Κυριακή, 31 Μαΐου 2009

Καλή νομοθέτηση



Όπως σημειώσαμε και σε προηγούμενη ανάρτηση, η Καλή Νομοθέτηση (Better Regulation) αποτελεί διακυρηγμένο στόχο της ΕΕ. Ήδη από το 1985 αρχίζει να διαμορφώνεται ως τάση μέσα στην Κοινότητα, αλλά και σε μεμονωμένα κράτη μέλη. Για πρώτη φορά διατυπώνεται ως στόχος στις Συνθήκες και συγκεκριμένα, στη Συνθήκη του Άμστερνταμ του 1997, όπου παρατίθεται ως παράρτημα η Δήλωση υπ' αριθ. 39 (Δήλωση για την ποιότητα της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας):

"Η Διάσκεψη σημειώνει ότι η ποιότητα της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ορθή εφαρμογή της από τις αρμόδιες εθνικές αρχές και για την καλύτερη κατανόησή της από το κοινό και τους επιχειρηματικούς κύκλους. Υπενθυμίζει τα σχετικά συμπεράσματα στα οποία κατέληξε η Προεδρία του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στο Εδιμβούργο στις 11 και 12 Δεκεμβρίου 1992, επί του θέματος, καθώς και το ψήφισμα του Συμβουλίου όσον αφορά την ποιότητα της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας, το οποίο εκδόθηκε στις 8 Ιουνίου 1993 (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C 166 της 17. 6. 1993, σ. 1).

Η Διάσκεψη κρίνει ότι τα τρία όργανα που συμμετέχουν στη διαδικασία θέσπισης της κοινοτικής νομοθεσίας, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή, θα πρέπει να καθορίσουν κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά την ποιότητα της διατύπωσης της εν λόγω νομοθεσίας. Τονίζει επίσης ότι η κοινοτική νομοθεσία θα πρέπει να γίνει περισσότερο προσιτή, και εκφράζει εν προκειμένω την ικανοποίησή της για την έγκριση και την πρώτη εφαρμογή μιας ταχείας μεθόδου εργασίας για την επίσημη κωδικοποίηση νομοθετικών κειμένων, η οποία θεσπίστηκε με τη διοργανική συμφωνία της 20ής Δεκεμβρίου 1994 (Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων C 102 της 4. 4. 1996, σ. 2).

Επομένως, η Διάσκεψη δηλώνει ότι το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και η Επιτροπή οφείλουν να:

- καθορίσουν, κατόπιν κοινής συμφωνίας, κατευθυντήριες γραμμές για τη βελτίωση της ποιότητας της διατύπωσης της κοινοτικής νομοθεσίας και να ακολουθούν αυτές τις κατευθυντήριες γραμμές οσάκις εξετάζουν προτάσεις ή σχέδια κοινοτικών νομοθετημάτων, λαμβάνοντας τα εσωτερικά οργανωτικά μέτρα που κρίνουν αναγκαία για την εξασφάλιση της ορθής εφαρμογής αυτών των κατευθυντήριων γραμμών,

- πράξουν το κατά δύναμη για να επιταχύνουν την κωδικοποίηση νομοθετικών κειμένων."

Έκτοτε, η ΕΕ έκανε μεγάλα βήματα για να επιτύχει τη θεσμοθέτηση της καλής νομοθέτησης όσον αφορά τις πράξεις που εκδίδει.

Στην ανακοίνωση του Μαρτίου 2005 με τον τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας για την ανάπτυξη και την απασχόληση στην Ευρωπαϊκή Ένωση» αναγνωρίστηκε ότι η απλούστευση αποτελεί προτεραιότητα για την ΕΕ. Παραπέρα, στην Ανακοίνωση της 25.10.2005, η Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή τη στρατηγική αυτή, παραθέτοντας τις εξής μεθόδους που θα ακολουθήσει:
α. Κατάργηση παρωχημένων ή ακατάλληλων νομοθετικών πράξεων
β. Κωδικοποίηση της νομοθεσίας (για τον περιορισμό του μεγάλου όγκου της)
γ. Αναδιατύπωση (με συγχώνευση, ενδεχομένως, νομοθετικών πράξεων)
δ. Τροποποίηση του ρυθμιστικού περιβάλλοντος
ε. Ενίσχυση της χρήσης της τεχνολογίας των πληροφοριών

Αξίζει να αναφερθεί ότι όπως αναφέρει η ίδια η η Επιτροπή, έχει θέσει σε εφαρμογή την αναμφιβόλως πιο φιλόδοξη και αποφασιστική πρωτοβουλία που έχει αναληφθεί ποτέ για την επικαιροποίηση, τον εκσυγχρονισμό και την απλούστευση του σώματος κοινοτικής νομοθεσίας (που είναι γνωστό ως «κοινοτικό κεκτημένο»). Ένα πλήθος δραστηριοτήτων – το «Κυλιόμενο πρόγραμμα απλούστευσης», η ενδελεχής μελέτη του κοινοτικού κεκτημένου για να εντοπισθούν οι δυνατότητες απλούστευσης, οι εργασίες κωδικοποίησης, η συστηματική παροχή ενοποιημένων αποδόσεων νομικών πράξεων και το πρόγραμμα για τη μείωση του διοικητικού φόρτου – ήδη αποφέρει απτά οφέλη για τις επιχειρήσεις, τους πολίτες και τις δημόσιες αρχές.
Ήδη πολλά μέτρα της ΕΕ υπόκεινται σε αναδιατύπωση, κατ' εφαρμογή των παραπάνω αρχών.

Αλλά και ο ΟΟΣΑ εργάζεται στην κατεύθυνση αυτή. Εδώ πρέπει να γίνει αναφορά στο πρόγραμμα SIGMA. Χρήσιμη είναι και η αναφορά στην checklist του Οργανισμού, την οποία πρέπει να συμβουλεύεται ο νομοθέτης:

Question No. 1 – Is the problem correctly defined?
The problem to be solved should be precisely stated, giving clear evidence of its nature and magnitude, and explaining why it has arisen (identifying the incentives of affected entities).

Question No. 2 – Is government action justified?
Government intervention should be based on clear evidence that government action is justified, given the nature of the problem, the likely benefits and costs of action (based on a realistic assessment of government effectiveness), and alternative mechanisms for addressing the problem.

Question No. 3 – Is regulation the best form of government action?
Regulators should carry out, early in the regulatory process, an informed comparison of a variety of regulatory and non-regulatory policy instruments, considering relevant issues such as costs, benefits, distributional effects, and administrative requirements.

Question No. 4 – Is there a legal basis for regulation?
Regulatory processes should be structured so that all regulatory decisions rigorously respect the "rule of law"; that is, responsibility should be explicit for ensuring that all regulations are authorised by higher- level regulations and consistent with treaty obligations, and comply with relevant legal principles such as certainty, proportionality, and applicable procedural requirements.

Question No. 5 – What is the appropriate level (or levels) of government for
this action?
Regulators should choose the most appropriate level of government to take action, or, if multiple levels are involved, should design effective systems of coordination between levels of government.

Question No. 6 – Do the benefits of regulation justify the costs?
Regulators should estimate the total expected costs and benefits of each regulatory proposal and of feasible alternatives, and should make the estimates available in accessible format to decision-makers. The costs of government action should be justified by its benefits before action is taken.

Question No. 7 – Is the distribution of effects across society transparent?
To the extent that distributive and equity values are affected by government intervention, regulators should make transparent the distribution of regulatory costs and benefits across social groups.

Question No. 8 – Is the regulation clear, consistent, comprehensible, and
accessible to users?
Regulators should assess whether rules will be understood by likely users, and to that end should take steps to ensure that the text and structure of rules are as clear as possible.

Question No. 9 – Have all interested parties had the opportunity to present
their views?
Regulations should be developed in an open and transparent fashion, with appropriate procedures for effective and timely input from interested parties such as affected businesses and trade unions, other interest groups, or other levels of government.

Question No. 10 – How will compliance be achieved?
Regulators should assess the incentives and institutions through which the regulation will take effect, and should design responsive implementation strategies that make the best use of them.

Σάββατο, 23 Μαΐου 2009

Ο ιστοχώρος της ΕΕ για τη βελτίωση της νομοθεσίας της



Στην ηλεκτρονική διεύθυνση: http://ec.europa.eu/governance/better_regulation/index_el.htm η ΕΕ δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τις πρωτοβουλίες που αναλαμβάνει για τη βελτίωση της νομοθεσίας της. Συγκεκριμένα, περιέχει τις πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, των άλλων θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών για τη βελτίωση της νομοθεσίας. Επίσης, παρέχει πρόσβαση σε άλλους δικτυακούς τόπους της Επιτροπής και των κρατών μελών, στους οποίους τίθεται θέμα βελτίωσης της νομοθεσίας.

Όπως επισημαίνεται από την ΕΕ, στο πλαίσιο της αναθεωρημένης στρατηγικής της Λισαβόνας, η οποία εστιάζεται εκ νέου στην ανάπτυξη και την απασχόληση, η Επιτροπή της ΕΕ άρχισε να εφαρμόζει μια συνολική στρατηγική για τη βελτίωση της νομοθεσίας, προκειμένου το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ να συμβάλει στην επίτευξη των στόχων της ανάπτυξης και της απασχόλησης, εξακολουθώντας να συνυπολογίζει τους κοινωνικούς και περιβαλλοντικούς στόχους καθώς και τα οφέλη για τους πολίτες και τη δημόσια διοίκηση. Έτσι, η πολιτική της ΕΕ για τη βελτίωση της νομοθεσίας αποσκοπεί στην απλούστευση και βελτίωση της ισχύουσας νομοθεσίας, στον καλύτερο σχεδιασμό της νέας, καθώς και στην ενίσχυση της τήρησης και της αποτελεσματικότητας των κανόνων, σύμφωνα πάντα με την ευρωπαϊκή αρχή της αναλογικότητας.

Διάφορες τεχνικές χρησιμοποιούνται για την εκπλήρωση του στόχου της βελτίωσης της νομοθεσίας, όπως η εκτίμηση αντιτύπου (impact assessment), η διαβούλευση, εμπειρογνωμοσύνη, η έρευνα του κόστους της διοικητικής λειτουργίας, η κωδικοποίηση και αναδιατύπωση νομοθετικών πράξεων κοκ.

Σημαντική μελέτη είναι η έκθεση "Mandelkern Group on Better Regulation Final Report", ενώ σχετικές μελέτες έχει εκπονήσει και ο ΟΟΣΑ.

Στην Ελλάδα, καμία συζήτηση δεν γίνεται για τα σχετικά θέματα, που απασχολούν, αντιθέτως, πλήθος χωρών (βλ. λ.χ. τον ιστοχώρο της Ιρλανδίας). Ελπίζουμε ότι κάποτε θα μπει και η προβληματική αυτή στο σύγχρονο πολιτικό λεξιλόγιο, το οποίο δυστυχώς σήμερα κυριαρχείται από ξεπερασμένα συνθήματα και ιδεολογήματα.

Παρασκευή, 22 Μαΐου 2009

Βιβλιοπαρουσίαση: Ι. Ιγγλεζάκης, Το δίκαιο του ηλεκτρονικού εμπορίου (Επιτομή), 2009







Το ηλεκτρονικό εμπόριο έχει γνωρίσει εκρηκτική ανάπτυξη τα τελευταία έτη, ανάπτυξη που όμως φέρνει αντιμέτωπο το δίκαιο με πολλά, καινοφανή και ενίοτε, δυσεπίλυτα ζητήματα. Η παρούσα μονογραφία είναι, ακριβώς, η προσπάθεια να δοθεί μια ολοκληρωμένη προσέγγιση στα ζητήματα αυτά, τα οποία αφορούν περισσότερους τομείς του δικαίου και, όχι, βεβαίως, μόνο το εμπορικό δίκαιο.

Στόχος της παρούσας επιτομής είναι η παρουσίαση των ποικίλων θεματικών που αφορούν τη δραστηριοποίηση φορέων παροχής υπηρεσιών του ηλεκτρονικού εμπορίου, με τρόπο εύληπτο και κατανοητό, όχι μόνο στους σπουδαστές του δικαίου, αλλά και στο ευρύτερο αναγνωστικό κοινό.

Στην εισαγωγή του βιβλίου αναπτύσσονται βασικές έννοιες, γίνεται αναφορά στα μοντέλα του ηλεκτρονικού εμπορίου και παρουσιάζεται η σχετική τεχνολογία. Ακολούθως, παρουσιάζονται οι διατάξεις του π.δ. 131/2003 που αφορούν τις γενικές προϋποθέσεις άσκησης του ηλεκτρονικού εμπορίου, ενώ στη συνέχεια εξετάζονται ειδικότερα νομικά ζητήματα. Εδώ περιλαμβάνονται τα ονόματα χώρου, δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας επί του περιεχομένου των διαδικτυακών τόπων, η διαφήμιση στο Διαδίκτυο, οι ηλεκτρονικές συμβάσεις και ηλεκτρονικές υπογραφές, αλλά και ζητήματα προστασίας του καταναλωτή, προστασίας προσωπικών δεδομένων, φορολογικά ζητήματα και ευθύνης για την παροχή υπηρεσιών στο Διαδίκτυο.


Ιγγλεζάκης Ιωάννης

Εκδόσεις Σάκκουλα
ISBN/ISSN: 978-960-445-430-3
©2009, XV+252 σελίδες, €24,00

Σάββατο, 16 Μαΐου 2009

Γνωστοποίηση προσωπικών δεδομένων σε υποθέσεις παραβίασης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας

Σε συνέχεια της απόφασης του ΔΕΚ της 29.1.2008 στην υπόθεση C-275/06 (Productores de Música de España (Promusicae) κατά Telefónica de España SAU), το Δικαστήριο εξέδωσε τη διάταξη της 19ης Φεβρουαρίου 2009 υπόθεση C 557/07 (SG-Gesellschaft zur Wahrnehmung von Leistungsschutzrechten GmbH κατά Tele2 Telecommunication GmbH), στην οποία έκρινε ότι το κοινοτικό δίκαιο δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν υποχρέωση γνωστοποίησης σε τρίτους ιδιώτες προσωπικών δεδομένων κινήσεως προκειμένου αυτοί να ασκήσουν ενώπιον των αστικών δικαστηρίων αγωγές κατά προσβολών του δικαιώματος του δημιουργού. Με τον τρόπο αυτό καθιστά σαφές ότι εθνικές ρυθμίσεις που θα ρυθμίζουν την επιβολή των δικαιωμάτων του δημιουργού με την αποκάλυψη της ταυτότητας των χρηστών του Διαδικτύου δεν είναι αντίθετες στο κοινοτικό δίκαιο.

Επίσης, διευκρίνεται ότι ο παροχέας υπηρεσίας πρόσβασης στο Διαδικτύου είναι «διαμεσολαβητής», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29 και συνεπώς, μπορεί να ασκηθούν εναντίον του τα μέτρα που προβλέπονται στη διάταξη αυτή.

Ειδικότερα, τα συμπέρασματα που εκτίθενται στη διάταξη αυτή έχουν ως εξής


1) Το κοινοτικό δίκαιο, και ιδίως το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2004/48/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 29ης Απριλίου 2004, σχετικά με την επιβολή των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας, σε συνδυασμό με το άρθρο 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 12ης Ιουλίου 2002, σχετικά με την επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την προστασία της ιδιωτικής ζωής στον τομέα των ηλεκτρονικών επικοινωνιών (οδηγία για την προστασία της ιδιωτικής ζωής στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες), δεν απαγορεύει στα κράτη μέλη να προβλέπουν υποχρέωση γνωστοποίησης σε τρίτους ιδιώτες προσωπικών δεδομένων κινήσεως προκειμένου αυτοί να ασκήσουν ενώπιον των αστικών δικαστηρίων αγωγές κατά προσβολών του δικαιώματος του δημιουργού. Ωστόσο, το κοινοτικό δίκαιο απαιτεί, κατά τη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο των οδηγιών 2000/31/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 8ης Ιουνίου 2000, για ορισμένες νομικές πτυχές των υπηρεσιών της κοινωνίας της πληροφορίας, ιδίως του ηλεκτρονικού εμπορίου, στην εσωτερική αγορά (οδηγία για το ηλεκτρονικό εμπόριο), 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, 2002/58 και 2004/48, τα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε να βασίζονται σε ερμηνεία των εν λόγω οδηγιών που καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της ορθής ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων θεμελιωδών δικαιωμάτων που προστατεύει η κοινοτική έννομη τάξη. Περαιτέρω, κατά την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς των οδηγιών αυτών στο εσωτερικό δίκαιο, οι αρχές και τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν όχι μόνο να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς τις οδηγίες, αλλά και να μεριμνούν ώστε να μη βασίζονται σε ερμηνεία τους που θα μπορούσε να έλθει σε σύγκρουση με τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα ή με τις λοιπές γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της αναλογικότητας.

2) Ο φορέας παροχής πρόσβασης, που παρέχει στους χρήστες μόνον πρόσβαση στο Διαδίκτυο χωρίς να προσφέρει άλλες υπηρεσίες, όπως, ιδίως, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο, η τηλεφόρτωση ή η υπηρεσία ανταλλαγής αρχείων, ούτε ασκεί κάποιου είδους νομικό ή πραγματικό έλεγχο επί της υπηρεσίας που χρησιμοποιεί ο χρήστης, πρέπει να θεωρηθεί ως «διαμεσολαβητής», κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29.

Παρασκευή, 15 Μαΐου 2009

Συνέδριο - Ηλεκτρονική Δημοκρατία 7.-8.9.2009 στη Βιέννη

Στις 7 - 8.9.2009 θα πραγματοποιηθεί Συνέδριο για ζητήματα ηλεκτρονικής δημοκρατίας στο Πανεπιστήμιο Economics and Business Administration, στη Βιέννη.

Ακολουθεί η επίσημη ανακοίνωση του Συνεδρίου:

There are a number of eDemocracy applications, ranging from transparency sites and information, discussion, deliberation and consultation platforms to decision-making and voting systems, thus encompassing the entire democratic process. As technical devices have matured and feasibility is largely not considered an issue any more, other questions are now considered:

* To what extent can eDemocracy support and enrich our democracy?
* What and where are the interfaces, what methods can be used to integrate eParticipation in present public administration processes?
* How can we ensure that the greatest number of people are reached and are able to use the means of participation?
* How can the modern media support political education?
* How can the Internet increase participation in political discussion?
* What are the limitations and the risks of eDemocracy?
* How may traditional Decision Support Systems be included in the eDemocracy framework?
* How may microeconomic models (eg, game theory) contribute to the understanding of the dynamics created by electronic citizen involvement?

On top of the general paper presentations, the following workshops on special topics will be held: Program

EDem 2009 presents the unique opportunity to look into these questions and discuss the answers. During the conference experiences will be shared, examples of good (and maybe not so good) practice analysed, the State-of-the-Art and future scenarios will be presented and discussed.

We are looking for contributions on all areas and levels of electronic democracy and participation systems, precedence will be given to those contributions which include national and/or international experiences.

Concrete projects can also be submitted, and, if accepted, would be presented as examples of “hands-on” demonstrations of E-Democracy and E-Participation.

The main conference language is English; submissions in German are also acceptable.

We invite individuals from academic and practical backgrounds as well as public administration offices, public bodies, NGOs, education institutions and independent organisations, to submit their contributions.
Cost:

* EUR 95,- for authors
* EUR 115,- early bird rate für participants who register until July 17, 2009
* EUR 135,- for participnats who register after July 17, 2009

The fee includes conference , proceddings and social program during the conference.
Pre-conference social program to be announced.

The Proceedings will be published by the Austrian Computer Society.

The EDEM conference series is jointly organised by the Danube University Krems and the University of Economics and Business Administration, Vienna.
Deadlines

* Submission of papers (max. 10 pages): 17.5.2009
* Notification of acceptance: 19.6.2009
* Final paper submission: 19.7.2009

* Pre-conference program: 6.9.2009
* Conference: 7./8.9.2009

Submissions

Please send your submission in pdf format to alexander.prosser@wu-wien.ac.at or peter.parycek@donau-uni.ac.at. Submission via a Web page will be made available soon.

All submissions will be submitted to a double-blind full paper review by at least 2 reviewers. To facilitate the review process, please write a separate cover sheet with the paper title and affiliation/s and omit the affiliations in the actual paper.

Απόφαση Μον. Πρωτοδικείου Ροδόπης: Τα ιστολόγια δεν υπάγονται στην έννοια του ηλεκτρονικού τύπου


Σύμφωνα με την υπ' αριθ. 44/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης κρίθηκε ότι τα ιστολόγια δεν υπάγονται στην έννοια του ηλεκτρονικού τύπου. Αναλογικά βρίσκει εφαρμογή η νομοθεσία του τύπου στην περίπτωση του ιστολογίου.

Βλ. την απόφαση σε Αρμενόπουλο 2009, σελ. 406 επ.

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

Βραβείο EUROPEAN eDEMOCRACY AWARD 2009

Το Ευρωπαϊκό βραβείο Ηλεκτρονικής Δημοκρατίας είναι μια προσπάθεια ανάδειξης των πιο πρωτοποριακών πρωτοβουλιών στο χώρο της ηλεκτρονικής δημοκρατίας και της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

50 πρωτοβουλίες για την eDemocracy στην ΕΕ των 27 επιλέχθηκαν για το European eDemocracy Award 2009.

Αυτή τη χρονιά ο κινητής μπορεί να είσαι ΕΣΥ

Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να υποβάλλουν ένα σχέδιο με σύντομη περιγραφη μέχρι
25 Μαίου 2009 στις εξής ηλ. διευθυνσεις:

danielvl@politech-institute.eu
και
viktorian@politech-institute.eu

Ο νικητής θα προκλσηθεί στο World eDemocracy Forum 2009, Issy-les-
Moulineaux, France.

Για περισσότερες πληροφορίες για το World eDemocracy Forum:
http://www.edemocracy-forum.com/

ΕΠίσης:
http://www.politech-institute.org/edem_award.asp

Τρίτη, 12 Μαΐου 2009

Βιβλιοπαρουσίαση: Το Δίκαιο του Ηλεκτρονικού Εμπορίου (Επιτομή)



















Το παρόν βιβλίο συνιστά την παρουσίαση των επιμέρους ζητημάτων που εμπίπτουν στο δίκαιο του ηλεκτρονικού εμπορίου, παρουσίαση η οποία γίνεται με διδακτικό τρόπο και με τη χρήση επεξηγηματικών παραδειγμάτων, αλλά και με εισαγωγή στις βασικές τεχνολογικές και άλλες έννοιες που πρέπει να γνωρίζει ο νομικός κατά το χειρισμό σχετικών ζητημάτων.

Αποτελείται από 252 + ΧΙΙΙ σελίδες και συνοδεύεται από πίνακα της κυριότερης βιβλιογραφίας και λημματικό ευρετήριο, αποτελείται δε από δέκα κεφάλαια, τα εξής:
1. Εισαγωγή στο Ηλεκτρονικό εμπόριο
2. Γενικές προϋποθέσεις άσκησης του ηλεκτρονικού εμπορίου
3. Ονόματα χώρου
4. Δικαιώματα πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας επί του περιεχομένου των δικτυακών τόπων
5. Η διαφήμιση στο Διαδίκτυο
6. Ηλεκτρονική κατάρτιση συμβάσεων
7. Προστασία καταναλωτή
8. Φορολογία ηλεκτρονικών συναλλαγών
9. Προστασία προσωπικών δεδομένων στο ηλεκτρονικό εμπόριο
10. Ευθύνη για τις υπηρεσίες της κοινωνίας της πληροφορίας

Εκδόσεις Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 2009

Δευτέρα, 11 Μαΐου 2009

Υπηρεσίες τρισδιάστατης περιήγησης σε δρόμους ελληνικών πόλεων



Σύμφωνα με το δελτίο τύπου της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, το οποίο ακολουθεί, η Αρχή έκρινε ότι είναι αρμόδια να κρίνει σχετικά με τη νομιμότητα της υπηρεσίας Street View της Google, η λειτουργία της οποίας έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις διεθνώς, όπως και της υπηρεσίας www.kapou.gr που παρέχει αντίστοιχες υπηρεσίες και επιφυλάχθηκε να εκδώσει απόφαση.

Από το δελτίο τύπου προκύπτει σαφώς ότι η λειτουργία των υπηρεσιών αυτών δεν προσκρούει σε ανυπέρβλητα εμπόδια, αρκεί να εξασφαλίζονται ορισμένες δικλείδες ασφαλείας, όπως είναι να θολώνονται οι εικόνες και την προστασία των προσωπικών δεδομένων.

Ακολουθεί το δελτίο τύπου:



ΑΡΧΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΥ ΧΑΡΑΚΤΗΡΑ

Αθήνα 11.5.2009
Αριθ. Πρωτ.: Γ/ΕΞ/2910


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Υπηρεσίες τρισδιάστατης περιήγησης σε δρόμους ελληνικών πόλεων (Google Street View, kapou.gr)


Σε σχέση με την υπηρεσία Google Street View καθώς και την αντίστοιχη υπηρεσία που παρέχεται από την ελληνική εταιρεία ΚΑΠΟΥ Α.Ε. ΓΕΩΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ μέσω της ιστοσελίδας www.kapou.gr η Αρχή ανακοινώνει τα εξής:
Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για υπηρεσίες που παρέχουν στους χρήστες μέσω του διαδικτύου τρισδιάστατη περιήγηση στους δρόμους επιλεγμένων πόλεων.
Η εταιρεία Google με έδρα τις Η.Π.Α. υπέβαλε Γνωστοποίηση στην Αρχή για την υπηρεσία της Street View. Η υπηρεσία προσφέρεται ήδη στις Η.Π.Α. και επεκτείνεται σε χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τη Γνωστοποίηση οι φωτογραφίες, στις οποίες εντοπίζονται ευδιάκριτα πρόσωπα ή/και πινακίδες αυτοκινήτων, θα τύχουν περαιτέρω επεξεργασίας και τα εν λόγω σημεία θα καλύπτονται με θόλωση. Μόνο κατόπιν θόλωσης θα προσφερθεί η υπηρεσία στο κοινό μέσω του διαδικτύου. Επιπλέον, τα υποκείμενα των δεδομένων και τρίτοι διατηρούν το δικαίωμα αντίρρησης εάν εντοπίσουν εικόνα μη επαρκώς θολωμένη ή εάν δεν επιθυμούν τη δημοσίευση της εικόνας της οικίας τους.
Η συγκεκριμένη υπηρεσία έχει ήδη απασχολήσει τις ευρωπαϊκές Αρχές Προστασίας Δεδομένων και, επίσης, συζητήθηκε στο πλαίσιο της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ.
Η Αρχή εξέτασε τη Γνωστοποίηση και αφού έλαβε υπόψη και τις απόψεις της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29 της Οδηγίας 95/46/ΕΚ έκρινε ότι είναι αρμόδια να αποφανθεί επί της ανωτέρω Γνωστοποίησης αφού η συγκεκριμένη υπηρεσία επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα και η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιείται με μέσα που βρίσκονται στην Ελληνική Επικράτεια. Περαιτέρω η Αρχή επιφυλάχθηκε να κρίνει τη νομιμότητα της επεξεργασίας μετά την υποβολή συμπληρωματικών στοιχείων και μέχρι τότε δεν επέτρεψε την έναρξη εργασιών συλλογής εικόνων. Τα ζητούμενα συμπληρωματικά στοιχεία αναφέρονται ιδίως στα εξής:
• Συμπλήρωση της γνωστοποίησης με υπόδειξη εκπροσώπου της Google στην Ελλάδα και αποσαφήνιση του ρόλου της ελληνικής εταιρείας της Google ως προς τη συγκεκριμένη υπηρεσία καθώς και του γεωγραφικού χώρου που θα καλύπτει η υπηρεσία στην Ελλάδα.
• Λήψη μέτρων για την ενημέρωση των υποκειμένων των δεδομένων που να είναι επαρκή και πρόσφορα και θα αφορούν στα χαρακτηριστικά της υπηρεσίας και τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων. Η απλή σήμανση των οχημάτων του κινητού συνεργείου λήψης εικόνων δεν κρίνεται επαρκής και πρόσφορος τρόπος ενημέρωσης.
• Αναφορά στα μέτρα που λαμβάνονται για την αποφυγή λήψης εικόνων από χώρους που ενδέχεται να αποκαλύπτουν ευαίσθητα δεδομένα.
• Προσδιορισμό κατόπιν επαρκούς αιτιολόγησης του χρόνου τήρησης και έκτασης των πρωτογενών δεδομένων, δηλαδή των εικόνων πριν την επεξεργασία θόλωσής τους, καθώς και προσδιορισμό των κατηγοριών τυχόν αποδεκτών αυτών των δεδομένων.
• Διενέργεια από εξειδικευμένες ελεγκτικές εταιρίες περιοδικών ελέγχων των μέτρων ασφαλείας που εφαρμόζονται στα πρωτογενή δεδομένα.

Όσον αφορά στην αντίστοιχη υπηρεσία που προσφέρει η ελληνική εταιρεία ΚΑΠΟΥ Α.Ε. προς το παρόν για τις πόλεις της Θεσσαλονίκης, Αθήνας και Τρικάλων, η Αρχή κάλεσε την εταιρεία να υποβάλει την εκ του νόμου απαραίτητη Γνωστοποίηση της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων, να προβεί σε επεξεργασία θόλωσης των εικόνων που περιέχουν πρόσωπα και πινακίδες οχημάτων, να λάβει μέτρα για την αποτελεσματική προστασία των προσωπικών δεδομένων, ανάλογα με όσα αναφέρονται παραπάνω για την εταιρεία Google, και μέχρι τότε να διακόψει την παροχή της υπηρεσίας προς το κοινό.

Τμήμα Επικοινωνίας

Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Επαναχρησιμοποιηση πληροφοριών δημοσιου τομέα


H Επιτροπή της ΕΕ εξέδωσε στις 7 Μαίου 2009 ανακοίνωση σχετικά με την επανεξέταση της οδηγίας 2003/98 για την επαναχρησιμοποίηση των πληροφοριών του δημοσίου τομέα (COM(2009) 212 τελικό).

Στην Ανακοίνωσή της η Επιτροπή αναφέρει ότι η αξία της κοινοτικής αγοράς ΠΔΤ εκτιμάται σε 27 δισεκατομμύρια ευρώ, είναι δηλαδή τετραπλάσια της κοινοτικής αγοράς για τις υπηρεσίες περιαγωγής κινητών. Αυτό αποδεικνύει τον κεντρικό ρόλο των πληροφοριών του δημόσιου τομέα στην ψηφιακή εποχή της τεχνολογίας ως κινητήριας δύναμης για την οικονομική δραστηριότητα. Η περαιτέρω αύξηση της χρήσης αυτού του πόρου, θα συμβάλει συνεπώς άμεσα στην υλοποίηση των στόχων της ΕΕ για αύξηση της ανταγωνιστικότητας και δημιουργία περισσότερων θέσεων εργασίας.

Σύμφωνα με την Επιτροπή, η οδηγία ΠΔΤ καταργεί σημαντικούς φραγμούς στην εσωτερική αγορά περαιτέρω χρήσης, όπως οι πρακτικές που εισάγουν διακρίσεις, οι μονοπωλιακές αγορές και η έλλειψη διαφάνειας. Ωστόσο, παρότι έχει σημειωθεί πρόοδος μετά τη θέσπισή της, πρέπει τα κράτη μέλη να λάβουν και άλλα μέτρα ώστε να ελευθερωθεί το πλήρες δυναμικό των ΠΔΤ προς όφελος της οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει η Επιτροπή είναι τα εξής:

"Η οδηγία ΠΔΤ εισήγαγε τις βασικές προϋποθέσεις για τη διευκόλυνση της περαιτέρω χρήσης των ΠΔΤ σε ολόκληρη την ΕΕ. Έχει σημειωθεί πρόοδος μετά τη θέσπισή της. Επετράπη η περαιτέρω χρήση των ΠΔΤ για εμπορικούς σκοπούς, καταργήθηκαν μονοπώλια, εισήχθησαν δίκαιες και θεμιτές συνθήκες εμπορίας, μειώθηκαν οι τιμές και υπάρχει μεγαλύτερη διαφάνεια. Η πρόοδος και η εφαρμογή της οδηγίας στα κράτη μέλη είναι, ωστόσο, άνιση.
Εξακολουθούν να υπάρχουν μεγάλα εμπόδια. Σε αυτά περιλαμβάνονται προσπάθειες από φορείς του δημόσιου τομέα να μεγιστοποιηθεί η ανάκτηση του κόστους, σε αντίθεση προς τα οφέλη για την ευρύτερη οικονομία, ο ανταγωνισμός μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, πρακτικά ζητήματα που εμποδίζουν την περαιτέρω χρήση, όπως η έλλειψη ενημέρωσης σχετικά με τις διαθέσιμες ΠΔΤ, καθώς και η νοοτροπία των φορέων του δημόσιου τομέα που αδυνατούν να συνειδητοποιήσουν το οικονομικό δυναμικό.
Τα προβλήματα αυτά και η πρόοδος των κρατών μελών στην αντιμετώπισή τους πρέπει να
παρακολουθούνται και να αξιολογηθούν προτού η Επιτροπή εξετάσει το ενδεχόμενο νομοθετικών τροποποιήσεων στην οδηγία ΠΔΤ.
Τα κράτη μέλη πρέπει στο εξής να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στην πλήρη και ορθή υλοποίηση και εφαρμογή της οδηγίας, την κατάργηση των αποκλειστικών ρυθμίσεων, την εφαρμογή μοντέλων αδειοδότησης και χρέωσης που διευκολύνουν τη διάθεση και την περαιτέρω χρήση των ΠΔΤ, την εξασφάλιση ίσων όρων ανάμεσα σε δημόσιους φορείς για περαιτέρω χρήση οικείων εγγράφων και σε άλλους περαιτέρω χρήστες, και την προώθηση ταχέων και μη δαπανηρών μηχανισμών επίλυσης διαφορών.
Η Επιτροπή θα πραγματοποιήσει περαιτέρω επανεξέταση έως το 2012, οπότε αναμένεται ότι θα είναι διαθέσιμα περισσότερα στοιχεία σχετικά με τον αντίκτυπο, τα αποτελέσματα και την εφαρμογή της οδηγίας, και θα εξετάσει το ενδεχόμενο νομοθετικών τροποποιήσεων σε εκείνο το στάδιο, λαμβάνοντας υπόψη την πρόοδο που θα έχει εν τω μεταξύ σημειωθεί στα κράτη μέλη".

Δείτε επίσης:
- Commission calls for action to unlock public sector information re-use
- Economic and Social Impact of the Public Domain:
EU Cultural Institutions and the PSI Directive

- Re-use of Public Sector Information: Commission starts infringement against Italy

- European Public Sector Information (PSI) Platform

CEPE 2009

Απόφαση ΔΕΚ απορρίπτει την προσφυγή κατά της οδηγίας για τη διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων



Με προσφυγή που άσκησε to 2006 η Ιρλανδία ζήτησε από το Δικαστήριο (ΔΕΚ) να ακυρωθεί η οδηγία 2006/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνιών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (ΕΕ L 105, σ. 54), για τον λόγο ότι δεν εκδόθηκε δυνάμει της προσήκουσας νομικής βάσεως.

Η παραπάνω οδηγία είναι ιδιαίτερη αμφιλεγόμενη και έχει επισύρει αυστηρή κριτική, βλ. λ.χ. digitalrights

Η προσφυγή της Ιρλανδίας δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης, βεβαίως, αλλά μόνο την επιλογή ως νομικής βάσης το άρθρο 95 ΕΚ, το οποίο βεβαίως επιτρέπει την ψήφιση οδηγίας με ειδική πλειοψηφία και όχι με ομοφωνία, η οποία δεν ήταν δεδομένη, αφού η Ιρλανδία και η Σλοβακία καταψήφισαν την οδηγία.

Ωστόσο, το ΔΕΚ στην απόφασή του της 10-2-2009 στην υπόθεση C-301/06 απέρριψε την προσφυγή με το παρακάτω σκεπτικό και συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εγκυρότητας της οδηγίας, η οποία θα πρέπει να εφαρμοσθεί από τα κράτη μέλη της ΕΕ και να γίνει εθνικό δίκαιο.

Ειδικότερα, το σκεπτικό της απόφασης έχει ως εξής:

(...)
57 Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι η αίτηση που υπέβαλε η Ιρλανδία αφορά μόνον την επιλογή της νομικής βάσης και όχι ενδεχόμενη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων λόγω επεμβάσεων στην άσκηση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής που περιλαμβάνει η οδηγία 2006/24.

58 Η Ιρλανδία, υποστηριζόμενη από τη Δημοκρατία της Σλοβακίας, προβάλλει ότι η οδηγία 2006/24 δεν μπορεί να βασίζεται στο άρθρο 95 ΕΚ, δεδομένου ότι το «κέντρο βαρύτητάς» της δεν αφορά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η οδηγία αυτή έχει ως μοναδικό στόχο, ή τουλάχιστον ως κύριο, τη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων.

59 Η άποψη ατή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

60 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιλογή της νομικής βάσης μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως (βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007, C-440/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I 9097, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

61 Η οδηγία 2006/24 εκδόθηκε βάσει της Συνθήκης ΕΚ και, ειδικότερα, βάσει του άρθρου της 95.

62 Το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει τους κανόνες για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

63 Ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να προσφύγει στο άρθρο 95 ΕΚ ιδίως στην περίπτωση της ύπαρξης διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, όταν οι διαφορές αυτές είναι ικανές να εμποδίσουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες ή να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να έχουν, ως εκ τούτου, άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2006, C‑380/03, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I-11573, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

64 Εξάλλου, η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσης είναι μεν δυνατή προκειμένου να προληφθούν μελλοντικά εμπόδια στο εμπόριο λόγω της ανομοιογενούς εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών, η εμφάνιση όμως των εμποδίων αυτών πρέπει να είναι πιθανή και το επίδικο μέτρο πρέπει να έχει ως αντικείμενο την πρόληψή τους (προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

65 Πρέπει να εξακριβωθεί αν η κατάσταση που οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 2006/24 πληροί τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στις δύο προηγούμενες σκέψεις.

66 Όπως προκύπτει από την πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, αφετηρία του κοινοτικού νομοθέτη υπήρξε το δεδομένο ότι υπήρχαν νομοθετικές και τεχνικές διαφορές μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων σχετικά με τη διατήρηση δεδομένων από τους φορείς παροχής υπηρεσιών.

67 Συναφώς, τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο επιβεβαιώνουν ότι, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις που αναφέρονται στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, αρκετά κράτη μέλη, αντιλαμβανόμενα ότι τα στοιχεία για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες αποτελούν έναν αποτελεσματικό τρόπο για την εξιχνίαση και την καταστολή των ποινικών αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας, έχουν θεσπίσει μέτρα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58 για να επιβάλουν στους φορείς παροχής υπηρεσιών υποχρεώσεις σχετικά με τη διατήρηση των δεδομένων αυτών.

68 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι οι σχετικές με τη διατήρηση των δεδομένων υποχρεώσεις έχουν σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις στους φορείς παροχής υπηρεσιών, στον βαθμό που μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλες επενδύσεις και λειτουργικές δαπάνες.

69 Τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο μαρτυρούν, εξάλλου, ότι τα εθνικά μέτρα που ελήφθησαν μέχρι το 2005 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58 είχαν σημαντικές διαφορές, ιδίως όσον αφορά τη φύση των διατηρούμενων δεδομένων και τη διάρκεια της διατήρησής τους.

70 Τέλος, όπως ήταν απόλυτα προβλέψιμο, τα κράτη μέλη που δεν διέθεταν ρύθμιση για τη διατήρηση των δεδομένων θέσπισαν κανόνες που μεγάλωσαν τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων υφισταμένων εθνικών μέτρων.

71 Κατόπιν των στοιχείων αυτών, φαίνεται ότι οι διαφορές μεταξύ των διαφορετικών εθνικών ρυθμίσεων για τα θέματα διατήρησης των δεδομένων σχετικά με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες μπορούσαν να έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η επίπτωση αυτή ήταν πιθανό να μεγαλώσει.

72 Μια τέτοια κατάσταση δικαιολογεί την επιδίωξη από τον κοινοτικό νομοθέτη του στόχου της προστασίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων.

73 Πρέπει, εξάλλου, να τονιστεί ότι, προβλέποντας ένα εναρμονισμένο επίπεδο διατήρησης των σχετικών με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες δεδομένων, η οδηγία 2006/24 τροποποίησε τις διατάξεις της οδηγίας 2002/58.

74 Βάση της τελευταίας αυτής οδηγίας ήταν το άρθρο 95 ΕΚ.

75 Σύμφωνα με το άρθρο 47 ΕΕ, καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΚ δεν θίγεται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιταγή αυτή περιλαμβάνεται και στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 29 ΕΕ, που εισάγει τον τίτλο VI της τελευταίας αυτής Συνθήκης, που τιτλοφορείται «Διατάξεις για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις» (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 52).

76 Το άρθρο 47 ΕΕ, προβλέποντας ότι καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΕ δεν θίγει τις Συνθήκες για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ούτε και τις μετέπειτα Συνθήκες και πράξεις που τις έχουν τροποποιήσει ή συμπληρώσει, αποβλέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 2, πέμπτη περίπτωση, ΕΕ και 3, πρώτο εδάφιο, ΕΕ, στη διατήρηση και την ανάπτυξη του κοινοτικού κεκτημένου (απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, C-91/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 59).

77 Εναπόκειται στο Δικαστήριο να μεριμνά ώστε οι πράξεις οι οποίες, όπως ισχυρίζεται η μία πλευρά, εμπίπτουν στον τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ και οι οποίες είναι, ως εκ της φύσεώς τους, ικανές να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα να μη σφετερίζονται τις αρμοδιότητες που οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ απονέμουν στην Κοινότητα (απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

78 Στον βαθμό που η τροποποίηση της οδηγίας 2002/58 που επήλθε με την οδηγία 2006/24 εμπίπτει στις κοινοτικές αρμοδιότητες, η οδηγία 2006/24 δεν μπορεί να στηριχθεί σε διάταξη της Συνθήκης ΕΕ χωρίς να παραβιάζεται το άρθρο 47 αυτής.

79 Για να προσδιοριστεί αν ο νομοθέτης επέλεξε την κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση της οδηγίας 2006/24, πρέπει επίσης, όπως προκύπτει από τη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, να εξετάσει το ουσιαστικό περιεχόμενο των διατάξεών της.

80 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής περιορίζονται σημαντικά στις δραστηριότητες των φορέων παροχής υπηρεσιών και δεν ρυθμίζουν την πρόσβαση στα δεδομένα ούτε την αξιοποίησή τους από τις αστυνομικές ή τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών.

81 Ειδικότερα, οι διατάξεις της οδηγίας 2006/24 επιδιώκουν την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν την υποχρέωση διατήρησης των δεδομένων (άρθρο 3), τις κατηγορίες των διατηρούμενων δεδομένων (άρθρο 5), τη διάρκεια διατήρησης των δεδομένων (άρθρο 6), την προστασία και ασφάλεια των δεδομένων (άρθρο 7) και τις συνθήκες αποθήκευσής τους (άρθρο 8).

82 Αντιθέτως, τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία 2006/24 δεν συνεπάγονται, από μόνα τους, επέμβαση για την επιβολή του νόμου από τις αρχές των κρατών μελών. Όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, προβλέπεται ότι οι φορείς παροχής υπηρεσιών πρέπει να διατηρούν μόνον τα δεδομένα που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά την παροχή των οικείων υπηρεσιών επικοινωνιών. Τα δεδομένα αυτά είναι μόνον εκείνα που συνδέονται στενά με την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας των εν λόγω φορέων.

83 Η οδηγία 2006/24 ρυθμίζει έτσι ενέργειες που είναι ανεξάρτητες από την εφαρμογή οποιασδήποτε πιθανής συνεργασίας των αστυνομικών και δικαστικών αρχών σε ποινικές υποθέσεις. Δεν εναρμονίζει ούτε το ζήτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από τις αρμόδιες για την επιβολή του νόμου εθνικές αρχές ούτε το ζήτημα της χρήσης και ανταλλαγής των δεδομένων αυτών μεταξύ των εν λόγω αρχών. Αυτά τα ζητήματα, που εμπίπτουν κατ’ αρχήν στον τομέα που καλύπτει ο τίτλος VI της Συνθήκης ΕΕ, είχαν εξαιρεθεί από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, όπως τονίζεται, ιδίως, με την εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη και με το άρθρο της 4.

84 Επομένως, το ουσιαστικό περιεχόμενο της οδηγίας 2006/24 αφορά κατ’ ουσίαν τις δραστηριότητες των φορέων παροχής υπηρεσιών στον οικείο τομέα της εσωτερικής αγοράς, εξαιρουμένων των κρατικών δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στον τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ.

85 Ενόψει του ουσιαστικού αυτού περιεχομένου, συνάγεται ότι η οδηγία 2006/24 αφορά κυρίως τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

86 Προς αντίκρουση του συμπεράσματος αυτού, η Ιρλανδία προβάλλει ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση 2004/496/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2004, για τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την επεξεργασία και τη διαβίβαση των καταστάσεων με τα ονόματα των επιβατών από τους αερομεταφορείς προς το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών (ΕΕ L 183, σ. 83, και –διορθωτικό- ΕΕ 2005, L 255, σ. 168).

87 Με τη σκέψη 68 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω συμφωνία αφορούσε την ίδια διαβίβαση δεδομένων με εκείνη της αποφάσεως 2004/535/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 2004, σχετικά με την ικανοποιητική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στον φάκελο των επιβατών αεροπορικών μεταφορών ο οποίος διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΕΕ L 235, σ. 11).

88 Η απόφαση αυτή αφορούσε τη διαβίβαση των δεδομένων των επιβατών που προέρχονται από τα συστήματα κρατήσεως θέσεων των αερομεταφορέων που βρίσκονται στο έδαφος των κρατών μελών προς την Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση αυτή είχε ως αντικείμενο επεξεργασία δεδομένων που δεν ήταν αναγκαία για την παροχή υπηρεσιών από τους αερομεταφορείς, αλλά θεωρήθηκε ως αναγκαία για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας και για τους σκοπούς της επιβολής του νόμου. Με τις σκέψεις 57 έως 59 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια επεξεργασία των δεδομένων ενέπιπτε στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 95/46, σύμφωνα με το οποίο η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται, ιδίως, στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η απόφαση 2004/535 δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46.

89 Εφόσον η συμφωνία που αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως 2004/496 αφορούσε, όπως και η απόφαση 2004/535, την επεξεργασία δεδομένων που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση 2004/496 δεν είχε εκδοθεί νομίμως βάσει του άρθρου 95 ΕΚ (προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψεις 68 και 69).

90 Οι σκέψεις αυτές δεν μπορούν να ισχύσουν ως προς την οδηγία 2006/24.

91 Συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς την απόφαση 2004/496, που αφορούσε διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντασσόμενη σε πλαίσιο που καθορίζεται από τις δημόσιες αρχές για τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας, η οδηγία 2006/24 αφορά τις δραστηριότητες των φορέων παροχής υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά και δεν περιλαμβάνει καμία ρύθμιση των δραστηριοτήτων της δημόσιας εξουσίας για σκοπούς επιβολής του νόμου.

92 Επομένως, τα επιχειρήματα που αντλεί η Ιρλανδία από την ακύρωση της αποφάσεως 2004/496 με την προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

93 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, κρίνεται ότι ορθώς εκδόθηκε η οδηγία 2006/24 βάσει του άρθρου 95 ΕΚ.

94 Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.