Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Συνταγματική κατοχύρωση της πληροφορικής στη Γερμανία

Σύμφωνα με το Υπουργείο Εσωτερικών της Γερμανίας και τον Υπουργό Wolfgang Schäuble, σύντομα θα κατοχυρωθεί η συνταγματική βάση για την αρμοδιότητα των κρατικών φορέων στις δράσεις για την προώθηση της τεχνολογίας της πληροφορικής. Ο στόχος είναι να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για τη συνεργασία μεταξύ της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και των επιμέρους κρατών και να υπάρξει καλύτερη συνεργασία μεταξύ των κρατικών φορέων, ώστε να μειωθεί η γραφειοκρατία και να αναδειχθεί η πληροφορική ως "κεντρική υποδομή του 21ου αιώνα". Παράλληλα, αυτό θα βοήθησει στη δημιουργία κοινά αποδεκτών προτύπων και την ενίσχυση της ασφάλειας πληροφοριών, ιδίως ενόψει της νέας απειλής του "κυβερνοπολέμου".

Γίνεται σαφές ότι η γερμανική κυβέρνηση προσπαθεί να βάλει τη χώρα αυτή στο επίκεντρο των εξελίξεων και να πρωταγωνιστήσει στο νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον. Είναι βέβαιο ότι παρόμοιες προσπάθειες θα βρουν μιμητές και σε άλλες χώρες, ελπίζουμε και στη χώρα μας, η οποία αφομοιώνει με εξαιρετικά βραδύ ρυθμό τις εξελίξεις στην οικονομία και την τεχνολογία.

Τρίτη, 25 Μαρτίου 2008

Αξιοποίηση του Web 2.0 για την ανάπτυξη επιχειρησιακών στρατηγιών και εφαρμογών

Η αξιοποίηση του σημασιολογικού Διαδικτύου (Web 2.0) από τις επιχειρήσεις και τους επαγγελματίες είναι μια νέα τάση, την οποία επιχειρεί να φωτίσει η ομάδα εργασίας Ιγ2 του ebusinessforum.
Το συμμετοχικό Διαδίκτυο αναφέρεται σε μια σειρά σύγχρονων διαδικτυακών εφαρμογών που καθιστούν δυνατή τη συμμετοχή των χρηστών και την αμφίδρομη λειτουργία των παρεχόμενων υπηρεσιών. Σύμφωνα με έναν ορισμό, είναι μια συλλογή εφαρμογών ανοικτού κώδικα, αμφίδρομων εφαρμογών που ελέγχονται από τους χρήστες που τους καθιστά, ταυτόχρονα μετόχους στις επιχειρησιακές και κοινωνικές διαδικασίες που επιτελούνται στο Διαδίκτυο. Επίσης, συμβάλλει στη δημιουργία άτυπων δικτύων επικοινωνίας μεταξύ των χρηστών, επιτρέποντας έτσι τη δημιουργία, διάδοση και επεξεργασία της πληροφορίας.
Οι βασικές κατηγορίες διαδικτυακών υπηρεσιών που εντάσσονται στο συμμετοχικό Διαδίκτυο είναι: 1) τα ιστολόγια (blogs), 2) τα κοινωνικά δίκτυα, όπως είναι π.χ. οι δικτυακοί τόποι myspaces, facebook κ.ά, 3) οι κοινότητες που φιλοξενούν περιεχόμενο προερχόμενο από τους χρήστες, όπως π.χ. youtube, flicklr, 4) τα διάφορα forums και 5) οι συλλογές περιεχομένου (content aggregators), χωρίς τους οποίους είναι δύσκολος ο εντοπισμός του περιεχομένου που αυξάνει εκθετικά.
Όπως επισημαίνει η ομάδα εργασίας του ebusinessforum, η ανάπτυξη του Web 2.0 επιφέρει κρίσιμες αλλαγές στα μοντέλα συμπεριφοράς των καταναλωτών και γενικότερα στον τρόπο με τον οποίο οι χρήστες αναζητούν, αξιολογούν, παράγουν, αγοράζουν και καταναλώνουν πληροφορίες, προϊόντα και υπηρεσίες. Και τούτο, διότι οι χρήστες καταφεύγουν στις μηχανές αναζήτησης των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης αντί για τις συμβατικές μηχανές αναζήτησης, ή διότι συμβουλεύονται άλλους χρήστες μέσω των ιστολογίων και άλλων υπηρεσιών που φιλοξενούν σχόλια χρηστών κοκ.
Είναι σαφές ότι το προφίλ του καταναλωτή αλλάζει, καθώς αυτός γίνεται περισσότερο ενημερωμένος, και αυτό προσπαθούν να εκμεταλλευθούν οι επιχειρήσεις, στοχοποιώντας το σημασιολογικό Διαδίκτυο.
Συμβολές, όπως αυτή του ebusinessforum είναι, συνεπώς, σημαντικές για την ανάπτυξη και της ελλληνικής διαδικτυακής αγοράς. Δεν πρέπει, πάντως, να μας διαφεύγει και το γεγονός ότι τα προβλήματα που αφορούν τη διάδοση περιεχομένου και τα οποία τέθηκαν επί τάπητος το προηγούμενο διάστημα, διέπουν και το σημασιολογικό Διαδίκτυο. Τέτοια ζητήματα αφορούν την προσβολή δικαιωμάτων πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, και ειδικότερα ζήτηματα, όπως είναι λ.χ. η δημιουργία συνδέσμου (βλ. http://www.linksandlaw.com/), ή τα προβλήματα που αφορούν τα ονόματα χώρου (domain names). Στα ζητήματα αυτά θα επανέλθουμε.

Κυριακή, 23 Μαρτίου 2008

Digital Inclusion in Greece


The roll-out of e-Government services is currently advancing well in Greece, which is a slow starter in the field of e-Government, but moves now with fast steps ahead. The development of e-Governance presents many chances and also risks for the society. One issue deserving attention is the issue of the digital gap between “information haves” and “information have nots”. Bridging the digital divide would need a great amount of financial resources and a strategic plan aiming at increasing access to information and building knowledge infrastructure. Although there is presently no specific programme to promote digital inclusion in Greece, the Government seems to take into account the need to address this issue.

The imperative to promote digital inclusion is enshrined in the Greek Constitution, which provides for a right to e-participation. In more particular, Article 5A (2) of the Constitution states that: “All persons are entitled to participate in the Information Society. Facilitation of access to electronically handled information, as well as of the production, exchange and diffusion thereof constitutes an obligation of the State”.

This provision establishes, at first sight, an individual right to participation in the Information Society. In case restrictions of this right are imposed by legal or administrative acts, which violate it, the right holder can bring a claim against such restrictions. Furthermore, Article 5A(2) establishes a social right, which lays down the obligation of the Greek State to take positive action in order to make equal and active access to the Information Society possible for all[1]. In this sense, it constitutes a legal basis for policies of digital inclusion, such as funding of purchase of equipment provided to low-income social groups, establishing of community centres providing free use of ICT and access to the Internet and implementing ICT education programmes. Generally speaking, this right is not actionable, for it does not provide the individual with a legal claim against the State, in case the latter fails to introduce digital inclusion policies. This lack of enforceability, however, is not a particular drawback of the right to e-participation, but a common characteristic of all social rights[2].

Nevertheless, the right to e-participation has certain aspects of actionability. In particular, in case certain social groups are legally excluded from e-participation for reasons pertaining to geographical, age or racial factors, then a legal claim is recognized. And also, in case this right is legally recognized through a legal act laying down specific measures, i.e. benefits, such benefits cannot be later totally abolished or unjustifiable diminished (theory of co-called ‘social acquis’).

Beyond the implementation of specific projects aiming at the promotion of digital inclusion, the institutionalization of the right to e-participation raises many questions. The basic commitment of the State is to offer e-Government services and this means that it has to make available online public sector information and further, implement e-Government projects in order to cover all or a major part of administrative procedures. But what is more important, access to the Internet should be made generally affordable to all citizens. This could be made possible with the inclusion of Internet in the universal service in the sense of Directive 2002/22/EC, i.e. the provision of a defined minimum set of services to all end-users at an affordable price.

It is noteworthy that a Legislative Draft titled ‘Participation in the Information Society’[3] drafted by a group of researchers under the aegis of the Hellenic European Constitutional Centre, includes a provision for access in public electronic communications networks (Article 9)[4]. Under this act, the services and characteristics of the universal service as well as the cost principles are to be defined by the competent state authority. Particularly, Internet access for the elderly, low-income, unemployed and disable persons is to be made affordable in low prices, and the relevant charges are to be funded by the State.

As a conclusion, one might say that the existence of a constitutional norm referring to digital inclusion is very positive, but this norm remains still unenforceable, as no legal act specifying it has been adopted yet. The value of this constitutional norm, however, should not be underestimated for this reason. On the contrary, the recognition on constitutional level of a right to participation in the Information Society is essential for the formulation of governmental policies with regard to digital inclusion.



[1] See L. Mitrou, ‘The right of participation in the Information Society’, in: Papachristou/Vidalis/Mitrou/Takis, The right of participation in the Information Society, ed. Sakkoulas 2006, 35-56 (in Greek); Ap. Papakonstantinou, ‘The constitutional right of participation in the Information Society’, Revue of Public and Administrative Law, 2/2006, 233-242 (in Greek); X. Kontiadis, The new constitutionalism and fundamental rights after the Constitutional Revision of 2001, ed. Ant. Sakkoulas 2002 (in Greek), 206.

[2] See I. Iglezakis, Social State of Law, Sakkoulas ed. 2005 (in Greek), 118-123.

[3] This Draft Law has not been submitted to the Hellenic Parliament.

[4] Papachristou/Vidalis/Mitrou/Takis, The right of participation in the Information Society, op. cit., 90.

Πέμπτη, 20 Μαρτίου 2008

Νομικοί προβληματισμοί σχετικά με τα ιστολόγια

Τα ιστολόγια είναι ένα νέο μέσο επικοινωνίας που έχει αναπτύξει ιδιαίτερη δυναμική και έχει κατακτήσει το ενδιαφέρον των χρηστών του Διαδικτύου, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό με αποτέλεσμα να συνιστά ένα ιδιαίτερο κοινωνικό φαινόμενο. Ο λόγος για τη διάδοση αυτή της τεχνολογίας των ιστολογίων είναι ότι αυτά καθιστούν δυνατή την έκφραση των απόψεων των χρηστών, εύκολα, γρήγορα, ανέξοδα και στο πλαίσιο ενός οικουμενικού μέσου, όπως είναι το Διαδίκτυο.
Ωστόσο, προβλήματα δημιουργεί το γεγονός ότι η δημοσίευση απόψεων και η παράθεση σχολίων στα ιστολόγια ανώνυμα ή με ψευδώνυμο, αν και ορισμένοι χρήστες του Διαδικτύου επιλέγουν να γράφουν επώνυμα τις απόψεις τους. Ακριβώς αυτή η ευχέρεια διατύπωσης απόψεων και η ανωνυμία σηματοδοτούν την αρνητική πλευρά των ιστολογίων που συνίσταται στη δυνατότητα δυσφήμησης και παράθεσης αναληθών ή αβάσιμων γεγονότων, υπό το κάλυμμα της ανωνυμίας. Παραπέρα, η δημοσίευση απόρρητων πληροφοριών ή η παραβίαση των προσωπικών δεδομένων συνιστά σημαντικό κίνδυνο, όπως και η παραβίαση πνευματικών δικαιωμάτων με την αναδημοσίευση κειμένων δίχως την άδεια του δημιουργού ή δικαιούχου κοκ.
Τα ιστολόγια που συνιστούν ηλεκτρονικά ημερολόγια των κατόχων τους και στα οποία εκτίθενται πραγματικά γεγονότα και λεπτομέρειες που αφορούν την προσωπική τους ζωή εμπεριέχουν σαφώς προσωπικά δεδομένα και υπόκεινται στο ν. 2472/1997. Έτσι, μπορεί να ανακύψουν προβλήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και να επιβληθούν κυρώσεις στους παραβάτες της σχετικής νομοθεσίας (βλ. cnil.fr).
Επίσης, είναι δυνατή η παραβίαση δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας, όταν αναδημοσιεύονται κείμενα, εικόνες, οπτικοακουστικό υλικό (αποσπάσματα βίντεο κλπ.) χωρίς άδεια των δημιουργών ή δικαιούχων. Οι κάτοχοι των ιστολογίων δεν συνειδητοποιούν το γεγονός ότι πρέπει να λαμβάνουν άδεια για αναδημοσίευση ή να χρησιμοποιούν υλικό που υπόκειται σε άδειες όπως είναι οι άδειες creative commons.
Είναι, ακόμα, δυνατό η δημοσίευση προσωπικών απόψεων από εργαζόμενους σχετικά με θέματα που αφορούν τη λειτουργία μιας επιχείρησης να αποτέλεσει και λόγο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (βλ. Mercado-Kierkegaard, CLSR, Wright).
Τέλος, το πιο σημαντικό πρόβλημα είναι η προσβολή της προσωπικότητας δημοσίων, κυρίως, προσώπων μέσω δημοσιευμάτων σε ιστολόγια ειδησεογραφικού χαρακτήρα (βλ. και elawyer). Επισημαίνεται ότι τα αδικήματα της δυσφήμισης ή εξύβρισης θα χαρακτηρίζονται ως τελούμενα δια του τύπου, όταν ο χαρακτήρας του ιστολογίου είναι ειδησεογραφικός. Για την περίπτωση δε που οι επισκέπτες του ιστολογίου διατυπώνουν σχόλια που είναι συκοφαντικά κατά τρίτων προσώπων, θα μπορεί να απαλλαγεί από την ευθύνη του ο κάτοχος του ιστολογίου, σύμφωνα το άρθρο 13 του π.δ. 131/2003, εφόσον όμως δεν γνωρίζει τα σχόλια ή δεν τα απομακρύνει όταν ειδοποιηθεί.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Θεσμική κατοχύρωση της ηλεκτρονικής δίκης

Με το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης "βελτίωση και επιτάχυνση των διαδικασιών της δίκης στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και άλλες διατάξεις" εισάγονται σημαντικές καινοτομίες, οι οποίες αφορούν τη διοικητική δίκη αλλά και γενικότερα, τη δικαιοσύνη, μεταξύ των οποίων είναι και η θεσμοθέτηση της ηλεκτρονικής δίκης. Βασική προτεραιότητα του νομοσχεδίου είναι η επιτάχυνση της απονομής της δικαιοσύνης και, πράγματι, περιέχει πολλά θετικά σημεία που είναι ικανά να λειτουργήσουν προς αυτή την κατεύθυνση.

Ειδικότερα, ορίζεται στο άρθρο 42 § 1 ότι "οι δικαστικές αποφάσεις και πράξεις, οι εκθέσεις, τα δικόγραφα και κάθε άλλο έγγραφο που απευθύνεται στα δικαστήρια ή εκδίδεται από αυτά επιτρέπεται να επιδίδονται και να διακινούνται με ηλεκτρονικά μέσα. Με όμοιο τρόπο είναι δυνατόν να καταβάλλονται παράβολα, δικαστικά ένσημα και οποιαδήποτε τέλη υπέρ του Δημοσίου ή νπδδ". Ως προϋπόθεση για την ηλεκτρονική διακίνηση προβλέπεται στην αιτιολογική έκθεση η χρήση ηλεκτρονικής σφραγίδας, πράγμα που σημαίνει προφανώς ότι πρέπει να χρησιμοποιείται ηλεκτρονική υπογραφή. Ωστόσο, η παραπάνω διάταξη δεν κάνει αναφορά στην ηλεκτρονική υπογραφή.

Περαιτέρω, προβλέπεται στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου ότι το δικαστήριο μπορεί να εξετάζει μάρτυρες, πραγματογνώμονες και διαδίκους χωρίς αυτοί να παρίστανται στην αίθουσα συνεδριάσεώς του. Τούτο καθίσταται δυνατό με ταυτόχρονη μετάδοση εικόνας και ήχου στην αίθουσα συνεδριάσεως του δικαστηρίου και στον τόπο εξέτασης των παραπάνω προσώπων. Η διάταξη αυτή είναι αρκούντως σαφής, ωστόσο για την υλοποίησή της απαιτούνται κονδύλια για τον εξοπλισμό των δικαστικών αιθουσών.

Τέλος, προβλέπεται η έκδοση διατάγματος για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, όπως και η ηλεκτρονική τήρηση των βιβλίων για τη διεκπεραίωση των εργασιών των δικαστηρίων και εισαγγελιών.

Κυριακή, 16 Μαρτίου 2008

ENISA: Ασφάλεια στις διαδικτυακές υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης

Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Ασφάλειας Δικτύων και Πληροφοριών (ENISA) εξέδωσε στις 25.10.2007 Έγγραφο σχετικά με τα προβλήματα ασφάλειας στις διαδικτυακές υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης και σχετικές συστάσεις. Σε αυτό το έγγραφο, η παραπάνω Υπηρεσία επισημαίνει τα πλεονεκτήματα, αλλά και τους κινδύνους για την ασφάλεια δεδομένων που ανακύπτουν από τη λειτουργία παρόμοιων διαδικτυακών τόπων.

Επισημαίνονται έτσι οι κίνδυνοι που αφορούν συγκεκριμένα προβλήματα, όπως είναι η συλλογή μεγάλων όγκων δεδομένων που αφορούν τους χρήστες των υπηρεσιών, τα οποία δεδομένα μπορεί να πέσουν στα χέρια εκβιαστών και spammers. Επιπλέον, οι φωτογραφίες προσώπων μπορεί να συσχετισθούν με προφίλ των χρηστών, ενώ άλλοι κίνδυνοι που ελλοχεύουν αφορούν, μεταξύ άλλων, την κλοπή ταυτότητας, την παρακολούθηση και παρενόχληση και άλλα ηλεκτρονικά εγκλήματα.

Οι συστάσεις που προτείνει η Υπηρεσία αφορούν την επενεξέταση του νομικού πλαισίου και την εισαγωγή ειδικών ρυθμίσεων, τη διαφάνεια στην ακολουθούμενη πολιτική προστασίας προσωπικών δεδομένων, καθώς και την επιμόρφωση των χρηστών, ιδίως των νέων και των μαθητών, και την πρόκληση ενδιαφέροντος του κοινού για τα σχετικά προβλήματα.

Σάββατο, 15 Μαρτίου 2008

Εκσυγχρονισμός του νομικού πλαισίου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων ή συρρίκνωση της προστασίας;

Η νέα τροποποίηση του ν. 2472/1997

Mε τροπολογία που περιλήφθηκε στο ν. 3635/2007 με τον οποίο κυρώθηκε το Προαιρετικό Πρωτόκολλο στη Σύμβαση για τα δικαιώματα του Παιδιού σχετικά με την εμπορία παιδιών, την παιδική πορνεία και παιδική πορνογραφία
, τροποποιήθηκαν διατάξεις του ν. 2472/1997 "προστασία του ατόμου από την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα". Οι νέες ρυθμίσεις που περιλαμβάνονται στην τροπολογία "αντιμετωπίζουν" κρίσιμα θέματα που αφορούν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από εισαγγελικές και δικαστικές αρχές, ωστόσο, οι επιλογές στις οποίες προέβη ο νομοθέτης επιδέχονται κριτική.

Ειδικότερα, κατά πρώτον εισάγονται εξαιρέσεις που δεν είναι δικαιολογημένες, όπως είναι ιδίως η εξαίρεση από το πεδίο εφαρμογής του νόμου της επεξεργασίας δεδομένων, η οποία πραγματοποιείται από τις δικαστικές – εισαγγελικές αρχές και τις υπηρεσίες που ενεργούν υπό την άμεση εποπτεία τους στο πλαίσιο της απονομής της δικαιοσύνης ή για την εξυπηρέτηση των αναγκών της λειτουργίας τους με σκοπό τη βεβαίωση εγκλημάτων, που τιμωρούνται ως κακουργήματα ή πλημμελήματα με δόλο (άρθρο 3 § 2 εδ. β΄ ν. 2472/1997). Βεβαίως, στην εισαγωγική έκθεση επί του νομοσχεδίου αναφέρεται ότι σχετική εξαίρεση προβλέπεται στην κοινοτική οδηγία 95/46/ΕΟΚ, ωστόσο, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η οδηγία αυτή είναι οδηγία του πρώτου πυλώνα (πράγμα το οποίο δεν γνωρίζει ο νομοθέτης;).

Επιπλέον, η εξαίρεση αυτή προσκρούει σε διατάξεις διεθνών συνθήκων που έχει υπογράψει η χώρα μας, όπως είναι η Σύμβαση αρ. 108/1981 του Συμβουλίου της Ευρώπης και το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ. Το κυριότερο όμως είναι ότι είναι αντισυνταγματική η πρόβλεψη εξαιρέσεως του νόμου για την προστασία των προσωπικών δεδομένων στην παραπάνω περίπτωση.

Το ερώτημα που τίθεται είναι αν επαρκούν οι διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των εμπλεκόμενων σε ποινικές διαδικασίες και οι άλλες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, στις οποίες γενικόλογα παραπέμπει ο νόμος. Κατά την άποψή μας, τόσο ο ΚΠοινΔ όσο και οι λοιποί (πλην του ν. 2472/1997) νόμοι δεν προσφέρουν επαρκή προστασία, ιδίως διότι αν προσέφεραν τέτοια προστασία δεν θα υπήρχε λόγος θέσπισης του ν. 2472/1997 εξαρχής.

Παραπέρα, στο άρθρο 2 εδ. β. ν. 2472/1997 αναφέρεται ότι "Ειδικά για τα σχετικά με ποινικές διώξεις ή καταδίκες δύναται να επιτραπεί η δημοσιοποίηση μόνον από την εισαγγελική αρχή για τα αδικήματα κατά της ζωής, κατά της γενετήσιας ελευθερίας, της οικονομικής εκμετάλλευσης της γενετήσιας ζωής, κατά της προσωπικής ελευθερίας, κατά της ιδιοκτησίας, κατά των περιουσιακών δικαιωμάτων, παραβάσεων της νομοθεσίας περί ναρκωτικών, επιβουλής της δημόσιας τάξης, ως και τελουμένων σε βάρος ανηλίκων θυμάτων, με διάταξη του αρμόδιου Εισαγγελέα Πρωτοδικών ή του Εισαγγελέα Εφετών, εάν η υπόθεση εκκρεμεί στο Εφετείο. Η δημοσιοποίηση αυτή αποσκοπεί στην προστασία του κοινωνικού συνόλου, των ανηλίκων, των ευάλωτων ή ανίσχυρων πληθυσμιακών ομάδων και προς ευχερέστερη πραγμάτωση της αξίωσης της Πολιτείας για τον κολασμό των παραπάνω αδικημάτων."

Πέρα από τις νομικές αντιρρήσεις που μπορεί κανείς να διατυπώσει ως προς τη δημοσιοποίηση των προσωπικών δεδομένων των προσώπων που διαπράττουν αδικήματα, αποτελεί απορίας άξιο ποια αντίληψη δικαιοσύνης, από την οποία καθοδηγείται ο έλληνας νομοθέτης, είναι αυτή που επιβάλλει ως τιμωρία σε ένα πρόσωπο για τη διάπραξη μίας πράξης τη διαπόμπευσή του!

Τέλος, προβληματική είναι και η ρύθμιση που αφορά τη βιντεοσκόπηση διαδηλωτών (άρθρο 3 § 2 εδ. β΄ ν. 2472/1997). Επισημαίνουμε ότι ο νομοθέτης θα μπορούσε να προβλέψει ειδική διάταξη που να ρυθμίζει ειδικά το ζήτημα της επιτήρησης μέσω καμερών, ακόμα και εισάγοντας ρυθμίσεις που να αποκλίνουν από την υπ' αριθ. 1122/2000 απόφαση της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και τις λοιπές αποφάσεις της Αρχής, σε ειδικά θέματα. Αντί αυτού, επελέχθη η λύση της συγκεκριμένης διάταξης με την οποία επιτρέπεται η απλή λειτουργία συσκευών καταγραφής και η καταγραφή σε περίπτωση τέλεσης εγκλημάτων.

Ως έχει, η εν λόγω διάταξη - όσον αφορά τη λειτουργία συσκευών καταγραφής - αντιβαίνει καταρχήν στο συνταγματικό δικαίωμα της ελευθερίας του συνέρχεσθαι, καθώς, περιορίζει ανεπίτρεπτα το δικαίωμα αυτό, διότι οι πολίτες όταν γνωρίζουν ότι παρακολουθούνται θα αισθάνονται φόβο και δικαιολογημένη ανησυχία που μπορεί να τους οδηγήσει σε μη συμμετοχή ακόμη και σε ειρηνικές διαδηλώσεις. Παραπέρα, περιορίζεται και το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή και στα προσωπικά δεδομένα, διότι η διαδικασία βιντεοσκόπησης πραγματοποιείται μεν υπό την εποπτεία των εισαγγελικών και δικαστικών αρχών, ωστόσο, δεν υπάρχει κανείς έλεγχος από ανεξάρτητη αρχή ούτε και βρίσκει εφαρμογή ο ν. 2472/1997!
Όσον αφορά, όμως, την καταγραφή εικόνας και ήχου με σκοπό τη βεβαίωση τέλεσης παράνομων πράξεων, οι εγγυήσεις από τις οποίες περιβάλλεται αυτή είναι σημαντικές, με συνέπεια να μην εκφράζονται ιδιαίτερες ανησυχίες. Εν πάση όμως περιπτώσει, θεωρούμε ότι η ρύθμιση αυτή, αλλά και γενικότερα, το ζήτημα της βιντεοεπιτήρησης, θα έπρεπε να τύχει αρτιότερης νομοτεχνικής επεξεργασίας και να αποτελέσει αντικείμενο ιδιαίτερου άρθρου του νόμου ή ειδικού νόμου.

Σάββατο, 8 Μαρτίου 2008

Διατήρηση δεδομένων που αφορούν ανταλλαγή αρχείων Ρ2Ρ και διαβίβασή τους στο πλαίσιο αστικής δίκης - Σημαντική απόφαση ΔΕΚ

Απόφαση του ΔΕΚ σχετικά με την αποκάλυψη των προσωπικών δεδομένων των χρηστών συστημάτων Peer-to-Peer

Με την απόφασή του της 29-1-2008, στην υπόθεση C-275/06 το ΔΕΚ έκρινε ότι τα δεδομένα χρηστών που ανταλλάσσουν αρχεία μέσω συστημάτων Ρ2Ρ δεν δύνανται να γνωστοποιηθούν προκειμένου να καταστεί δυνατή η άσκηση διώξεων εναντίον τους από τους δημιουργούς (μουσικών, οπτικοακουστικών κ.ά. έργων), σε περίπτωση παράνομης ανταλλαγής έργων.


(Η αρχιτεκτονική ενός δικτύου peer-to-peer. Πηγή: Wikipedia).




Ειδικότερα, το ιστορικό της υπόθεσης έχει ως εξής: Η ισπανική ένωση Promusicae υπέβαλε αίτηση κατά της Telefonica, η οποία είναι εταιρία παροχής πρόσβασης στο Διαδίκτυο, προκειμένου να υποχρεωθεί αυτή να αποκαλύψει την ταυτότητα και τη φυσική διεύθυνση ορισμένων προσώπων στα οποία παρέχει υπηρεσίες πρόσβασης, τα οποία χρησιμοποίησαν το πρόγραμμα KaZaA για την παράνομη αναπαραγωγή έργων. Η αίτηση αυτή έγινε δεκτή και η Telefonica άσκησε ανακοπή ενώπιον ισπανικού δικαστηρίου, το οποίο ακολούθως απηύθυνε προδικαστικό ερώτημα προς το ΔΕΚ. Το περιεχόμενο του ερώτηματος είχε ως εξής:

«Επιτρέπεται, κατά το κοινοτικό δίκαιο και, συγκεκριμένα, κατά τα άρθρα 15, παράγραφος 2, και 18 της οδηγίας [2000/31], κατά το άρθρο 8, παράγραφοι 1 και 2, της οδηγίας [2001/29], κατά το άρθρο 8 της οδηγίας [2004/48] και κατά τα άρθρα 17, παράγραφος 2, και 47 του Χάρτη […], στα κράτη μέλη να περιορίζουν μόνο στις περιπτώσεις ποινικής έρευνας ή για λόγους προστασίας της δημόσιας ασφάλειας και της εθνικής άμυνας και, ως εκ τούτου, να αποκλείουν, σε περίπτωση πολιτικών δικών, την υποχρέωση των φορέων εκμεταλλεύσεως δικτύων και παροχής υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών, των φορέων παροχής προσβάσεως σε δίκτυα τηλεπικοινωνιών και των φορέων παροχής υπηρεσιών αποθηκεύσεως δεδομένων να διατηρούν και να διαθέτουν δεδομένα συνδέσεως και κινήσεως τα οποία δημιουργούνται από τις επικοινωνίες που πραγματοποιούνται κατά την παροχή υπηρεσίας της κοινωνίας της πληροφορίας;»

Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας την οδηγία 2002/58, δέχθηκε ότι οι εξαιρέσεις από την υποχρέωση διασφάλισης του απορρήτου των δεδομένων κίνησης δεν αναφέρονται σε ζητήματα που αφορούν αστικές διαφορές, όπως η επίδικη, καθώς αφορούν την εθνική ασφάλεια, εθνική άμυνα και δημόσια ασφάλεια, αλλά και τη δίωξη ποινικών παραβάσεων.

Επίσης, η προστασία του δικαιώματος του δημιουργού, όπως προβλέπεται από τις οδηγίες 2000/31 (άρθρ. 1 § 5β΄), 2001/29 (άρθρ. 9) και 2004/48 (άρθρ. 8 § 3 ε΄), δεν συνεπάγεται τη συρρίκνωση της προστασίας των προσωπικών δεδομένων.

Εν κατακλείδι, το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι παραπάνω αναφερθείσες οδηγίες δεν επιβάλλουν στα κράτη μέλη, σε περιπτώσεις όπως αυτή που αφορά την παράνομη αναπαραγωγή έργων στο Διαδίκτυο, την υποχρέωση γνωστοποίησης προσωπικών δεδομένων και τούτο, προκειμένου να διασφαλίσουν την αποτελεσματική προστασία του δικαιώματος του δημιουργού στο πλαίσιο αστικής δίκης. Βεβαίως, το κοινοτικό δίκαιο επιτάσσει όπως τα εν λόγω κράτη, κατά τη μεταφορά των οδηγιών αυτών στο εσωτερικό δίκαιο, μεριμνούν ώστε να βασίζονται σε ερμηνεία που να καθιστά δυνατή τη διασφάλιση της ορθής ισορροπίας μεταξύ των διαφόρων θεμελιωδών
δικαιωμάτων που προστατεύει η κοινοτική έννομη τάξη. Και ακόμα, κατά την εφαρμογή των μέτρων μεταφοράς των εν λόγω οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο, οι αρχές και τα δικαστήρια των κρατών μελών οφείλουν όχι μόνο να ερμηνεύουν το εθνικό τους δίκαιο κατά τρόπο σύμφωνο προς τις ίδιες αυτές οδηγίες, αλλά και να μη βασίζονται σε ερμηνεία αυτών που θα μπορούσε να έλθει σε σύγκρουση με τα εν λόγω θεμελιώδη δικαιώματα ή με τις λοιπές γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, όπως η αρχή της αναλογικότητας.

Η συνέπεια αυτής της απόφασης είναι ότι καθίστανται αδύνατη η αναζήτηση των στοιχείων των χρηστών η/υ με βάση τον αριθμό IP, τον τρέχοντα δηλ. αριθμό σύνδεσης στο Διαδίκτυο και πιο συγκεκριμένα, γίνεται σαφές ότι δεν υποχρεούνται οι πάροχοι υπηρεσιών πρόσβασης στο Διαδίκτυο να κοινοποιούν τα στοιχεία των συνδρομητών τους, οι οποίοι εμπλέκονται σε παράνομη διακίνηση προστατευόμενων έργων (μουσικών, οπτικοακουστικών κλπ.), στους δημιουργούς ή τους οργανισμούς συλλογικής εκμετάλλευσης δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Αυτό δεν αποκλείει, βεβαίως, τη θέσπιση ειδικής νομοθεσίας από τα κράτη μέλη που να προβλέπουν τη γνωστοποίηση των προσωπικών δεδομένων των χρηστών του Διαδικτύου σε περιπτώσεις παραβιάσεων πνευματικών δικαιωμάτων. Ωστόσο, και πάλι θα ήταν διακινδυνευμένο για ένα κράτος να θεσπίσει παρόμοια νομοθεσία, η οποία θα ήταν ενδεχομένως αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο ή και αντισυνταγματική.

Ιωάννης Ιγγλεζάκης