Κυριακή, 13 Απριλίου 2008

Η αποστολή επιστολής ως επεξεργασία προσωπικών δεδομένων

Με την υπ' αριθ. 9/2008 απόφασή της, η Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έκρινε αναφορικά με μια καταγγελία που τέθηκε υπόψη της, η οποία αφορούσε τη διάδοση απλών προσωπικών δεδομένων μέσω της αποστολής επιστολής από ασφαλιστική εταιρία σε έναν ευρύ κύκλο προσώπων, πελατών της ασφαλιστικής εταιρίας, τα οποία αφορούσαν συγκεκριμένα το γεγονός της καταγγελίας της σχέσης συνεργασίας της εταιρίας με τον καταγγέλοντα - ασφαλιστικό σύμβουλο.
Στην απόφαση αυτή, η Αρχή έκρινε ότι η εν λόγω επεξεργασία συνάδει με τις διατάξεις του Ν. 2472/1997 για την Προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης και με την εφαρμογή των οποίων έχει επιφορτιστεί η Αρχή. Ωστόσο, το πιο κρίσιμο, κατά την άποψή μας, ζήτημα είναι το ότι σύμφωνα με την Αρχή, η αποστολή μιας απλής επιστολής κρίθηκε ότι συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων.
Ειδικότερα, στην Αρχή υποβλήθηκε προσφυγή – καταγγελία ασφαλιστικού συμβούλου, σύμφωνα με την οποία η εταιρεία "* *", με έδρα τη Θεσσαλονίκη, γνωστοποίησε σε ευρύ κύκλο προσώπων δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, που τον αφορούν. Ειδικότερα, η εν λόγω εταιρεία απέστειλε, στις αρχές του 2006, σε μεγάλο αριθμό πελατών της (περίπου 3.000, κατά τους ισχυρισμούς του προσφεύγοντος), οι οποίοι είχαν άμεση σχέση με τον προσφεύγοντα, επιστολή υπογεγραμμένη από τον τότε υπεύθυνο διαχείρισης πελατών της, με την οποία τους πληροφορούσε ότι προέβη στην καταγγελία της σύμβασης, που τη συνέδεε με τον προσφεύγοντα, λόγω του ότι εκείνος δεν της κατέβαλε μέρος των ασφαλίστρων, που αντιστοιχούσαν στα ασφαλιστήρια, που είχαν συναφθεί με τη μεσολάβησή του.
Σε σχέση με το κρίσιμο θέμα αν η αποστολή μιας επιστολής συνιστά επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, η Αρχή αναφέρει κατά λέξη:

Επειδή, από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 2 και 3 παρ. 1 του Ν. 2472/1997 προκύπτει ότι η αποστολή από την καταγγελλόμενη εταιρεία της ως άνω επιστολής με το συγκεκριμένο περιεχόμενο στους προαναφερόμενους αποδέκτες, συνιστά αυτοματοποιημένη επεξεργασία («διάδοση») απλών δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του προσφεύγοντος, τα οποία τηρούνται στα αρχεία της εν λόγω εταιρείας, ως υπευθύνου επεξεργασίας. Συνεπώς, η Αρχή έχει αρμοδιότητα να εξετάσει εάν η επεξεργασία αυτή συνάδει ή όχι με τις διατάξεις του Ν. 2472/1997.

Προϋπόθεση για να τύχει εφαρμογής ο Ν. 2472/1997 είναι να υφίσταται επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, πληροφοριών δηλ. που αφορούν ένα φυσικό πρόσωπο. Σύμφωνα με το νόμο, η επεξεργασία πρέπει να γίνεται είτε με αυτοματοποιημένες μεθόδους είτε με μη αυτοματοποιημένες μεθόδους, οπότε όμως θα πρέπει τα δεδομένα να περιλαμβάνονται ή να πρόκειται να περιληφθούν σε αρχείο.
Εν προκειμένω, εφόσον πρόκειται για επιστολή που αποστέλλεται μέσω του ταχυδρομείου και όχι μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, έχουμε να κάνουμε με μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία. Για να τύχει, ακολούθως, εφαρμογής ο ν. 2472/1997 σε μη αυτοματοποιημένη επεξεργασία θα πρέπει τα δεδομένα να περιλαμβάνονται σε αρχείο, όπως προαναφέρθηκε. Όμως, δεν καθίσταται σαφές από την απόφαση αν τα προσωπικά δεδομένα προέρχονται από αρχείο, από διαρθρωμένο σύνολο δηλ. προσωπικών δεδομένων προσιτών με συγκεκριμένα κριτήρια.
Βεβαίως, η Αρχή κάνει λόγο για αυτοματοποιημένη επεξεργασία, κρίση που δεν μπορεί να συναχθεί από τα πραγματικά περιστατικά, διότι η αποστολή μιας επιστολής δεν συνιστά αυτοματοποιημένη επεξεργασία, αλλά μόνο για εν μέρει αυτοματοποιημένη επεξεργασία θα μπορούσε να γίνει λόγος, εφόσον προέκυπτε ότι τα δεδομένα που περιλαμβάνονται στην επιστολή έχουν συναχθεί από άλλα ηλεκτρονικά δεδομένα. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει, ενώ ούτε τεκμηριώνεται η ύπαρξη αρχείου - ηλεκτρονικού ή μη - που αφορά τον προσφεύγοντα , το οποίο τηρούσε η ασφαλιστική εταιρία.
Συνεπώς, η επιχειρηματολογία της Αρχής στην οποία στηρίζει την απόφαση παρουσιάζει κενά και ελλείψεις.

Τρίτη, 8 Απριλίου 2008

Ο Ευρωπαϊκός Χάρτης των δικαιωμάτων των πολιτών στην κοινωνία της πληροφορίας

Ένα σημαντικό εργαλείο στην προώθηση πολιτικών και συγκεκριμένων εφαρμογών ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, στα πλαίσια της τοπικής αυτοδιοίκησης, κυρίως είναι ο Ευρωπαϊκός Χάρτης των δικαιωμάτων των πολιτών στην κοινωνία της πληροφορίας.

Ο Χάρτης έχει καταρτισθεί ήδη από το 2006, δεν είναι δηλ. νέος, ωστόσο, περιέχει πολύ σημαντικές αρχές, διακηρυκτικού χαρακτήρα, τις οποίες αναμένουμε να δούμε να υιοθετούν και οι αυτοδιοικήσεις στην Ελλάδα, οι οποίες στον τομέα της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, με εξαίρεση ορισμένους δήμους όπως είναι ο δήμος Τρικάλων, δεν βρίσκονται στην αιχμή της πρωτοπορίας.

Ειδικότερα, ο Χάρτης προβλέπει το δικαίωμα πρόσβασης των πολιτών στο Διαδίκτυο, με τη δημιουργία δημόσιων σημείων πρόσβασης, κατά προτίμηση μέσω ενός ευρυζωνικού δικτύου και με σεβασμό της ασφάλειας δεδομένων και της προστασίας των προσωπικών δεδομένων των πολιτών.

Περαιτέρω, προβλέπεται το δικαίωμα στη μόρφωση και εκπαίδευση στις νέες τεχνολογίες, ιδίως μέσω της διαρκούς μόρφωσης και με ηλεκτρονική διδασκαλία.

Ο Χάρτης αναφέρεται και στην ποιότητα των παρεχόμενων διαδικτυακών πληροφοριών από τη διοίκηση, αλλά και στη δυνατότητα πρόσβασης των ΑΜΕΑ.

Τέλος, προβλέπεται και η δημιουργία εφαρμογών ηλεκτρονικής δημοκρατίας, με τη συμμετοχή στη διαδικασία λήψης αποφάσεων με ηλεκτρονικά μέσα.


Objectives

Undertake, within the sphere of my responsibility and activities, to promote the creation and delivery of the services aimed at achieving the following local objectives, i.e.,

1. Promote Internet access for all and foster the effective use of and the public’s trust in technologies and public services based on new technologies

2. Strengthen the fundamental right to education in the Knowledge Society, enabling people of all ages and sectors to take part in and benefit from the development of the Knowledge Society

3. Provide access to user-friendly and understandable public information

4. Ensure transparent public administration

I wish to progressively ensure the effective recognition and protection of particular and measurable rights of all citizens in the Knowledge Society needed to overcome any possible threat of the digital divide and to ensure social and territorial cohesion. I wish in particular, within the bounds of my responsibility and specificities, to recognise and progressively protect the following rights:

CHAPTER I. Rights to Access

1. Every citizen of the European Union will have access to the Internet through Public Internet Access Points, preferably via a broadband network

2. Every citizen of the European Union must be guaranteed the security and privacy of any personal data managed through online public services

CHAPTER II. Rights to Education and Training

3. Every citizen of the European Union will have the right to acquire the basic skills for an effective use of services and information through ICT

4. Every citizen of the European Union will have access to personalised assistance when accessing public and ICT-based equipment and facilities

5. Every citizen of the European Union will have access to lifelong e-learning platforms to benefit from all the available resources generated by communication-technology facilities and thus take part in the knowledge society

CHAPTER III: Rights to Online Information

6. Every citizen of the European Union will have access to the best quality information produced by public administrations

7. Every citizen of the European Union will have access to online information regardless of disabilities

CHAPTER IV: Rights to Online Participation

8. Every citizen of the European Union will be ensured the right to participate through ICT platforms in the decision-making processes of his or her local government

9. Every citizen of the European Union will receive public administration feedback on any online consultation results

Ο χαρακτήρας της ευθύνης του ιδιοκτήτη ηλεκτρονικής εφημερίδου/ ηλεκτρονικού εντύπου

Από πολλές πλευρές υποστηρίζεται ότι οι ηλεκτρονικές εφημερίδες και οι άλλοι δικτυακοί τόποι όπως τα ιστολόγια, θεωρούνται ως τύπος (βλ. τις απόψεις του e-lawyer), αλλά και ειδικότερα, ότι σε αυτά βρίσκει εφαρμογή ο ν. 1178/1981 περί τύπου (βλ. Ι. Καράκωστα, Δίκαιο & Ιντερνετ, 2001, σελ. 54 επ.).
Η θεώρηση ότι τα δημοσιεύματα σε δικτυακούς ιστοχώρους υπόκεινται στις αξιώσεις του παραπάνω νόμου έχει ως συνέπεια να ευθύνεται πέρα από τον συντάκτη του δημοσιεύματος και ο εκδότης, ο ιδιοκτήτης και ο διευθυντής μιας ιστοσελίδας, αλλά και ο παροχέας πρόσβασης. Η άποψη αυτή δεν θεμελιώνεται επαρκώς, καθώς ο νόμος αναφέρεται σε έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά, ενώ με το άρθρο 4 § 10 του ν. 2328/1995 επεκτείνεται σε ραδιοφωνικούς και τηλεοπτικούς σταθμούς.
Το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο της Χώρας μας καθιστά σαφές ότι ο ν. 1178/1981 δεν βρίσκει εφαρμογή σε ηλεκτρονικούς τόπους και είναι πολύ σημαντική, διότι πλέον δεν μπορεί να υπάρχει αμφισβήτηση σχετικά με το εν λόγω θέμα.
Παρόμοια, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι το Διαδίκτυο υπάγεται στις συνταγματικές διατάξεις για τα ΜΜΕ, καθώς η συνταγματική προστασία για τον τύπο (άρθρο 14 Σ) διατυπώνεται στενά, όπως προκύπτει ερμηνευτικά και από το άρθρο 15 § 1 Σ που ορίζει ότι οι προστατευτικές διατάξεις για τον τύπο διατάξεις του άρθρου 14 δεν εφαρμόζονται επί του κινηματογράφου, της φωνογραφίας, της ραδιοφωνίας, της τηλεόρασης και παντός άλλου παρεμφερούς μέσου μετάδοσης λόγου ή παράστασης. Είναι σαφές ότι και το Διαδίκτυο εμπίπτει στην εξαίρεση αυτή, ως παρεμφερές μέσο με αυτό των παραπάνω αναφερόμενων ηλεκτρονικών μέσων.
Ακολουθεί το κείμενο της απόφασης.


Αριθμός 1752/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Παπανικολάου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου και του αρχαιότερού του Αρεοπαγίτη), Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ιωάννη Παπουτσή, Αρεοπαγίτες. ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ιωάννη Γεωργόπουλου . Του αναιρεσιβλήτου:..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρος.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4730/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 469/2005 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 31-1-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Παπανικολάου ανέγνωσε την από 2-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Ο αναιρεσείων στην αρχή του πρώτου λόγου της αίτησής του αναφέρεται στην παρ. 1 του άρθρου μόνου του ν.1178/1981 κατά την οποία "Ο ιδιοκτήτης παντός εντύπου υποχρεούται εις πλήρη αποζημίωσιν δια την παράνομον περιουσιακήν ζημίαν, ως και εις χρηματικήν ικανοποίησιν δια την ηθικήν βλάβην, αι οποίαι υπαιτίως επροξενήθησαν δια δημοσιεύματος, θίγοντος την τιμήν ή την υπόληψιν παντός ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότης, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεσις και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώσις ή υπαίτιος άγνοια συντρέχει εις τον συντάκτην του δημοσιεύματος ή, εάν ούτος είναι άγνωστος, εις τον εκδότην ή τον διευθυντήν συντάξεως του εντύπου". Ακολούθως στον ίδιο λόγο ο αναιρεσείων παραθέτει δύο παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, εκείνη μεν κατά την οποία ιδιοκτήτης και εκδότης του ηλεκτρονικώς διατυπούμενου κειμένου και περιοδικώς επαναλαμβανόμενου με τα εκάστοτε συμβαίνοντα στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, υπό τον τίτλο "...", το οποίο δημοσιεύεται σε συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση είναι η καθηγήτρια ..., και την άλλη, κατά την οποία υπάρχουν συνιδιοκτήτες και συνεκδότες του ίδιου ηλεκτρονικού τόπου (ηλεκτρονικής διεύθυνσης) μεταξύ των οποίων και αυτός (αναιρεσείων), για να μεμφθεί τελικά την ίδια απόφαση ότι με τις παραδοχές της αυτές και χωρίς περαιτέρω να δεχθεί ότι έχει τηρηθεί ο νόμιμος τρόπος αποκτήσεως των ιδιοτήτων αυτών εκ μέρους του, παραβίασε ευθέως την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν.1178/1981 και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού από την άνω παρ. 1 του άρθρου μόνου του Ν.1178/1981 προκύπτει σαφώς ότι αναφέρεται μόνο στην αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη του εντύπου και δεν ρυθμίζει τα της ιδιοκτησίας κ.λ.π. της ηλεκτρονικής διεύθυνσης ή ηλεκτρονικού τόπου. Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι αλυσιτελής αφού πλήττει την επάλληλη και πλεοναστική παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, δηλαδή εκείνη που στηρίζει την ευθύνη του αναιρεσείοντος στην ιδιότητά του ως συνιδιοκτήτη και συνεκδότη, ενώ η κύρια αιτιολογία του Εφετείου, που αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της προσβαλλομένης, είναι ότι η ευθύνη του αναιρεσείοντος στηρίζεται στην ιδιότητά του ως συντάκτη του επιλήψιμου δημοσιεύματος.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. α΄ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων μέμφεται την αναιρεσιβαλλομένη γιατί δέχθηκε ότι συντάκτης του επίμαχου δημοσιεύματος είναι αυτός, χωρίς ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος να ισχυρίζεται τούτο στην αγωγή του και έτσι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 εδ. α΄ της ΚΠολΔ 559, ως λαβόν υπόψη πράγματα μη προταθέντα. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της από 18.12.2002 ένδικης αγωγής από τον Άρειο Πάγο (ΚΠολΔ 561 παρ. 2), σαφώς νοηματικά συνάγεται, από το σύνολο του περιεχομένου της, ότι ο ενάγων ισχυρίζεται, κατά κύριο λόγο, ότι συντάκτης του επίμαχου ηλεκτρονικού κειμένου είναι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ότι, δηλαδή, αυτός "έγραψε" και εν συνεχεία δημοσίευσε το εν λόγω κείμενο.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λογικώς η έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης σημαίνει την αδυναμία αναιρετικού ελέγχου της ακολουθίας της δικανικής κρίσης ως προς την εφαρμογή διάταξης ουσιαστικού νόμου, ιδίως λόγω έλλειψης, ή ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας των αιτιολογιών, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 225/2005). Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων στον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559, (πρώτο μέρος) πλήττει την αναιρεσιβαλλομένη για αντιφατικές, κατ΄ αυτόν, αιτιολογίες, διότι δέχεται ότι οι χαρακτηρισμοί του επιλήψιμου δημοσιεύματος ότι ο ανωνύμως αναφερόμενος σ΄αυτό είναι "άγνωστος μεταξύ αγνώστων" στο Υπουργείο Εξωτερικών, ότι "δεν ήταν Ειδικός Σύμβουλος στο Υπουργείο αυτό", ότι "όσα έχει κάνει στη ζωή του μάλλον είναι αέρας κοπανιστός" και ότι "αέρας κοπανιστός θα φαντάζει σε λίγο καιρό το πέρασμά του από το Πανεπιστήμιο", αφορούν τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα, τον οποίο και "φωτογραφίζουν" και ότι πάντα ταύτα είναι ψευδή, συκοφαντικά και υβριστικά, ενώ ταυτόχρονα δέχεται αντιφατικά, κατά τον αναιρεσείοντα, ότι ολόκληρη η Πανεπιστημιακή Κοινότητα (Διδακτικό - Διοικητικό Προσωπικό, Φοιτητές) εγνώριζαν, ότι ο ενάγων ήταν, πράγματι, Ειδικός Σύμβουλος στο Υπουργείο Εξωτερικών και ότι η ιδιότητά του αυτή προσμετρήθη στα προσόντα του για την εκλογή του ως Επίκουρου Καθηγητή στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου Πειραιώς. Οι παραδοχές, όμως, αυτές, πάντοτε κατά τον αναιρεσείοντα, βρίσκονται σε αντίθεση, "διότι δεν είναι δυνατόν οι λαβόντες γνώση του δημοσιεύματος να γνωρίζουν ότι ο ενάγων ήτο πράγματι Ειδικός Σύμβουλος στο ΥΠ.ΕΞ και ταυτόχρονα να θεωρούν ότι το δημοσίευμα αφορά τον ίδιο ως άγνωστο μεταξύ αγνώστων στο Υπουργείο αυτό". Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο αυτό μέρος του είναι αβάσιμος, αφού δεν υπάρχει καμιά αντίφαση μεταξύ των παραδοχών τούτων της αναιρεσιβαλλομένης. Πράγματι, είναι λογικώς δυνατόν οι λαβόντες γνώση του επίμαχου δημοσιεύματος να γνώριζαν ότι ο ενάγων ήταν πράγματι Ειδικός Σύμβουλος του ΥΠ.ΕΞ. και συγχρόνως να θεωρούσαν ότι το δημοσίευμα αυτό αφορά τον ενάγοντα και ότι τούτο είναι ψευδές και συκοφαντικό όσον αφορά το ισχυριζόμενο γεγονός, πως ο ενάγων ήταν άγνωστος μεταξύ αγνώστων στο Υπουργείο αυτό. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου ο αναιρεσείων μέμφεται και πάλι την αναιρεσιβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αριθμό 19 της ΚΠολΔ 559 (ανεπαρκείς αιτιολογίες) και συγκεκριμένα ενώ δέχεται ότι τα περί "αέρα κοπανιστού" ως προς την απόδοση του ενάγοντα στο Πανεπιστήμιο Πειραιά, που αναφέρονται στο επιλήψιμο δημοσίευμα, αποτελούν ύβρη κατά του ενάγοντος, με ειδικό σκοπό εξύβρισης αυτού από μέρους του συντάκτη του δημοσιεύματος εναγομένου και ότι κατά το παρελθόν είχαν δημοσιευθεί στην ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση υπό τον αυτό τίτλο "..." σχόλια που αφορούσαν και άλλους καθηγητές, μεταξύ των οποίων και τον εναγόμενο, πλην, όμως, τα δημοσιεύματα αυτά ήσαν "καλοπροαίρετα, δεν υπερβαίνουν το προσήκον από τις περιστάσεις μέτρο και δεν προκύπτει από το περιεχόμενό τους σκοπός εξυβρίσεως", στη συνέχεια το Εφετείο δεν αναφέρει το περιεχόμενο των προηγούμενων αυτών σχολίων για να συγκριθεί τούτο με το ένδικο δημοσίευμα. Αλλά και η αιτίαση αυτή κατά της προσβαλλομένης είναι αβάσιμη γιατί δεν αποτελεί έλλειψη νόμιμης βάσης, υπό την μορφή της ανεπαρκούς αιτιολογίας, η μη περαιτέρω αναλυτική αναφορά στην προσβαλλομένη των άλλων μη ένδικων δημοσιευμάτων, στα οποία πλεοναστικώς, στα πλαίσια επιχειρηματολογίας, αναφέρθηκε γενικώς το Εφετείο, αφού το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλομένης εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα σ΄αυτή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 31-1-2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της 469/2005 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς. Και Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 4 Ιουλίου 2007. Και Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2007.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Κυριακή, 6 Απριλίου 2008

Η αντιμετώπιση του phising

Πληθαίνουν τα περιστατικά διαδικτυακών επιθέσεων ηλεκτρονικού "ψαρέματος", του λεγόμενου phishing, όχι μόνο στο εξωτερικό, αλλά και στη χώρα μας. Πρόσφατα ανακοινώθηκε από ελληνικά τραπεζικά ιδρύματα ότι οι χρήστες του Διαδικτύου βομβαρδίζονται από πλήθος μηνυμάτων που τους καλούν να δώσουν τα στοιχεία τους (αριθμούς πιστωτικής κάρτας, κωδικούς τραπεζικών λογαριασμών κλπ.). Όσοι επιχειρούν τις απόπειρες αυτές αποσκοπούν στην κλοπή στοιχείων που χρησιμοποιούνται για την πιστοποίηση της ηλεκτρονικής κυρίως ενός προσώπου και στην αφαίμαξη χρηματικών πσοών από τραπεζικούς λογαριασμούς ή στην χρέωση πιστωτικών καρτών.

Οι απόπειρες εξαπάτησης λαμβάνουν χώρα με την αποστολή παραπλανητικών μηνυμάτων που μοιάζουν ότι προέρχονται από ένα τραπεζικό ή χρηματοδοτικό ίδρυμα και έχουν την εξής μορφή:




















Παρόμοια μηνύματα αποστέλλονται κατά χιλιάδες ανά την υφήλιο και αποτελούν ένα πραγματικό πρόβλημα ασφάλειας που απειλεί τις διαδικτυακές συναλλαγές.
(βλ. Internet Threat Report 2007)

Το φαινόμενο αυτό αναδεικνύει την έλλειψη επαρκούς νομοθεσίας στην Ελλάδα, καθώς η χώρα μας δεν έχει κυρώσει τη Σύμβαση της Βουδαπέστης για το Διαδικτυακό έγκλημα, η οποία αντιμετωπίζει εν μέρει τη διαδικτυακή απάτη.

Θεωρούμε ότι θα έπρεπε ο νομοθέτης να κάνει ένα βήμα πέρα από τις ρυθμίσεις και αυτής της σύμβασης και να θεσπίσει ειδικούς κανόνες που να αντιμετωπίζουν τις νέες μορφές διαδικτυακής απάτης.

Πρόταση νόμου για την αντιμετώπιση του φαινομένου κατατέθηκε από τον Γερουσιαστή Patrick Leahy στις 28.12.2005, σύμφωνα με την οποία το phishing θα τιμωρούνταν ποινικά. Η πρόταση αυτή, η οποία δεν ψηφίσθηκε τελικά, έχει ως εξής:
109th CONGRESS
1st Session
H. R. 1099

To criminalize Internet scams involving fraudulently obtaining personal information, commonly known as phishing.

    (a) In General- Chapter 63 of title 18, United States Code, is amended by adding at the end the following:

`Sec. 1351. Internet fraud

    `(a) Website- Whoever knowingly, with the intent to carry on any activity which would be a Federal or State crime of fraud or identity theft--

      `(1) creates or procures the creation of a website or domain name that represents itself as a legitimate online business, without the authority or approval of the registered owner of the actual website or domain name of the legitimate online business; and

      `(2) uses that website or domain name to induce, request, ask, or solicit any person to transmit, submit, or provide any means of identification to another;

    shall be fined under this title or imprisoned up to five years, or both.

    `(b) Messenger- Whoever knowingly, with the intent to carry on any activity which would be a Federal or State crime of fraud or identity theft--

      `(1) falsely represents itself as being sent by a legitimate online business;

      `(2) includes an Internet information location tool that refers or links users to an online location on the World Wide Web that falsely purports to belong to or be associated with such legitimate online business; and

      `(3) induces, requests, asks, or solicits a recipient of the electronic mail message directly or indirectly to provide, submit, or relate any means of identification to another;

    shall be fined under this title or imprisoned up to five years, or both.

    `(c) Definitions- In this section:

      `(1) The term `domain name' has the meaning given that term in section 46 of the Act entitled `An Act to provide for the registration and protection of trademarks used in commerce, to carry out the provisions of certain international conventions, and for other purposes' (in this subsection referred to as the `Trademark Act of 1946') (15 U.S.C. 1127).

      `(2) The term `Internet' has the meaning given that term in section 230(f)(1) of the Communications Act of 1934 (47 U.S.C. 230(f)(1)).

      `(3) The term `electronic mail message' has the meaning given that term in section 3 of the CAN-SPAM Act of 2003 (15 U.S.C. 7702).

      `(4) The term `initiate' has the meaning given that term in section 3 of the CAN-SPAM Act of 2003 (15 U.S.C. 7702).

      `(5) The term `procure' means intentionally to pay or provide consideration to, or induce, another person to create a website or domain name.

      `(6) The term `recipient' has the meaning given that term in section 3 of the CAN-SPAM Act of 2003 (15 U.S.C. 7702).

      `(7) The term `Internet information location tool' when used in this section has the meaning given that term in section 231 of the Communications Act of 1934 (47 U.S.C. 231).

      `(8) The term `means of identification' when used in this section has the meaning given that term in section 1028 of this title.'.

    (b) Chapter Analysis- The chapter analysis for chapter 63 of title 18, United States Code, is amended by adding at the end the following:

      `1351. Internet fraud.'.