Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

ΔΕΕ: Δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας και ελευθερία κυκλοφορίας εμπορευμάτων στην ΕΕ


ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα) της 21ης Ιουνίου 2012

«Ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων – Βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία – Πώληση αντιγράφων έργων σε κράτος μέλος στο οποίο το δικαίωμα του δημιουργού επί των έργων αυτών δεν προστατεύεται – Μεταφορά των εμπορευμάτων αυτών σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο η προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού τιμωρείται από την ποινική νομοθεσία – Ποινική διαδικασία κατά του μεταφορέα για συνέργεια στην παράνομη διανομή έργου προστατευόμενου κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας»

Στην υπόθεση C‑5/11,

με αντικείμενο αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Bundesgerichtshof (Γερμανία) με απόφαση της 8ης Δεκεμβρίου 2010, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 6 Ιανουαρίου 2011, στο πλαίσιο της ποινικής διαδικασίας κατά του Titus Alexander Jochen Donner.

Διατακτικό της απόφασης

1) Ο έμπορος ο οποίος κατευθύνει τα διαφημιστικά του μηνύματα στο κοινό που κατοικεί σε συγκεκριμένο κράτος μέλος και ο οποίος έχει δημιουργήσει ή θέσει στη διάθεση του κοινού ειδικό σύστημα παραδόσεως και ειδικό σύστημα πληρωμών, ή επιτρέπει σε τρίτον να το πράξει, καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο δυνατή την παράδοση στο εν λόγω κοινό αντιγράφων έργων που προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας στο προαναφερθέν κράτος μέλος, προβαίνει, στο κράτος μέλος στο οποίο λαμβάνει χώρα η παράδοση, σε «διανομή […] στο κοινό» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας.

2) Τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 36 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στις αρχές κράτους μέλους να ασκούν δίωξη για συνέργεια στη διανομή προστατευόμενων έργων πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, κατ’ εφαρμογή της εθνικής ποινικής νομοθεσίας, στην περίπτωση στην οποία η διανομή στο κοινό των αντιγράφων των εν λόγω έργων έλαβε χώρα στο έδαφος του ως άνω κράτους μέλους στο πλαίσιο πωλήσεως απευθυνόμενης ειδικώς στο κοινό του κράτους αυτού, αλλά συναφθείσας σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο τα έργα δεν προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας ή η προστασία της οποίας χαίρουν έναντι των τρίτων είναι στην πράξη ανεφάρμοστη.




Ειδικότερα, η απόφαση έχει ως εξής:

1 Η αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία των άρθρων 34 ΣΛΕΕ και 36 ΣΛΕΕ.

2 Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ποινικής διαδικασίας που κινήθηκε ενώπιον των γερμανικών δικαστηρίων κατά του Τ. Donner, ο οποίος καταδικάστηκε σε διετή φυλάκιση με αναστολή για συνέργεια στο έγκλημα της εμπορικής εκμεταλλεύσεως προστατευόμενων έργων πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου.

Το νομικό πλαίσιο

Το δίκαιο της Ένωσης

3 Η Συνθήκη του Παγκόσμιου Οργανισμού Διανοητικής Ιδιοκτησίας (ΠΟΔΙ) για την πνευματική ιδιοκτησία που υπεγράφη στη Γενεύη στις 20 Δεκεμβρίου 1996 (στο εξής: Συνθήκη για την πνευματική ιδιοκτησία), εγκρίθηκε εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Κοινότητας με την απόφαση 2000/278/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Μαρτίου 2000 (ΕΕ L 89, σ. 6).

4 Το άρθρο 6 της Συνθήκης για την πνευματική ιδιοκτησία, που επιγράφεται «Δικαίωμα διανομής», ορίζει τα ακόλουθα:

«1. Οι δημιουργοί λογοτεχνικών και καλλιτεχνικών έργων έχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν τη διάθεση στο κοινό του πρωτοτύπου και των αντιτύπων των έργων τους μέσω πώλησης ή άλλης μεταβίβασης της κυριότητας.

2. Καμία διάταξη της παρούσας συνθήκης δεν θίγει την ελευθερία των συμβαλλομένων μερών να θεσπίσουν, ενδεχομένως, τους όρους υπό τους οποίους επέρχεται η ανάλωση του δικαιώματος που προβλέπεται στην παράγραφο 1 μετά την πρώτη πώληση ή άλλη μεταβίβαση της κυριότητας του πρωτοτύπου ή αντιτύπων του έργου με την άδεια του δημιουργού.»

5 Σκοπός της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167, σ. 10) είναι, σύμφωνα με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη αυτής, η εκπλήρωση ορισμένων διεθνών υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη για την πνευματική ιδιοκτησία.

6 Το άρθρο 4 της οδηγίας 2001/29, με τίτλο «Δικαίωμα διανομής», ορίζει τα εξής:

«1. Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς, όσον αφορά το πρωτότυπο ή αντίγραφο των έργων τους, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διανομή τους στο κοινό με οποιαδήποτε μορφή μέσω πώλησης ή άλλως.

2. Το δικαίωμα διανομής του πρωτοτύπου ή των αντιγράφων ενός έργου εντός της Κοινότητας αναλώνεται μόνο εάν η πρώτη πώληση ή η κατ’ άλλο τρόπο πρώτη μεταβίβαση της κυριότητας του έργου αυτού εντός της Κοινότητας πραγματοποιείται από τον δικαιούχο ή με τη συγκατάθεσή του.»

Το γερμανικό δίκαιο

7 Ο νόμος της 9ης Σεπτεμβρίου 1965 περί πνευματικής ιδιοκτησίας και συγγενικών δικαιωμάτων [Urheberrechtsgesetz, BGBl. (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας) Ι, σ. 1273)], όπως τροποποιήθηκε (στο εξής: UrhG), έχει μεταφέρει την οδηγία 2001/29 στο γερμανικό δίκαιο.

8 Το άρθρο 17, παράγραφοι 1 και 2, του UrhG, επιγραφόμενο «Δικαίωμα διανομής», ορίζει τα εξής:

«(1) Ως δικαίωμα διανομής νοείται το δικαίωμα προσφοράς στο κοινό ή θέσεως σε κυκλοφορία του πρωτοτύπου ή αντιγράφων του έργου.

(2) Αν το πρωτότυπο ή αντίγραφα του έργου τέθηκε σε κυκλοφορία με τη συναίνεση του δικαιούχου του δικαιώματος διανομής στο έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο έδαφος άλλου κράτους μέλους της Συμφωνίας για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, διά εκποιήσεως, η περαιτέρω διανομή τους επιτρέπεται εξαιρουμένης της εκμισθώσεως.»

9 Δυνάμει του άρθρου 106 του UrhG, η διανομή προστατευόμενων έργων χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου του σχετικού δικαιώματος τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως μέχρι τρία έτη ή με πρόστιμο. Το άρθρο 108 bis του UrhG ορίζει περαιτέρω ότι, εάν ο αυτουργός του εγκλήματος του άρθρου 106 ενεργεί κατ’ επάγγελμα, η επιβαλλόμενη ποινή είναι η φυλάκιση μέχρι πέντε έτη ή η καταβολή προστίμου.

10 Το άρθρο 27 του Ποινικού Κώδικα (Strafgesetzbuch), επιγραφόμενο «Συνέργεια», ορίζει ότι ως συνεργός τιμωρείται όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή σε τρίτον για την με πρόθεση τέλεση ορισμένου εγκλήματος.

Η διαφορά της κύριας δίκης και το προδικαστικό ερώτημα

11 Ο Τ. Donner, Γερμανός πολίτης, ήταν, κατά τον χρόνο των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως της κύριας δίκης, ο κύριος διαχειριστής της In.Sp.Em. Srl (στο εξής: Inspem), μεταφορικής εταιρίας με έδρα την Μπολόνια (Ιταλία), και ασκούσε τις δραστηριότητές του ουσιαστικά από τον τόπο κατοικίας του στη Γερμανία.

12 Η Inspem ήταν επιφορτισμένη με τη μεταφορά εμπορευμάτων που πωλούνταν από τη Dimensione Direct Sales Srl (στο εξής: Dimensione), εταιρία επίσης εγκατεστημένη στη Μπολόνια και της οποίας η έδρα βρισκόταν κοντά στην έδρα της Inspem. Η Dimensione απηύθυνε προς πελάτες εγκατεστημένους στη Γερμανία προτάσεις για την πώληση απομιμήσεων ορισμένων ειδών εξοπλισμού τύπου «Bauhaus», μέσω διαφημίσεων και ένθετων φυλλαδίων σε περιοδικά, μέσω της αποστολής προσωπικών επιστολών καθώς και μέσω γερμανόγλωσσης ιστοσελίδας, χωρίς όμως να διαθέτει τις απαιτούμενες στη Γερμανία άδειες για τη διάθεση στο εμπόριο των αντικειμένων αυτών. Ειδικότερα, επρόκειτο για απομιμήσεις:

– καθισμάτων του «Aluminium-Group», σχεδιασμένων από τους Charles και Ray Eames, με κάτοχο της αδείας εκμεταλλεύσεως την εταιρία Vitra Collections AG,

– του «φανού Wagenfeld», σχεδιασμένου από τον Wilhelm Wagenfeld, με κάτοχο της αδείας εκμεταλλεύσεως την εταιρία Tecnolumen GmbH & Co KG,

– καθισμάτων, σχεδιασμένων από τον Le Corbusier, με κάτοχο της αδείας εκμεταλλεύσεως την εταιρία Cassina SpA,

– του βοηθητικού τραπεζιού «Adjustable Table» και του φανού «Tubelight», σχεδιασμένων από την Eileen Gray, με κάτοχο της αδείας εκμεταλλεύσεως την εταιρία Classicon GmbH,

– καθισμάτων από χάλυβα στηριζομένων στο ένα μόνο άκρο, σχεδιασμένων από τον Mart Stam, με κάτοχο της αδείας εκμεταλλεύσεως την εταιρία Thonet GmbH.

13 Όπως διαπίστωσε το Landgericht München II (Γερμανία), στη Γερμανία τα αντικείμενα αυτά προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας ως έργα εφαρμοσμένης τέχνης. Αντιθέτως, στην Ιταλία, τα αντικείμενα αυτά δεν προστατεύονταν κατά τις διατάξεις της πνευματικής ιδιοκτησίας καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2005 και 15ης Ιανουαρίου 2008 ή η προστασία της οποίας έχαιραν έναντι των τρίτων έμενε στην πράξη ανεφάρμοστη. Ειδικότερα, τα σχεδιασμένα από την Eileen Gray είδη οικιακού εξοπλισμού δεν προστατεύονταν στην Ιταλία κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 1ης Ιανουαρίου 2002 και 25ης Απριλίου 2007, δεδομένου ότι κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα η διάρκεια προστασίας ήταν συντομότερη, η δε παράτασή της άρχισε μόλις στις 26 Απριλίου 2007. Τα λοιπά είδη οικιακού εξοπλισμού προστατεύονταν στην Ιταλία κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας, πλην όμως, κατ’ εφαρμογή της ισχύουσας ιταλικής νομολογίας, η προστασία αυτή ήταν ανεφάρμοστη έναντι των τρίτων, σε κάθε δε περίπτωση έναντι των επιχειρηματιών που είχαν προβεί σε αναπαραγωγή, πρόταση προς πώληση και/ή εμπορία των έργων αυτών πριν τις 19 Απριλίου 2001.

14 Τα επίμαχα στην κύρια δίκη είδη οικιακού εξοπλισμού που πωλούνταν από τη Dimensione, αποθηκεύονταν, εντός της συσκευασίας τους επί της οποίας σημειώνονταν τα στοιχεία του αγοραστή, στην αποθήκη διανομής της εν λόγω εταιρίας στην πόλη Sterzing (Ιταλία). Κατά τους γενικούς όρους συναλλαγών, εφόσον οι εγκατεστημένοι στη Γερμανία πελάτες δεν επιθυμούσαν να παραλάβουν αυτοπροσώπως τα αντικείμενα που είχαν παραγγείλει ή να αναθέσουν την παραλαβή σε μεταφορική εταιρία, η Dimensione τους συνιστούσε να επικοινωνήσουν με την Inspem. Στη διαφορά της κύριας δίκης, οι εμπλεκόμενοι πελάτες ζήτησαν από την Inspem να αναλάβει τη μεταφορά των πωληθέντων ειδών οικιακού εξοπλισμού. Οι οδηγοί της Inspem παραλάμβαναν τα αντικείμενα από την αποθήκη στην πόλη Sterzing και κατέβαλλαν στην Dimensione το τίμημα για την απόκτησή τους. Η Inspem, όταν παρέδιδε τα αντικείμενα στους πελάτες στη Γερμανία, τους ζητούσε να καταβάλουν το τίμημα του παραδοτέου εμπορεύματος και τα έξοδα μεταφοράς. Εάν όμως οι πελάτες δεν παραλάμβαναν το εμπόρευμα ή αρνούνταν να πληρώσουν, η Inspem επέστρεφε το εμπόρευμα στην Dimensione η οποία, με τη σειρά της, επέστρεφε στην Inspem το τίμημα και τα έξοδα μεταφοράς.

15 Κατά το Landgericht München II, εξαιτίας των ανωτέρω πράξεων ο Τ. Donner κατέστη συνεργός στην εμπορική εκμετάλλευση προστατευόμενων κατά το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας έργων χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου κατά παράβαση των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 106 και 108 bis του UrhG καθώς και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα (Strafgesetzbuch).

16 Ειδικότερα, η Dimensione προέβη σε διανομή αντιγράφων προστατευόμενων έργων στη Γερμανία. Για να υφίσταται διανομή υπό την έννοια του άρθρου 106 του UrhG, απαιτείται η μεταβίβαση της κυριότητας του πωληθέντος αντικειμένου και η μετάθεση της εξουσίας διαθέσεως από τον πωλητή στον αγοραστή. Στην υπόθεση της κύριας δίκης, η μεταβίβαση της κυριότητας από τον πωλητή στον αγοραστή συντελέστηκε στην Ιταλία, κατ’ εφαρμογή του ιταλικού δικαίου, διά της συμπτώσεως των δηλώσεων βουλήσεως και της εξατομικεύσεως του αντικειμένου της πωλήσεως στην αποθήκη στην πόλη Sterzing. Εντούτοις, η μετάθεση της εξουσίας διαθέσεως έλαβε χώρα, με τη συνδρομή του Τ. Donner, με την παράδοση στον αγοραστή στη Γερμανία έναντι καταβολής του τιμήματος. Επομένως, άνευ σημασίας είναι εάν και σε ποιο βαθμό τα είδη οικιακού εξοπλισμού έχαιραν προστασίας στην Ιταλία κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Το Landgericht München II επισήμανε ότι ο περιορισμός της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων που προκύπτει από τις εθνικές ρυθμίσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας δικαιολογείται για λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.

17 Ο Τ. Donner προσέβαλε την καταδικαστική απόφαση ασκώντας αναίρεση (Revision) ενώπιον του Bundesgerichtshof. Υποστηρίζει, πρώτον, ότι για να υφίσταται «διανομή [...] στο κοινό», υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, και, συνακόλουθα, υπό την έννοια του άρθρου 17 του UrhG, απαιτείται η μεταβίβαση της κυριότητας των εμπορευμάτων, η οποία, στην υπόθεση της κύριας δίκης, συντελέστηκε στην Ιταλία. Στο πλαίσιο αυτό, δεν είναι αναγκαία η παράδοση της νομής του εμπορεύματος, δηλαδή η μετάθεση της εξουσίας πραγματικής διαθέσεώς του. Υποστηρίζει, δεύτερον, ότι οποιαδήποτε ποινή εναντίον του, στηριζόμενη σε διαφορετική ερμηνεία, αντιβαίνει προς την κατοχυρωμένη με το άρθρο 34 ΣΛΕΕ ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, καθόσον θα είχε ως συνέπεια την άνευ δικαιολογητικής βάσεως τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών. Τέλος, τρίτον, υποστηρίζει ότι, σε κάθε περίπτωση, η παράδοση των εμπορευμάτων στον μεταφορέα στην Ιταλία, ο οποίος τα παραλάμβανε για λογαριασμό συγκεκριμένων πελατών, συνεπαγόταν την παράδοση της νομής τους, με συνέπεια, και από την άποψη αυτή, η επίμαχη πράξη να έχει τελεστεί στην Ιταλία.

18 Το Bundesgerichtshof συντάσσεται με την ερμηνεία του Landgericht München II ότι για να υφίσταται «διανομή [...] στο κοινό» μέσω πωλήσεως υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 απαιτείται όχι μόνο η μεταβίβαση σε τρίτον της κυριότητας του αντιγράφου του προστατευόμενου κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας έργου αλλά και η μετάθεση προς αυτόν της εξουσίας πραγματικής διαθέσεως. Για να μπορεί να γίνει δεκτό ότι υφίσταται διανομή του στο κοινό, το αντίγραφο του έργου πρέπει να εγκαταλείψει την εσωτερική σφαίρα του κατασκευαστή και να εισέλθει στη δημόσια σφαίρα ή στο πεδίο των εμπορικών συναλλαγών. Για όσο χρόνο το αντίγραφο παραμένει εντός της επιχειρήσεως που το κατασκεύασε ή εντός του ίδιου ομίλου επιχειρήσεων δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι έχει περιέλθει στο κοινό, δεδομένου ότι, στην περίπτωση αυτή, δεν υφίσταται εμπορική συναλλαγή η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικών σχέσεων με τρίτους. Η ανάλυση αυτή του Landgericht München II συνάδει προς την πάγια νομολογία του Bundesgerichtshof σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.

19 Αντιθέτως, το Bundesgerichtshof εκτιμά ότι, στην περίπτωση που γίνει δεκτό ότι, υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της κύριας δίκης, η εφαρμογή των εθνικών ποινικών διατάξεων αποτελεί αδικαιολόγητο περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 36 ΣΛΕΕ μπορούν ενδεχομένως να αποτελούν εμπόδιο στην επικύρωση της καταδικαστικής αποφάσεως που αφορά τον Τ. Donner.

20 Υπό τις συνθήκες αυτές το Bundesgerichtshof ανέστειλε την ενώπιόν του διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα:

«Έχουν τα σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 36 ΣΛΕΕ την έννοια ότι αποκλείουν τον αξιόποινο χαρακτήρα της συνέργειας στην παράνομη διανομή προστατευομένων έργων πνευματικής ιδιοκτησίας κατ’ εφαρμογή εθνικών ποινικών διατάξεων, εάν, σε περίπτωση διασυνοριακής πωλήσεως έργου προστατευομένου στη Γερμανία κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας, σωρευτικώς,

– το εν λόγω έργο μεταφέρεται από κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη Γερμανία και η μετάθεση της πραγματικής εξουσίας διαθέσεως πραγματοποιείται στη Γερμανία, και

– η μεταβίβαση της κυριότητας, πάντως, συντελέστηκε στο άλλο κράτος μέλος στο οποίο το έργο δεν προστατευόταν κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας ή η παρεχόμενη προστασία έναντι των τρίτων ήταν στην πράξη ανεφάρμοστη;»

Επί του προδικαστικού ερωτήματος

21 Όπως ρητώς δέχεται το αιτούν δικαστήριο, η ύπαρξη στην εθνική επικράτεια «διανομής [...] στο κοινό» μέσω πωλήσεως υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την εφαρμογή των επίμαχων στην κύρια δίκη κανόνων του ποινικού δικαίου. Επιπλέον, κατόπιν σχετικού αιτήματος του Δικαστηρίου, οι ενδιαφερόμενοι, κατά την επ’ ακροατηρίου συζήτηση, εκφράστηκαν λεπτομερώς επί της ερμηνείας της έννοιας αυτής.

22 Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτό ότι με το προδικαστικό ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί κατά βάση να διευκρινιστεί, αφενός, εάν, σε συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, υφίσταται «διανομή […] στο κοινό» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 στην εθνική επικράτεια και, αφετέρου, εάν τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 36 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι δεν επιτρέπουν στις αρχές κράτους μέλους να ασκούν δίωξη για συνέργεια στη διανομή προστατευόμενων κατά το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας έργων χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου κατ’ εφαρμογή της εθνικής ποινικής νομοθεσίας, στην περίπτωση στην οποία η διανομή στο κοινό των αντιγράφων των εν λόγω έργων έλαβε χώρα στο έδαφος του ως άνω κράτους μέλους στο πλαίσιο πωλήσεως απευθυνόμενης ειδικώς στο κοινό του κράτους αυτού, αλλά συναφθείσας σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο τα έργα δεν προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας ή η προστασία της οποίας χαίρουν έναντι των τρίτων είναι στην πράξη ανεφάρμοστη.

Επί της ερμηνείας του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29

23 Δεδομένου ότι σκοπός της οδηγίας 2001/29 είναι η εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχει η Ένωση ιδίως από τη Συνθήκη για την πνευματική ιδιοκτησία και ότι, κατά πάγια νομολογία, τα νομοθετήματα της Ένωσης πρέπει, στο μέτρο του δυνατού, να ερμηνεύονται υπό το πρίσμα του διεθνούς δικαίου, ιδίως όταν σκοπός των νομοθετημάτων αυτών είναι η εκτέλεση διεθνών συμφωνιών που έχει συνομολογήσει η Ένωση, η έννοια του όρου «διανομή» κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της εν λόγω οδηγίας, πρέπει να ερμηνεύεται σε συμφωνία με το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την πνευματική ιδιοκτησία (βλ., επ’ αυτού, απόφαση της 17ης Απριλίου 2008, C‑456/06, Peek & Cloppenburg, Συλλογή 2008, σ. I‑2731, σκέψεις 29 έως 32).

24 Συνεπώς, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 44 έως 46 και 53 των προτάσεών του, πρέπει να γίνει δεκτό ότι ο όρος «διανομή […] στο κοινό [...] μέσω πώλησης» κατά το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «διάθεση […] στο κοινό [...] μέσω πώλησης» κατά το άρθρο 6, παράγραφος 1, της Συνθήκης για την πνευματική ιδιοκτησία.

25 Επιπλέον, όπως επίσης επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στο σημείο 51 των προτάσεών του, το περιεχόμενο του όρου «διανομή», υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς στο δίκαιο της Ένωσης, αυτή δε η ερμηνεία δεν μπορεί να είναι συνάρτηση του δικαίου που εφαρμόζεται επί των συναλλαγών στο πλαίσιο των οποίων λαμβάνει χώρα η διανομή.

26 Διαπιστώνεται ότι η διανομή στο κοινό συνίσταται σε σειρά πράξεων που περιλαμβάνουν, τουλάχιστον, τη σύναψη συμβάσεως πωλήσεως και την εκτέλεσή της μέσω της παραδόσεως του αντικειμένου σε ορισμένο πρόσωπο. Ειδικότερα, στο πλαίσιο διασυνοριακής πωλήσεως, οι πράξεις από τις οποίες προκύπτει ότι υφίσταται «διανομή [...] στο κοινό», υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, μπορούν να τελούνται σε περισσότερα κράτη μέλη. Σε αυτό λοιπόν το πλαίσιο, μια τέτοια συναλλαγή μπορεί να θίγει το αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου να συναινεί ή να απαγορεύει οποιαδήποτε μορφή διανομής στο κοινό σε περισσότερα του ενός κράτη μέλη.

27 Επομένως, οι έμποροι φέρουν την ευθύνη για κάθε πράξη που τέλεσαν ή που διενεργήθηκε για λογαριασμό τους και από την οποία προκύπτει ότι υφίσταται «διανομή [...] στο κοινό» σε κράτος μέλος στο οποίο το αντικείμενο της διανομής προστατεύεται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Την ίδια ευθύνη φέρουν και για πράξη που τέλεσε τρίτος, όταν η δραστηριότητα των εν λόγω εμπόρων κατευθύνεται ειδικά στο κοινό του κράτους προορισμού και όταν οι έμποροι δεν ήταν δυνατό να αγνοούν τις πράξεις του τρίτου.

28 Επομένως, σε συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, στην οποία η παράδοση σε πρόσωπο εντός άλλου κράτους μέλους δεν διενεργήθηκε από ή για λογαριασμό του συγκεκριμένου εμπόρου, τα εθνικά δικαστήρια έχουν την υποχρέωση να εκτιμούν, κατά περίπτωση, εάν υφίστανται ενδείξεις από τις οποίες να μπορεί να συναχθεί ότι, αφενός, η δραστηριότητα του εν λόγω εμπόρου κατευθυνόταν πράγματι στο κοινό που κατοικεί στο κράτος μέλος στο οποίο διενεργήθηκε η πράξη με βάση την οποία γίνεται δεκτό ότι υπήρξε «διανομή [...] στο κοινό» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 και ότι, αφετέρου, ο έμπορος αυτός δεν ήταν δυνατό να αγνοεί τις πράξεις του τρίτου.

29 Στην υπόθεση της κύριας δίκης, σαφείς ενδείξεις για την ύπαρξη δραστηριότητας με συγκεκριμένη κατεύθυνση μπορούν να παράσχουν στοιχεία όπως η ύπαρξη γερμανόγλωσσης ιστοσελίδας, το περιεχόμενο και τα μέσα διανομής του διαφημιστικού υλικού της Dimensione καθώς και η συνεργασία της με την Inspem, ως εταιρία επιφορτισμένη με τις παραδόσεις με προορισμό τη Γερμανία.

30 Επομένως, στο πρώτο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι ο έμπορος ο οποίος κατευθύνει τα διαφημιστικά του μηνύματα στο κοινό που κατοικεί σε συγκεκριμένο κράτος μέλος και ο οποίος έχει δημιουργήσει ή θέσει στη διάθεση του κοινού ειδικό σύστημα παραδόσεως και ειδικό σύστημα πληρωμών, ή επιτρέπει σε τρίτον να το πράξει, καθιστώντας κατ’ αυτόν τον τρόπο δυνατή την παράδοση στο εν λόγω κοινό αντιγράφων έργων που προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας στο προαναφερθέν κράτος μέλος, προβαίνει, στο κράτος μέλος στο οποίο λαμβάνει χώρα η παράδοση, σε «διανομή […] στο κοινό» υπό την έννοια του άρθρου 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.

Επί της ερμηνείας των άρθρων 34 ΣΛΕΕ και 36 ΣΛΕΕ

31 Όπως διαπίστωσε το αιτούν δικαστήριο, η επιβαλλόμενη από το εθνικό δίκαιο απαγόρευση της οποίας η παραβίαση τιμωρείται από την εθνική ποινική νομοθεσία σε συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης αποτελεί εμπόδιο στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, καταρχήν αντίθετο προς το άρθρο 34 ΣΛΕΕ.

32 Εντούτοις, ο περιορισμός αυτός θα μπορούσε να γίνει δεκτός δυνάμει του άρθρου 36 ΣΛΕΕ για λόγους αναγόμενους στην προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας.

33 Όπως συναφώς προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, εάν ο δικαιούχος του δικαιώματος του δημιουργού προβεί ο ίδιος ή συναινέσει στη διάθεση στο εμπόριο κράτους μέλους προστατευόμενου έργου πνευματικής ιδιοκτησίας, το γεγονός αυτό δεν του επιτρέπει να αντιταχθεί στην ελεύθερη κυκλοφορία του έργου αυτού εντός της Ένωσης. Εντούτοις, τούτο δεν ισχύει όταν η διάθεση στο εμπόριο είναι αποτέλεσμα όχι της συναινέσεως του δικαιούχου του δικαιώματος του δημιουργού, αλλά της λήξεως της προστασίας που απορρέει από το δικαίωμά του σε ένα συγκεκριμένο κράτος μέλος. Στην περίπτωση αυτή, δεδομένου ότι οι αποκλίσεις των εθνικών νομοθεσιών ως προς τη διάρκεια της προστασίας μπορούν να προκαλέσουν περιορισμούς στο εμπόριο εντός της Ένωσης, οι περιορισμοί αυτοί είναι δικαιολογημένοι, βάσει του άρθρου 36 ΣΛΕΕ, εφόσον προκύπτουν από τις διαφορές των σχετικών ρυθμίσεων και εφόσον η διάρκεια αυτή είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένη με την ίδια την ύπαρξη των αποκλειστικών δικαιωμάτων (βλ. απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1989, 341/87, EMI Electrola, Συλλογή 1989, σ. 79, σκέψη 12).

34 Επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι ανωτέρω εκτιμήσεις ισχύουν κατά μείζονα λόγο σε συνθήκες όπως αυτές υπό τις οποίες ανέκυψε η διαφορά της κύριας δίκης, στον βαθμό που οι αποκλίσεις οι οποίες έχουν ως συνέπεια τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων είναι αποτέλεσμα όχι των κανόνων δικαίου που ισχύουν στα εμπλεκόμενα κράτη μέλη αλλά του γεγονότος ότι οι κανόνες αυτοί δεν μπορούν στην πράξη να αντιταχθούν στους τρίτους σε ένα από τα ως άνω κράτη μέλη. Ο περιορισμός στον οποίο υπόκειται ο εγκατεστημένος σε ένα κράτος μέλος επαγγελματίας εξαιτίας της απαγορεύσεως να προβαίνει σε διανομή σε άλλο κράτος μέλος –απαγόρευση της οποίας η παραβίαση τιμωρείται ποινικά– εδράζεται επίσης, σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι σε ορισμένη πράξη ή στη συναίνεση του δικαιούχου του δικαιώματος αλλά στις αποκλίσεις μεταξύ των διαφόρων κρατών μελών ως προς τις προϋποθέσεις προστασίας των αντίστοιχων δικαιωμάτων του δημιουργού.

35 Επιπλέον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 67 έως 70 των προτάσεών του, σε συνθήκες όπως αυτές της υποθέσεως της κύριας δίκης, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι η προστασία του δικαιώματος διανομής έχει ως συνέπεια τη δυσανάλογη ή την τεχνητή στεγανοποίηση των αγορών κατά παράβαση όσων επιτάσσει η νομολογία του Δικαστηρίου (βλ., επ’ αυτού, αποφάσεις της 8ης Ιουνίου 1971, 78/70, Deutsche Grammophon Gesellschaft, Συλλογή τόμος 1969-1971, σ. 839, σκέψη 12· της 20ής Ιανουαρίου 1981, 55/80 και 57/80, Musik-Vertrieb membran και K-tel International, Συλλογή 1981, σ. 147, σκέψη 14, καθώς και προαναφερθείσα απόφαση EMI Electrola, σκέψη 8).

36 Ειδικότερα, η εφαρμογή διατάξεων όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη μπορεί να θεωρηθεί αναγκαία προκειμένου να προστατευθεί το ειδικό αντικείμενο του δικαιώματος του δημιουργού, από το οποίο απορρέει ιδίως το αποκλειστικό δικαίωμα εκμεταλλεύσεως. Επομένως, ο συνακόλουθος περιορισμός στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων είναι δικαιολογημένος και δεν είναι δυσανάλογος προς τον επιδιωκόμενο θεμιτό σκοπό, σε συνθήκες όπως αυτές της κύριας δίκης στην οποία ο κατηγορούμενος αναμίχθηκε με πρόθεση, σε κάθε δε περίπτωση εν γνώσει του, σε πράξεις από τις οποίες προκύπτει ότι υπήρξε διανομή προστατευόμενων έργων στο κοινό στην επικράτεια κράτους μέλους στο οποίο το δικαίωμα του δημιουργού προστατευόταν πλήρως, προσβάλλοντας με τον τρόπο αυτόν το αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου του εν λόγω δικαιώματος.

37 Επομένως, στο δεύτερο σκέλος του προδικαστικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 34 ΣΛΕΕ και 36 ΣΛΕΕ έχουν την έννοια ότι επιτρέπουν στις αρχές κράτους μέλους να ασκούν δίωξη για συνέργεια στη διανομή προστατευόμενων έργων πνευματικής ιδιοκτησίας χωρίς τη συναίνεση του δικαιούχου, κατ’ εφαρμογή της εθνικής ποινικής νομοθεσίας, στην περίπτωση στην οποία η διανομή στο κοινό των αντιγράφων των εν λόγω έργων έλαβε χώρα στο έδαφος του ως άνω κράτους μέλους στο πλαίσιο πωλήσεως απευθυνόμενης ειδικώς στο κοινό του κράτους αυτού, αλλά συναφθείσας σε άλλο κράτος μέλος στο οποίο τα έργα δεν προστατεύονται κατά τις διατάξεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας ή η προστασία της οποίας χαίρουν έναντι των τρίτων είναι στην πράξη ανεφάρμοστη.











Τρίτη, 26 Ιουνίου 2012

WIPO Beijing Treaty on Audiovisual Performances





BEIJING TREATY ON AUDIOVISUAL PERFORMANCES

The diplomatic conference to finalize a new treaty for audiovisual performers was successfully concluded on June 26, 2012 as negotiators from WIPO’s member states signed the Beijing Treaty on Audiovisual Performances– so-named in recognition of the city that hosted the final round of negotiations. The new treaty brings audiovisual performers into the fold of the international copyright framework in a comprehensive way, for the first time. See WIPO PRess Room.

The treaty will enter into force once it has been ratified by 30 eligible parties, including countries or certain intergovernmental organizations. Signature of the treaty constitutes a preliminary endorsement by demonstrating the state’s intent to examine the treaty domestically and consider ratification, though signing does not create a binding legal obligation to ratify.

The Beijing Treaty on Audiovisual Performances (BTAP) will strengthen the economic rights of film actors and other performers and could provide extra income from their work. It will potentially enable performers to share proceeds with producers for revenues generated internationally by audiovisual productions. It will also grant performers moral rights to prevent lack of attribution or distortion of their performances.

Importantly, the new treaty will strengthen the precarious position of performers in the audiovisual industry by providing a clearer international legal framework for their protection. For the first time it will provide performers with protection in the digital environment. The treaty will also contribute to safeguarding the rights of performers against the unauthorized use of their performances in audiovisual media, such as television, film and video.


Beneficiaries of Protection are the performers who are nationals of other Contracting Parties (Art. 3).

Article 4 enshrines the principle of equal treatment. Accordingly, each Contracting Party shall accord to nationals of other Contracting Parties the treatment it accords to its own nationals with regard to the exclusive rights specifically granted in this Treaty.

Morals rights of performers are regulated in Article 5. It states that (1) Independently of a performer’s economic rights, and even after the transfer of those rights, the performer shall, as regards his live performances or performances fixed in audiovisual fixations, have the right:
(i) to claim to be identified as the performer of his performances, except where
omission is dictated by the manner of the use of the performance; and
(ii) to object to any distortion, mutilation or other modification of his performances that would be prejudicial to his reputation, taking due account of the nature of audiovisual fixations.
(2) The rights granted to a performer in accordance with paragraph (1) shall, after his death, be maintained, at least until the expiry of the economic rights, and shall be exercisable by the persons or institutions authorized by the legislation of the Contracting Party where protection is claimed.

In Article 6 are established the economic Rights of Performers in their Unfixed Performances. Accordingly, performers shall enjoy the exclusive right of authorizing, as regards their performances:
(i) the broadcasting and communication to the public of their unfixed performances
except where the performance is already a broadcast performance; and
(ii) the fixation of their unfixed performances.

The right of Reproduction is laid down in Art. 7, which states that performers shall enjoy the exclusive right of authorizing the direct or indirect reproduction of their performances fixed in audiovisual fixations, in any manner or form.

The right of distribution is established in Art. 8, which states that performers shall enjoy the exclusive right of authorizing the making available to the public of the original and copies of their performances fixed in audiovisual fixations through sale or other transfer of ownership.

Art. 9 determines the Right of Rental, stating that: (1) Performers shall enjoy the exclusive right of authorizing the commercial rental to the public of the original and copies of their performances fixed in audiovisual fixations as determined in the national law of Contracting Parties, even after distribution of them by, or pursuant to, authorization by the performer.

Regarding the Right of Making Available of Fixed Performances, it is stated in Art. 10 that performers shall enjoy the exclusive right of authorizing the making available to the public of their performances fixed in audiovisual fixations, by wire or wireless means, in such a way that members of the public may access them from a place and at a time individually chosen by them.

Furthermore, the right of Broadcasting and Communication to the Public is established in Art. 11. Accordingly, Performers shall enjoy the exclusive right of authorizing the broadcasting and communication to the public of their performances fixed in audiovisual fixations.

Article 12 provides for the transfer of rights, while Art. 13 provides for limitations. The term of protection to be granted to performers under this Treaty shall last, at least, until the end of a period of 50 years computed from the end of the year in which the performance was fixed.

Other provisions include Article 15 (Obligations concerning Technological Measures) and Article 16 (Obligations concerning Rights Management Information), etc.



Δευτέρα, 25 Ιουνίου 2012

Competition Issues with regard to E-Books







(Excerpt) From the Paper presented at the 13th International Conference of International Society for the Study of European Ideas, http://issei2012.haifa.ac.il/



Ioannis Iglezakis
Assistant Professor
Faculty of Law, Aristotle University of Thessaloniki


Abstract
In this paper, the competition issues are dealt with which may arise from the proliferation of e-books. In the nascent market for e-books new distribution models are evolving that give publishers more freedom, but provoke concern, as they may not be in line with competition rules. Similar concerns arise from the fact that technical restrictions are put in place by some developers regarding the format of e-books, which fragment the relevant market.


Keywords: e-books, competition, e-book pricing, e-book publishing, agency distribution agreements, price fixing, abuse of dominant position


Introduction

The advent of e-book publishing revolutionized the literary publishing world, but also brought about significant changes in the distribution and pricing models, which may not be in conformity with competition law and thus, are under scrutiny by competition authorities. Moreover, the existence of multiple e-book formats may hinder competition and could be seen as an abuse of dominant market position; this is due to the fact that they raise platform compatibility issues and are tied to proprietary reader technology.

An electronic book, shortly e-book, is basically a digital file that contains text and icons, which is distributed over the Internet, but can be read offline on a computer and other electronic devices, mainly dedicated e-book readers. E-books are the electronic equivalent of print versions, but may also be originally produced in digital format, i.e., ‘born digital’. Their advantage over traditional print books is that they become more accessible and easily traceable. They are also less costly, while modern technology provides the ability of a conceivable number of e-books and journals to be stored on a device.

Ε-books were introduced in the early 1990’s, but they did not make any success until new devices were developed that provided ease of use. Notably, the Amazon’s Kindle, Sony’s PRS-500 and Barnes & Noble Nook were the most successful devices, while a certain breakthrough came with the advent of Apple iPad and Apple’s iBookstore. As of 2010, the sale of e-books began to grow exponentially and on May 19, 2011 Amazon announced that it has sold more e-books than hardcover and paperback print books combined. This development is indicative of the effect that digitization has on the publishing industry, which undergoes a transformation similar to those already taken place with regard to the music and entertainment industry. E-book publishing becomes a trend of future advance and the new landscape of digital publishing has the potential to change not only the way people assimilate information, but also the way of reading, whether for work or for pleasure.

In more particular, in January 2010 Apple announced that it had agreements with five of the six largest publishing houses to provide e-book content for the iPad, who were based on an agency model that gives publishers the ability to set e-book prices, while Apple receives a commission of 30 percent from each e-book sale through Apple’s online bookstore. This implies that publishers have the ability to set e-book prices by their own, while Apple become a distribution agent for sales to consumers. Under this agreement, e-book prices are tied to the list prices of comparable print editions and thus, e-book prices would vary in a range from $ 12.99 to $ 14.99 for most general fiction and nonfiction titles. Publishers of e-books are also required to ensure that the prices of e-book offered through the iBookstore are not higher than the prices at which they are offered from other e-book distributors (so-called ‘most favored nation’ clause).

Amazon, on the other hand, has set a low price for new releases of e-books ($9,99) in order to give a boost to their sales, but that model was opposed by publishers, which worried that these discounts could lead to cannibalization of hardcover sales and lead to expectations of consumers of low prices for all books. Publishers preferred the agency model suggested by Apple, as it gave them higher prices than those offered by Amazon. Consequently, Amazon was forced to enter into negotiations with book publishers and also accept the agency model.

Conclusion

New exploitation and distribution models are introduced in the market for digital worksthat might be more suitable for the proliferation of new digital assets such as e-books. However, the changes that take place are not always compatible with antitrust legislation and particularly, clauses in distribution agreements that limit the freedom of distributors and limit competition might be found to infringe anti-trust legislation. In addition, the tying of e-book format to specific hardware might also be regarded as infringing in case certain requirements are fulfilled.



Σάββατο, 16 Ιουνίου 2012

Βιβλιοπαρουσίαση: Η ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ





Η ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΣΩΠΙΚΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ΣΤΟ ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ

Σειρά: ΜΕΛΕΤΕΣ ΑΣΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Συγγραφέας: Β. Μπαντή-Μαρκούτη
Πρόλογος: Θ. Παπαχρίστου, Δ. Καλλινίκου
Διεύθυνση Σειράς: Ι. Καράκωστας

Έκδοση 2012
Σελ.: 360
ISBN: 978-960-272-951-9

Αντικείμενο της μονογραφίας που αποτελεί διδακτορική διατριβή, είναι η προβληματική της προστασίας των προσωπικών δεδομένων και της πνευματικής ιδιοκτησίας στο διαδίκτυο. Βασική συμβολή της εργασίας είναι η έρευνα των ιδιαιτεροτήτων που εμφανίζει η προστασία των προσωπικών δεδομένων σε σχέση με την πνευματική ιδιοκτησία και τη δημιουργία. Το βασικό πλαίσιο των πεδίων που αναλύονται είναι τα δικαιώματα της προσωπικής ζωής και των προσωπικών δεδομένων, της ελευθερίας έκφρασης και της πνευματικής ιδιοκτησίας.

Αναλύεται το περιεχόμενο της ελευθερίας έκφρασης, της πνευματικής δημιουργίας, του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή, της αρχής της αναλογικότητας και της στάθμισης των δικαιωμάτων. Στο κεφάλαιο που είναι αφιερωμένο στη προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας αναλύονται οι ιδιομορφίες της πνευματικής ιδιοκτησίας, η παραπλανητική διαφήμιση, η προστασία της πνευματικής ιδιοκτησίας μέσω των διατάξεων του Συντάγματος, το ηθικό δικαίωμα ως εκδήλωση του δικαιώματος της προσωπικότητας, η πρωτοτυπία κ.λπ. Η συγγραφέας αναφέρεται στα διαδικτυακά μέτρα προστασίας της πνευματικής δημιουργίας καθώς και της προστασίας της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων και δίνει έμφαση στην προβληματική της προστασίας της ιδιωτικότητας στο διαδίκτυο, στη διασύνδεση της προστασίας της ιδιωτικής ζωής και της πνευματικής ιδιοκτησίας, στη δυσκολία διαχωρισμού μεταξύ της ιδιωτικής και δημόσιας σφαίρας στο διαδίκτυο κ.λπ.

Τρίτη, 5 Ιουνίου 2012

ΔΕΕ διάταξη της 17.1.2012 (Infopaq International A/S κατά Danske Dagblades Forening.): Προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής που αποτελούν αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τέτοιας τεχνολογικής μεθόδου


Η αίτηση εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αφορά την ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 5, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας (ΕΕ L 167, σ. 10).

Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ της Infopaq και της Danske Dagblades Forening (DDF) με αντικείμενο την απόρριψη του αιτήματος της Infopaq να αναγνωρισθεί ότι δεν υποχρεούται να λαμβάνει την άδεια των δικαιούχων δικαιωμάτων δημιουργού για τις πράξεις αναπαραγωγής άρθρων του Τύπου μέσω αυτοματοποιημένης μεθόδου, η οποία συνίσταται στη σάρωση και μετατροπή τους σε ψηφιακό αρχείο και στη συνακόλουθη ψηφιακή επεξεργασία του αρχείου αυτού.

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 της οδηγίας 2001/29, Οι αναφερόμενες στο άρθρο 2 προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής, οι οποίες είναι μεταβατικές ή παρεπόμενες και οι οποίες αποτελούν αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τεχνολογικής μεθόδου, έχουν δε ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψουν: α)την εντός δικτύου μετάδοση μεταξύ τρίτων μέσω διαμεσολαβητή, ή β) τη νόμιμη χρήση ενός έργου ή άλλου προστατευομένου αντικειμένου και οι οποίες δεν έχουν καμία ανεξάρτητη οικονομική σημασία, εξαιρούνται από το δικαίωμα αναπαραγωγής που προβλέπεται στο άρθρο 2.

Στο ίδιο άρθρο προβλέπεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέψουν εξαιρέσεις στις περιπτώσεις που αφορούν την αναπαραγωγή δια του τύπου, παρουσίαση στο κοινό ή διάθεση άρθρων για διάφορα θέματα και την παράθεση αποσπασμάτων με σκοπό την άσκηση κριτικής ή βιβλιοπαρουσίασης.

Στην παρούσα υπόθεση υποβλήθηκαν τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα στο Δικαστήριο:

«1) Έχει σημασία το στάδιο της τεχνολογικής μεθόδου κατά το οποίο εκτελούνται οι πράξεις αναπαραγωγής, προκειμένου οι πράξεις αυτές να “αποτελούν αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τεχνολογικής μεθόδου”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας [2001/29];

2) Μπορούν πράξεις αναπαραγωγής να “αποτελούν αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τεχνολογικής μεθόδου”, όταν συνίστανται σε σάρωση όλων των άρθρων εφημερίδας με το χέρι, κατά την οποία τα εν λόγω άρθρα μετατρέπονται από εκτυπωμένες πληροφορίες σε ψηφιακά δεδομένα;

3) Περιλαμβάνει η “νόμιμη χρήση”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας [2001/29], κάθε είδους χρήση για την οποία δεν απαιτείται η συναίνεση του δικαιούχου δικαιωμάτων δημιουργού;

4) Περιλαμβάνει η “νόμιμη χρήση”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, την εκ μέρους επιχειρήσεως σάρωση όλων των άρθρων μιας εφημερίδας, τη συνακόλουθη επεξεργασία της αναπαραγωγής με σκοπό την κατάρτιση περιλήψεων για την εν λόγω επιχείρηση, μολονότι οι δικαιούχοι των δικαιωμάτων δημιουργού δεν έχουν δώσει τη συγκατάθεσή τους γι’ αυτές τις πράξεις, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής;

Έχει σημασία, για την απάντηση στο ερώτημα αυτό, το γεγονός ότι οι ένδεκα λέξεις αποθηκεύονται μετά την ολοκλήρωση της μεθόδου συλλογής δεδομένων;

5) Βάσει ποιων κριτηρίων μπορεί να εκτιμηθεί αν προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής έχουν “ανεξάρτητη οικονομική σημασία”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις της διατάξεως αυτής;

6) Πρέπει τα οφέλη εκ της ορθολογικής οργανώσεως που αποκομίζει ο χρήστης από προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής να λαμβάνονται υπόψη κατά την εκτίμηση του ζητήματος αν οι πράξεις αυτές έχουν ανεξάρτητη οικονομική σημασία, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29;

7) Δύνανται η εκ μέρους μιας επιχειρήσεως σάρωση όλων των άρθρων μιας εφημερίδας και η συνακόλουθη επεξεργασία της αναπαραγωγής να εκληφθούν ως “ορισμένες ειδικές περιπτώσεις οι οποίες δεν αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση” των εν λόγω άρθρων και “δεν θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου”, κατά την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 2001/29, εφόσον πληρούνται οι λοιπές προϋποθέσεις της παραγράφου 1 του άρθρου αυτού;

Έχει σημασία, για την απάντηση στο ερώτημα αυτό, το γεγονός ότι οι ένδεκα λέξεις αποθηκεύονται μετά την ολοκλήρωση της μεθόδου συλλογής δεδομένων;»

Το ΔΕΕ δέχθηκε ότι η έννοια του «αναπόσπαστου και ουσιώδους τμήματος μιας τεχνολογικής μεθόδου» επιβάλλει οι προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής να εκτελούνται αποκλειστικώς κατά την εφαρμογή μιας τεχνολογικής μεθόδου και, συνεπώς, να μην εκτελούνται εν όλω ή εν μέρει εκτός του πλαισίου μιας τέτοιας μεθόδου. Η έννοια αυτή προϋποθέτει, επίσης, ότι είναι αναγκαία η εκτέλεση της προσωρινής πράξεως αναπαραγωγής, υπό την έννοια ότι η οικεία τεχνολογική μέθοδος δεν μπορεί να λειτουργήσει ορθώς και αποτελεσματικώς χωρίς την εν λόγω πράξη.

Επίσης, επισημαίνει ότι η επίμαχη τεχνολογική μέθοδος δεν μπορεί να λειτουργήσει ορθώς και αποτελεσματικώς χωρίς τις οικείες πράξεις αναπαραγωγής. Συγκεκριμένα, η μέθοδος αυτή σκοπεί στην ανεύρεση προκαθορισμένων λέξεων κλειδιών στα άρθρα του Τύπου και στην απόσπασή τους σε ψηφιακό μέσο. Για μια τέτοια ηλεκτρονική έρευνα απαιτείται, συνεπώς, η μετατροπή των εν λόγω άρθρων από εκτυπωμένες πληροφορίες σε ψηφιακά δεδομένα, καθόσον μια τέτοια μετατροπή είναι αναγκαία για την αναγνώριση των εν λόγω δεδομένων, την ανεύρεση των λέξεων κλειδιών και την απόσπασή τους.

Έτσι, η απάντηση στο πρώτο και στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι οι προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής που εκτελούνται στο πλαίσιο μεθόδου συλλογής δεδομένων, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, πληρούν την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές πρέπει να αποτελούν αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τεχνολογικής μεθόδου, παρά το γεγονός ότι διενεργούνται στο αρχικό και στο τελικό στάδιο αυτής και προϋποθέτουν ανθρώπινη παρέμβαση.

Περαιτέρω,στο τρίτο και στο τέταρτο ερώτημα το αιτούν δικαστήριο ζητεί, κατ’ ουσία, να διευκρινισθεί αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι οι προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής που εκτελούνται στο πλαίσιο μεθόδου συλλογής δεδομένων, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, πληρούν την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αναπαραγωγής πρέπει να έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψουν την εντός δικτύου μετάδοση ενός έργου ή ενός προστατευομένου αντικειμένου μεταξύ τρίτων μέσω διαμεσολαβητή ή τη νόμιμη χρήση ενός τέτοιου έργου ή προστατευομένου αντικειμένου. Το ΔΕΕ απαντά ότι η διάταξη της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι οι προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής που εκτελούνται στο πλαίσιο μεθόδου συλλογής δεδομένων, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, πληρούν την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αναπαραγωγής πρέπει να έχουν ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψουν τη νόμιμη χρήση ενός έργου ή ενός προστατευομένου αντικειμένου.

Επί του πέμπτου και του έκτου ερωτήματος που αφορούν την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αναπαραγωγής δεν πρέπει να έχουν καμία ανεξάρτητη οικονομική σημασία δίδεται η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι οι προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής που εκτελούνται στο πλαίσιο μεθόδου συλλογής δεδομένων, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, πληρούν την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αυτές δεν πρέπει να έχουν καμία ανεξάρτητη οικονομική σημασία, εφόσον, αφενός, η εκτέλεση των εν λόγω πράξεων δεν επιτρέπει την προσπόριση πρόσθετου πλεονεκτήματος, πέραν του αντλούμενου από τη νόμιμη χρήση του προστατευομένου έργου, και, αφετέρου, οι προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής δεν επιφέρουν καμία μεταβολή του έργου αυτού.

Και τέλος, στο έβδομο προδικαστικό ερώτημα δίδεται η απάντηση ότι το άρθρο 5, παράγραφος 5, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι, εφόσον πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας αυτής, οι προσωρινές πράξεις αναπαραγωγής που εκτελούνται στο πλαίσιο μεθόδου συλλογής δεδομένων, όπως οι επίμαχες στην υπόθεση της κύριας δίκης, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πληρούν την προϋπόθεση ότι οι πράξεις αναπαραγωγής δεν μπορούν να αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση του έργου ούτε να θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου.

Δείτε αναλυτικά τη ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τρίτο τμήμα) της 17ης Ιανουαρίου 2012.


ΔΕΕ: υπόθεση Football Dataco (C-604/10): η προστασία των βάσεων δεδομένων δεν εκτείνεται επί προγραμμάτων συναντήσεων των πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου





Η απόφαση του Δικαστηρίου εκδόθηκε επί αιτήσεως για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως από το Court of Appeal (Ηνωμένο Βασίλειο) και είχε ως αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων (ΕΕ L 77, σ. 20). Κρίσιμο ζήτημα είναι η διερεύνηση της έννοιας των "βάσεων δεδομένων οι οποίες, λόγω της επιλογής ή της διευθέτησης του περιεχομένου τους, αποτελούν πνευματικά δημιουργήματα.

Όσον αφορά το ιστορικό της υπόθεσης πρέπει να αναφερθεί ότι Football Dataco κ.λπ. υποστήριξαν ότι είναι δικαιούχοι επί των προγραμμάτων συναντήσεων των πρωταθλημάτων ποδοσφαίρου της Αγγλίας και της Σκωτίας, του «ειδικού» δικαιώματος κατά το άρθρο 7 της οδηγίας 96/9, του δικαιώματος του δημιουργού κατά το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, καθώς και του δικαιώματος του δημιουργού κατά τη βρετανική νομοθεσία για τη διανοητική ιδιοκτησία. Αμφισβητώντας τη νομική υπόσταση των δικαιωμάτων αυτών, οι Yahoo κ.λπ. υποστηρίζουν ότι δικαιούνται να χρησιμοποιούν τα εν λόγω προγράμματα στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων τους, χωρίς να υποχρεούνται σε καταβολή οικονομικού ανταλλάγματος. Ακολούθως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι τα εν λόγω προγράμματα είναι επιλέξιμα για προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά το άρθρο 3 της οδηγίας 96/9, καθόσον η προετοιμασία τους απαιτεί κατά σημαντικό μέρος δημιουργική εργασία. Αντιθέτως, δεν δέχθηκε ότι είναι δικαιούχοι των δύο άλλων προβληθέντων δικαιωμάτων.

Στη συνέχεια, το αιτούν δικαστήριο επιβεβαίωσε την πρωτόδικη απόφαση όσον αφορά τη μη επιλεξιμότητα των επίμαχων στην κύρια δίκη προγραμμάτων για προστασία βάσει του ειδικού δικαιώματος του άρθρου 7 της οδηγίας 96/9. Αντιθέτως, διερωτάται ως προς την επιλεξιμότητα για προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού κατά το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής. Διατηρεί, επίσης, αμφιβολίες ως προς τη δυνατότητα προστασίας των προγραμμάτων αυτών βάσει του δικαιώματος του δημιουργού, σύμφωνα με την προγενέστερη της εν λόγω οδηγίας βρετανική νομοθεσία, υπό προϋποθέσεις διαφορετικές από τις προβλεπόμενες στο εν λόγω άρθρο 3.

Τα προδικαστικά ερωτήματα που υπέβαλε το Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) ήταν τα εξής:

«1. Ποια είναι η έννοια των όρων “βάσεις δεδομένων οι οποίες, λόγω της επιλογής ή της διευθέτησης του περιεχομένου τους, αποτελούν πνευματικά δημιουργήματα” του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/9 […] και ειδικότερα:

α) πρέπει η διανοητική προσπάθεια και η ικανότητα δημιουργίας δεδομένων να αποκλείονται;

β) συνεπάγονται σημαντική προσθήκη σε προϋπάρχον δεδομένο η “επιλογή ή η διευθέτηση” (όπως στην περίπτωση του καθορισμού της ημερομηνίας ποδοσφαιρικού αγώνα);

γ) απαιτεί η έννοια “πνευματικό δημιούργημα” κάτι πέραν της σημαντικής εργασίας και της ικανότητας του δημιουργού, και εφόσον η απάντηση είναι καταφατική περί τίνος πρόκειται;

2. Αποκλείει η οδηγία εθνικά δικαιώματα του δημιουργού επί βάσεων δεδομένων διαφορετικά από εκείνα που προβλέπει η οδηγία [96/9];»

Το Δικαστήριο έκρινε ότι:

1) Το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 96/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 11ης Μαρτίου 1996, σχετικά με τη νομική προστασία των βάσεων δεδομένων, έχει την έννοια ότι «βάσεις δεδομένων», κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, προστατεύονται βάσει του προβλεπόμενου σε αυτήν δικαιώματος του δημιουργού υπό την προϋπόθεση ότι η επιλογή ή η διευθέτηση των περιλαμβανόμενων σε αυτές δεδομένων αποτελεί πρωτότυπη έκφραση της δημιουργικής ελευθερίας του δημιουργού τους, γεγονός που απόκειται στο αιτούν δικαστήριο να εξακριβώσει.

Κατά συνέπεια:

– οι διανοητικές προσπάθειες και η ικανότητα δημιουργίας των δεδομένων αυτών δεν λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να εκτιμηθεί η επιλεξιμότητα της εν λόγω βάσεως για προστασία βάσει του δικαιώματος αυτού·

– είναι αδιάφορο, προς τον σκοπό αυτό, αν η επιλογή ή διευθέτηση των δεδομένων αυτών συνεπάγεται ή όχι «σημαντική προσθήκη» σε αυτά, και

– η σημαντική εργασία και η ικανότητα δημιουργίας που απαιτούνται για τη δημιουργία αυτής της βάσεως δεν μπορούν αυτές καθαυτές να δικαιολογήσουν τέτοιου είδους προστασία αν δεν εκφράζουν πρωτοτυπία κατά την επιλογή ή τη διευθέτηση των περιλαμβανόμενων σε αυτήν δεδομένων.

2) Η οδηγία 96/9 έχει την έννοια ότι, υπό την επιφύλαξη της μεταβατικής διατάξεως του άρθρου 14, παράγραφος 2, απαγορεύει εθνική νομοθεσία η οποία παρέχει στις βάσεις δεδομένων που εμπίπτουν στον ορισμό του άρθρου 1, παράγραφος 2, αυτής προστασία βάσει του δικαιώματος του δημιουργού υπό όρους διαφορετικούς των προβλεπομένων στο άρθρο 3, παράγραφος 1, αυτής.



Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

ΕΔΔΑ απόφαση 18.1.2011 υπόθεση MGN Limited κατά Ηνωμένου Βασιλείου




I. Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΔΑ) MGN Limited κατά Ηνωμένου Βασιλείου κάνει ένα ακόμη βήμα στην οριοθέτηση του δικαιώματος ιδιωτικής ζωής των δημοσίων προσώπων. Όπως στην von Hannover κατά Γερμανίας, έτσι και στην παρούσα απόφαση το ΕΔΔΑ αποφάνθηκε επί του ζητήματος της σύγκρουσης μεταξύ του δικαιώματος ελεύθερης έκφρασης και της πληροφόρησης και του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής και διαπιστώνει ότι η δημοσιοποίηση πληροφοριών σχετικά με την ιδιωτική ζωή του γνωστού φωτομοντέλου Ναόμι Κάμπελ που ξεφεύγουν από τα όρια της δημοσιογραφικής ευχέρειας παραβιάζει το δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής του άρ. 8 της ΕΣΔΑ. Στα ζητήματα που προκύπτουν από την απόφαση αυτή θα αναφερθούμε στη συνέχεια.

II.1. Κατ’αρχήν, θα πρέπει να υπομνησθεί ότι τα δημόσια πρόσωπα, σε αντίθεση με τον κοινό πολίτη, πρέπει να εκτίθενται – σε σημαντικό βαθμό – στις δημοσιογραφικές αποκαλύψεις, την κριτική, τη σάτιρα, ακόμα και όταν είναι καυστική. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, «τα όρια ανεκτής κριτικής είναι ευρύτερα όσον αφορά έναν πολιτικό από ό,τι ένα ιδιώτη: σε αντίθεση με τον δεύτερο, ο πρώτος αναπόφευκτα και οικειοθελώς, θέτει τον εαυτό του σε στενή παρακολούθηση κάθε λέξης και πράξης του από τους δημοσιογράφους και το κοινό και άρα πρέπει να δείξει μεγαλύτερη ανοχή». Βεβαίως, αυτό δεν σημαίνει ότι τα δημόσια πρόσωπα δεν διαθέτουν έναν έστω στενά οριοθετημένο πυρήνα ιδιωτικής ζωής, καθήκον δε της νομολογίας είναι να οριοθετήσει τον πυρήνα αυτόν.

2. Κρίσιμο είναι να διακριβωθεί πρωτίστως πότε ένα πρόσωπο εμπίπτει στην κατηγορία των δημοσίων προσώπων, για τα οποία γίνεται δεκτό ότι το μέτρο προστασίας της ιδιωτικής ζωής τους είναι περιορισμένο. Ως δημόσια πρόσωπα νοούνται όσοι κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία, όποιος έχει ισχύ και επιρροή στα κοινωνικά δρώμενα. Έτσι, ως τέτοια θεωρούνται τα πρόσωπα, στα οποία έχει αποδοθεί δημόσια εξουσία, αλλά και τα επονομαζόμενα πρόσωπα απόλυτης επικαιρότητας, ήτοι τα πρόσωπα που κατέχουν μια ιδιαίτερη θέση στην κοινωνία, όπως είναι οι πολιτικοί, οι καλλιτέχνες, οι αθλητές κλπ. Για τα πρόσωπα αυτά λέγεται ότι συνειδητά βρίσκονται στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος ή αποδέχονται ένα τέτοιο ενδεχόμενο και παράλληλα, το κοινωνικό σύνολο ενδιαφέρεται διακαώς να πληροφορηθεί λεπτομέρειες της ιδιωτικής τους ζωής. Σχετικά λέγεται ότι «όσο υψηλότερη θέση κατέχουν στο δημόσιο βίο τα πρόσωπα της απόλυτης επικαιρότητας, τόσο πιο περιορισμένη είναι η σφαίρα του απορρήτου τους, τόσο περισσότερο είναι υποχρεωμένα να ανέχονται προσβολές της ιδιωτικής τους ζωής». Επίσης, τα δημόσια πρόσωπα έχουν πρόσβαση στα ΜΜΕ και μπορούν να αποκρούσουν τις αναλήθειες και τις δυσφημιστικές αναφορές σε αυτά ευκολότερα από τους ιδιώτες.

III. 1. Το ΕΔΔΑ χάραξε σαφείς κατευθύνσεις όσον αφορά την προστασία της ιδιωτικότητας των προσώπων της απόλυτης επικαιρότητας, με την κρίση του στην von Hannover κατά Γερμανίας της 24.6.2004. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αποφασιστικό κριτήριο για την οριοθέτηση του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής κατά τη σύγκρουσή του με την ελευθερία του τύπου δεν μπορεί να είναι αν ένα πρόσωπο βρίσκεται σε ένα απόμερο μέρος, έξω από τα βλέμματα του κοινού, όπου απολαύει πλήρους προστασίας του ιδιωτικού του βίου. Σύμφωνα με το ΕΔΔΑ, ένα αποφασιστικό κριτήριο είναι η συμβολή των δημοσιευόμενων άρθρων και φωτογραφιών σε μια συζήτηση γενικού ενδιαφέροντος, όπως κρίθηκε στην υπόθεση Plon κατά Γαλλίας.

2. Στην προκειμένη περίπτωση όπου ο σκοπός της δημοσίευσης ήταν να ικανοποιηθεί η περιέργεια του αναγνωστικού κοινού σχετικά με τις λεπτομέρειες της ιδιωτικής ζωής του εικονιζόμενου προσώπου που δεν ασκεί δημόσια καθήκοντα, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνεισφέρει σε οποιοδήποτε διάλογο γενικού κοινωνικού ενδιαφέροντος, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι το πρόσωπο είναι δημόσια γνωστό και ανεξάρτητα από το αν οι χώροι που λαμβάνονται οι φωτογραφίες είναι απόμεροι ή όχι, καθώς και σε δημόσιους χώρους υπάρχει δικαιολογημένη προσδοκία προστασίας του ιδιωτικού βίου, όπως δέχθηκε το ΕΔΔΑ και σε άλλη απόφασή του . Επίσης, το Δικαστήριο εξέφρασε επιφυλάξεις για το αν μπορούσε να θεωρηθεί ως πρόσωπο της «απόλυτης επικαιρότητας» ένα πρόσωπο που δεν ασκεί επίσημα καθήκοντα, όπως ήταν στην προκειμένη περίπτωση η Καρολίνα του Μονακό και η οποία συγκεντρώνει το ενδιαφέρον του κόσμου μόνο και μόνο επειδή είναι μέλος βασιλικής οικογένειας.

Συνακόλουθα, το Δικαστήριο έκρινε ότι παραβιάσθηκε η αρχή της δίκαιης εξισορρόπησης των αντιμαχόμενων συμφερόντων και δέχθηκε ότι υπάρχει παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.
IV.1. Παρόμοιοι προβληματισμοί απασχόλησαν το ΕΔΔΑ στην απόφαση της 18.1.2011 στην υπόθεση MGN Limited κατά Η.Β., η οποία αφορούσε τη δημοσιοποίηση πληροφοριών από τη βρετανική εφημερίδα Daily Mirror για την ιδιωτική ζωή του φωτομοντέλου Ναόμι Κάμπελ και συγκεκριμένα, σχετικά με τη συμμετοχή της σε πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά. Το ζήτημα που τέθηκε ήταν εάν η κρίση του Ανώτατου Δικαστηρίου του Ην. Βασιλείου για την παραβίαση της εμπιστευτικότητας σε βάρος της προσφεύγουσας παραβίαζε το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης (άρ. 10 ΕΣΔΑ).

2. To Δικαστήριο έκανε αναφορά στη νομολογία του στην Von Hannover, όπου έγινε δεκτό ως κρίσιμο στοιχείο το κριτήριο του αν η δημοσιοποίηση προσωπικών πληροφοριών σχετικά με ένα δημόσιο πρόσωπο συμβάλλει σε έναν δημόσιο διάλογο για ένα θέμα γενικότερου ενδιαφέροντος, οπότε η ελευθερία της έκφρασης πρέπει να ερμηνεύεται στενότερα. Με βάση το κριτήριο αυτό, δέχθηκε ότι η προηγούμενη άρνηση της Ν. Κάμπελ περί χρήσεως ναρκωτικών, μπορούσαν να δημοσιευθούν πληροφορίες σχετικά με την εξάρτηση από τα ναρκωτικά και το γεγονός ότι ήταν υπό θεραπεία. Ωστόσο, έκρινε ότι οι πρόσθετες πληροφορίες, όπως είναι το ότι παρακολουθούσε το πρόγραμμα απεξάρτησης στους Α.Ν., λεπτομέρειες για τη φύση της θεραπείας της και κρυφά ληφθείσες φωτογραφίες έξω από τις συναντήσεις των Α.Ν. δεν ήταν απαραίτητο να δημοσιευθούν για τη διασφάλιση της αξιοπιστίας των αναφερόμενων στην εφημερίδα γεγονότων. Και επιπλέον, δεν υπήρχε κάποια υπερέχουσα ανάγκη του κοινού να έχει αυτό το πρόσθετο υλικό, καθ’ όσον το δημόσιο ενδιαφέρον ικανοποιήθηκε με τη δημοσίευση των κύριων γεγονότων περί της εξάρτησης και της θεραπείας.

3. Αντιθέτως, όπως έκρινε το Δικαστήριο, οι πρόσθετες αυτές πληροφορίες είχαν αυστηρά προσωπικό χαρακτήρα και η δημοσιοποίηση τους μπορούσε να λειτουργήσει ανασχετικά στην ανάρρωση της Κάμπελ και να της προκαλέσει στεναχώρια. Η δημοσίευση φωτογραφιών, όπως οι επίδικες, που είχαν ληφθεί κρυφά με χρήση τηλεφακού έξω από το κέντρο απεξάρτησης ήταν πρόσφορες να προκαλέσουν άσχημα συναισθήματα σε κάθε έναν που θα βρισκόταν στην ίδια θέση. Κατά τούτο, κρίθηκε ότι η δημοσίευση του πρόσθετου αυτού υλικού ξεφεύγει από τα όρια της δημοσιογραφικής ευχέρειας και συνιστά παραβίαση του δικαιώματος στην προστασία της ιδιωτικής ζωής (άρ. 8 ΕΣΔΑ).

4. Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι κατά την οριοθέτηση του πυρήνα της ιδιωτικότητας των δημόσιων προσώπων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αποστολή του Τύπου, ο οποίος δεν πρέπει να υπερβαίνει τα όρια που αφορούν την προστασία της υπόληψης των άλλων και της παροχής αξιόπιστων και αληθών πληροφοριών, σύμφωνα με τη δημοσιογραφική δεοντολογία, αλλά είναι απαραίτητο να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες για θέματα δημόσιου ενδιαφέροντος. Η στάθμιση δε του δημοσίου συμφέροντος για τη δημοσίευση φωτογραφιών και άρθρων από τον τύπο και της ανάγκης προστασίας της ιδιωτικής ζωής πρέπει να γίνεται από τα εθνικά δικαστήρια, στα οποία αναγνωρίζεται ένα ευρύ πλαίσιο διακριτικής ευχέρειας. Ένα πρόσφορο, δε, κριτήριο για την άρση της σύγκρουσης μεταξύ των δύο αυτών δικαιωμάτων είναι το αν η δημοσίευση αυτή συμβάλλει σε έναν δημόσιο διάλογο για ένα γενικότερο θέμα και δεν συνεπάγεται μόνο την ικανοποίηση της περιέργειας του αναγνωστικού κοινού. Κατά την άποψή, μας και στις δύο αποφάσεις του ΕΔΔΑ, στις οποίες έγινε παραπάνω λόγος (Von Hannover και MGN Limited), το Δικαστήριο οδηγήθηκε σε ορθή κρίση κάνοντας χρήση του κριτηρίου αυτού.

Ιωάννης Ιγγλεζάκης
Επικ. Καθηγητής Τμ. Νομικής ΑΠΘ,
Δικηγόρος Θεσσαλονίκης