.
2.   The power to adopt delegated acts referred to in Article 30(4) shall be conferred on the Commission for an indeterminate period of time from 17 September 2014.
3.   The delegation of power referred to in Article 30(4) may be revoked at any time by the European Parliament or by the Council. A decision to revoke shall put an end to the delegation of the power specified in that decision. It shall take effect the day following the publication of the decision in the Official Journal of the European Union or at a later date specified therein. It shall not affect the validity of any delegated acts already in force.
4.   As soon as it adopts a delegated act, the Commission shall notify it simultaneously to the European Parliament and to the Council.
5.   A delegated act adopted pursuant to Article 30(4) shall enter into force only if no objection has been expressed either by the European Parliament or the Council within a period of two months of notification of that act to the European Parliament and the Council or if, before the expiry of that period, the European Parliament and the Council have both informed the Commission that they will not object. That period shall be extended by two months at the initiative of the European Parliament or of the Council.
Article 48
Committee procedure
1.   The Commission shall be assisted by a committee. That committee shall be a committee within the meaning of Regulation (EU) No 182/2011.
2.   Where reference is made to this paragraph, Article 5 of Regulation (EU) No 182/2011 shall apply.
CHAPTER VI
FINAL PROVISIONS
Article 49
Review
The Commission shall review the application of this Regulation and shall report to the European Parliament and to the Council no later than 1 July 2020. The Commission shall evaluate in particular whether it is appropriate to modify the scope of this Regulation or its specific provisions, including Article 6, point (f) of Article 7 and Articles 34, 43, 44 and 45, taking into account the experience gained in the application of this Regulation, as well as technological, market and legal developments.
The report referred to in the first paragraph shall be accompanied, where appropriate, by legislative proposals.
In addition, the Commission shall submit a report to the European Parliament and the Council every four years after the report referred to in the first paragraph on the progress towards achieving the objectives of this Regulation.
Article 50
Repeal
1.   Directive 1999/93/EC is repealed with effect from 1 July 2016.
2.   References to the repealed Directive shall be construed as references to this Regulation.
Article 51
Transitional measures
1.   Secure signature creation devices of which the conformity has been determined in accordance with Article 3(4) of Directive 1999/93/EC shall be considered as qualified electronic signature creation devices under this Regulation.
2.   Qualified certificates issued to natural persons under Directive 1999/93/EC shall be considered as qualified certificates for electronic signatures under this Regulation until they expire.
3.   A certification-service-provider issuing qualified certificates under Directive 1999/93/EC shall submit a conformity assessment report to the supervisory body as soon as possible but not later than 1 July 2017. Until the submission of such a conformity assessment report and the completion of its assessment by the supervisory body, that certification-service-provider shall be considered as qualified trust service provider under this Regulation.
4.   If a certification-service-provider issuing qualified certificates under Directive 1999/93/EC does not submit a conformity assessment report to the supervisory body within the time limit referred to in paragraph 3, that certification-service-provider shall not be considered as qualified trust service provider under this Regulation from 2 July 2017.
Article 52
Entry into force
1.   This Regulation shall enter into force on the twentieth day following that of its publication in the Official Journal of the European Union.
2.   This Regulation shall apply from 1 July 2016, except for the following:
(a)
Articles 8(3), 9(5), 12(2) to (9), 17(8), 19(4), 20(4), 21(4), 22(5), 23(3), 24(5), 27(4) and (5), 28(6), 29(2), 30(3) and (4), 31(3), 32(3), 33(2), 34(2), 37(4) and (5), 38(6), 42(2), 44(2), 45(2), and Articles 47 and 48 shall apply from 17 September 2014;
(b)
Article 7, Article 8(1) and (2), Articles 9, 10, 11 and Article 12(1) shall apply from the date of application of the implementing acts referred to in Articles 8(3) and 12(8);
(c)
Article 6 shall apply from three years as from the date of application of the implementing acts referred to in Articles 8(3) and 12(8).
3.   Where the notified electronic identification scheme is included in the list published by the Commission pursuant to Article 9 before the date referred to in point (c) of paragraph 2 of this Article, the recognition of the electronic identification means under that scheme pursuant to Article 6 shall take place no later than 12 months after the publication of that scheme but not before the date referred to in point (c) of paragraph 2 of this Article.
4.   Notwithstanding point (c) of paragraph 2 of this Article, a Member State may decide that electronic identification means under electronic identification scheme notified pursuant to Article 9(1) by another Member State are recognised in the first Member State as from the date of application of the implementing acts referred to in Articles 8(3) and 12(8). Member States concerned shall inform the Commission. The Commission shall make this information public.
This Regulation shall be binding in its entirety and directly applicable in all Member States.
Done at Brussels, 23 July 2014.
For the Parliament
The President
M. SCHULZ
For the Council
The President
S. GOZI

(2)  Position of the European Parliament of 3 April 2014 (not yet published in the Official Journal) and decision of the Council of 23 July 2014.
(3)  Directive 1999/93/EC of the European Parliament and of the Council of 13 December 1999 on a Community framework for electronic signatures (OJ L 13, 19.1.2000, p. 12).
(5)  Directive 2006/123/EC of the European Parliament and of the Council of 12 December 2006 on services in the internal market (OJ L 376, 27.12.2006, p. 36).
(6)  Directive 2011/24/EU of the European Parliament and of the Council of 9 March 2011 on the application of patients’ rights in cross-border healthcare (OJ L 88, 4.4.2011, p. 45).
(7)  Directive 95/46/EC of the European Parliament and of the Council of 24 October 1995 on the protection of individuals with regard to the processing of personal data and on the free movement of such data (OJ L 281, 23.11.1995, p. 31).
(8)  Council Decision 2010/48/EC of 26 November 2009 concerning the conclusion, by the European Community, of the United Nations Convention on the Rights of Persons with Disabilities (OJ L 23, 27.1.2010, p. 35).
(9)  Regulation (EC) No 765/2008 of the European Parliament and of the Council of 9 July 2008 setting out the requirements for accreditation and market surveillance relating to the marketing of products and repealing Regulation (EEC) No 339/93 (OJ L 218, 13.8.2008, p. 30).
(10)  Commission Decision 2009/767/EC of 16 October 2009 setting out measures facilitating the use of procedures by electronic means through the ‘points of single contact’ under Directive 2006/123/EC of the European Parliament and of the Council on services in the internal market (OJ L 274, 20.10.2009, p. 36).
(11)  Commission Decision 2011/130/EU of 25 February 2011 establishing minimum requirements for the cross-border processing of documents signed electronically by competent authorities under Directive 2006/123/EC of the European Parliament and of the Council on services in the internal market (OJ L 53, 26.2.2011, p. 66).
(12)  Regulation (EU) No 182/2011 of the European Parliament and of the Council of 16 February 2011 laying down the rules and general principles concerning mechanisms for control by the Member States of the Commission’s exercise of implementing powers (OJ L 55, 28.2.2011, p. 13).
(13)  Regulation (EC) No 45/2001 of the European Parliament and of the Council of 18 December 2000 on the protection of individuals with regard to the processing of personal data by the Community institutions and bodies and on the free movement of such data (OJ L 8, 12.1.2001, p. 1).
(15)  Directive 2014/24/EU of the European Parliament and of the Council of 26 February 2014 on public procurement and repealing Directive 2004/18/EC (OJ L 94, 28.3.2014, p. 65).

ANNEX I
REQUIREMENTS FOR QUALIFIED CERTIFICATES FOR ELECTRONIC SIGNATURES
Qualified certificates for electronic signatures shall contain:
(a)
an indication, at least in a form suitable for automated processing, that the certificate has been issued as a qualified certificate for electronic signature;
(b)
a set of data unambiguously representing the qualified trust service provider issuing the qualified certificates including at least, the Member State in which that provider is established and:
for a legal person: the name and, where applicable, registration number as stated in the official records,
for a natural person: the person’s name;
(c)
at least the name of the signatory, or a pseudonym; if a pseudonym is used, it shall be clearly indicated;
(d)
electronic signature validation data that corresponds to the electronic signature creation data;
(e)
details of the beginning and end of the certificate’s period of validity;
(f)
the certificate identity code, which must be unique for the qualified trust service provider;
(g)
the advanced electronic signature or advanced electronic seal of the issuing qualified trust service provider;
(h)
the location where the certificate supporting the advanced electronic signature or advanced electronic seal referred to in point (g) is available free of charge;
(i)
the location of the services that can be used to enquire about the validity status of the qualified certificate;
(j)
where the electronic signature creation data related to the electronic signature validation data is located in a qualified electronic signature creation device, an appropriate indication of this, at least in a form suitable for automated processing.

ANNEX II
REQUIREMENTS FOR QUALIFIED ELECTRONIC SIGNATURE CREATION DEVICES
1.
Qualified electronic signature creation devices shall ensure, by appropriate technical and procedural means, that at least:
(a)
the confidentiality of the electronic signature creation data used for electronic signature creation is reasonably assured;
(b)
the electronic signature creation data used for electronic signature creation can practically occur only once;
(c)
the electronic signature creation data used for electronic signature creation cannot, with reasonable assurance, be derived and the electronic signature is reliably protected against forgery using currently available technology;
(d)
the electronic signature creation data used for electronic signature creation can be reliably protected by the legitimate signatory against use by others.
2.
Qualified electronic signature creation devices shall not alter the data to be signed or prevent such data from being presented to the signatory prior to signing.
3.
Generating or managing electronic signature creation data on behalf of the signatory may only be done by a qualified trust service provider.
4.
Without prejudice to point (d) of point 1, qualified trust service providers managing electronic signature creation data on behalf of the signatory may duplicate the electronic signature creation data only for back-up purposes provided the following requirements are met:
(a)
the security of the duplicated datasets must be at the same level as for the original datasets;
(b)
the number of duplicated datasets shall not exceed the minimum needed to ensure continuity of the service.

ANNEX III
REQUIREMENTS FOR QUALIFIED CERTIFICATES FOR ELECTRONIC SEALS
Qualified certificates for electronic seals shall contain:
(a)
an indication, at least in a form suitable for automated processing, that the certificate has been issued as a qualified certificate for electronic seal;
(b)
a set of data unambiguously representing the qualified trust service provider issuing the qualified certificates including at least the Member State in which that provider is established and:
for a legal person: the name and, where applicable, registration number as stated in the official records,
for a natural person: the person’s name;
(c)
at least the name of the creator of the seal and, where applicable, registration number as stated in the official records;
(d)
electronic seal validation data, which corresponds to the electronic seal creation data;
(e)
details of the beginning and end of the certificate’s period of validity;
(f)
the certificate identity code, which must be unique for the qualified trust service provider;
(g)
the advanced electronic signature or advanced electronic seal of the issuing qualified trust service provider;
(h)
the location where the certificate supporting the advanced electronic signature or advanced electronic seal referred to in point (g) is available free of charge;
(i)
the location of the services that can be used to enquire as to the validity status of the qualified certificate;
(j)
where the electronic seal creation data related to the electronic seal validation data is located in a qualified electronic seal creation device, an appropriate indication of this, at least in a form suitable for automated processing.

ANNEX IV
REQUIREMENTS FOR QUALIFIED CERTIFICATES FOR WEBSITE AUTHENTICATION
Qualified certificates for website authentication shall contain:
(a)
an indication, at least in a form suitable for automated processing, that the certificate has been issued as a qualified certificate for website authentication;
(b)
a set of data unambiguously representing the qualified trust service provider issuing the qualified certificates including at least the Member State in which that provider is established and:
for a legal person: the name and, where applicable, registration number as stated in the official records,
for a natural person: the person’s name;
(c)
for natural persons: at least the name of the person to whom the certificate has been issued, or a pseudonym. If a pseudonym is used, it shall be clearly indicated;
for legal persons: at least the name of the legal person to whom the certificate is issued and, where applicable, registration number as stated in the official records;
(d)
elements of the address, including at least city and State, of the natural or legal person to whom the certificate is issued and, where applicable, as stated in the official records;
(e)
the domain name(s) operated by the natural or legal person to whom the certificate is issued;
(f)
details of the beginning and end of the certificate’s period of validity;
(g)
the certificate identity code, which must be unique for the qualified trust service provider;
(h)
the advanced electronic signature or advanced electronic seal of the issuing qualified trust service provider;
(i)
the location where the certificate supporting the advanced electronic signature or advanced electronic seal referred to in point (h) is available free of charge;
(j)
the location of the certificate validity status services that can be used to enquire as to the validity status of the qualified certificate.