Δευτέρα, 22 Μαρτίου 2010

Νομικά Ζητήματα από τις Ψηφιακές βιβλιοθήκες


Ιωάννης Ιγγλεζάκης

Νομικά Ζητήματα από τις Ψηφιακές βιβλιοθήκες

Εισήγηση στην ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ «ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ»
ΕΝΩΣΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗΣ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑΣ ASSOCIATION LITTERAIRE ET ARTISTIQUE INTERNATIONALE Groupe Hellénique

Σε συνεργασία με τον ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟ ΣΥΛΛΟΓΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ



Ι. Εισαγωγή

Στη σύγχρονη κοινωνία της πληροφορίας, οι αλλαγές που επέρχονται στον τρόπο πρόσληψης, διαχείρισης και διάδοσης της πληροφορίας είναι επαναστατικές και δεν αφήνουν ανεπηρέαστο κανένα τομέα της κοινωνίας και της οικονομίας. Στον πολιτιστικό τομέα, ένας σημαντικός νεωτερισμός είναι αυτός της ψηφιακής ή άλλως, εικονικής βιβλιοθήκης, η οποία συνιστά τη μετεξέλιξη της παραδοσιακής βιβλιοθήκης στη νέα χιλιετία. Ως ψηφιακή βιβλιοθήκη, ειδικότερα, νοείται το είδος εκείνο της βιβλιοθήκης που περιέχει συλλογές ψηφιακών δεδομένων, το περιεχόμενό των οποίων καθίσταται επιγραμμικά διαθέσιμο, σε παγκόσμια κλίμακα.
Μεταξύ των διαφόρων ψηφιακών βιβλιοθηκών υφίστανται σημαντικές διαφορές που καθιστούν δυσχερή τη συναγωγή κοινών χαρακτηριστικών για αυτές. Οι ψηφιακές βιβλιοθήκες μπορεί να είναι διεθνείς, εθνικές ή τοπικές, να αποτελούν δημιουργήματα μη κερδοσκοπικών οργανισμών ή να έχουν εμπορικό σκοπό και ακόμα μπορεί να είναι δημόσιες, ιδιωτικές ή αποτέλεσμα της συνεργασίας του δημοσίου τομέα με ιδιωτικές επιχειρήσεις. Το κοινό στοιχείο σε όλες τις σχετικές εφαρμογές είναι ότι το υλικό τους καθίσταται διαθέσιμο μέσω του Διαδικτύου σε κοινότητες χρηστών, οι οποίες είτε οριοθετούνται ανάλογα με ορισμένα κριτήρια (μέλη μιας ερευνητικής κοινότητας ή ενός πανεπιστημιακού τμήματος κλ.π.) είτε αποτελούν το σύνολο των χρηστών του Διαδικτύου.
Γενικότερα, η ψηφιακή πρόσβαση στη γνώση αρχίζει σταδιακά να κερδίζει έδαφος έναντι του παραδοσιακού τρόπου ανάγνωσης βιβλίων, καθώς, πέρα από τις ψηφιακές βιβλιοθήκες, αξιόλογη διάδοση αρχίζει να βρίσκει και το ηλεκτρονικό βιβλίο. Αρχίζει, έτσι, να διαμορφώνεται μια νέα ψηφιακή κουλτούρα που αφορά τον τρόπο με τον οποίο έρχεται σε επαφή και διαβάζει ο αναγνώστης το βιβλίο. Ενδεικτικό της τάσης αυτής είναι η διάδοση φορητών μέσων ανάγνωσης ηλεκτρονικών βιβλίων (ebooks), αλλά και η χρήση του κινητού τηλεφώνου για τον ίδιο σκοπό (mbooks). Η μελέτη, επομένως, των ζητημάτων που αφορούν τις ψηφιακές βιβλιοθήκες είναι ιδιαίτερα χρήσιμη για την ανίχνευση και διακρίβωση των νέων τάσεων.
Θα πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η δημιουργία ψηφιακών βιβλιοθηκών είναι ένα ακόμα βήμα στην τάση αποϋλοποίησης που βρίσκει εφαρμογές σε πολλούς τομείς της οικονομίας και του πολιτισμού. Έτσι, μετά τη μουσική και τις ταινίες, αντικείμενο ψηφιοποίησης γίνεται και το βιβλίο, όπως και το λοιπό υλικό που περιέχεται στις βιβλιοθήκες. Με τη δημιουργία ψηφιακών βιβλιοθηκών αξιοποιείται η σύγχρονη τεχνολογία για τον μετασχηματισμό των παραδοσιακών βιβλιοθηκών και την μετατροπή του έντυπου υλικού τους σε ψηφιακό.
H δημιουργία ψηφιακών βιβλιοθηκών αναμένεται να ενταθεί στα προσεχή χρόνια, καθώς οι ψηφιακές βιβλιοθήκες έχουν οικουμενικό χαρακτήρα, ενώ αποτελούν μέσο «εκδημοκρατισμού» μπορούμε να πούμε και ανοικτής διάδοσης της γνώσης και του πολιτισμού. Επίσης, συμβάλλουν στη διατήρηση της επιστημονικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, καθ’ όσον τα μέσα της ψηφιακής τεχνολογίας παρέχουν πλείστες όσες δυνατότητες για το σκοπό αυτό, καθιστώντας δυνατή τη μετάβαση από το αναλογικό παρελθόν σε ένα ψηφιακό μέλλον όσον αφορά τις βιβλιοθήκες και το υλικό τους.


ΙΙ. Οι ψηφιακές βιβλιοθήκες στην Ελλάδα και το εξωτερικό

Στη χώρα μας, η ανάπτυξη ψηφιακών βιβλιοθηκών προχωρεί με σταθερά βήματα, με την υποστήριξη του προγράμματος «Κοινωνία της Πληροφορίας», στη βάση του Κοινοτικού Πλαισίου Στήριξης. Ανάμεσα στα έργα που εξελίσσονται στο πλαίσιο αυτό αξίζει να αναφερθούν η ψηφιακή βιβλιοθήκη νεοελληνικών σπουδών «Ανέμη» του Πανεπιστημίου Κρήτης η ψηφιακή συλλογή του Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου Αδριανουπόλεως, η ψηφιακή βιβλιοθήκη επιστήμης & τεχνολογίας του Εθνικού Κέντρου Τεκμηρίωσης (ΕΚΤ), η Γεννάδειος βιβλιοθήκη και διάφορες συλλογές, στις οποίες διατίθεται πρόσβαση μέσω των Πανεπιστημίων.
Στο εξωτερικό, λειτουργούν σημαντικές ψηφιακές βιβλιοθήκες, όπως είναι η βρετανική βιβλιοθήκη (www.bl.uk) και η γαλλική εθνική βιβλιοθήκη (www.bnf.fr). Πολύ σημαντικές ψηφιακές βιβλιοθήκες βρίσκει κανείς στις ΗΠΑ, όπως είναι, λ.χ., η βιβλιοθήκη Περσέας (http://www.perseus.tufts.edu/hopper/) που περιέχει πηγές μελέτης του αρχείου κόσμου. Η ψηφιακή βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας φιλοδοξεί να ανακτήσει μέρος από την αίγλη της φημισμένης βιβλιοθήκης της αρχαιότητας (http://www.alexandria.ucsb.edu/).
Και η Ευρωπαϊκή Ένωση δραστηριοποιείται έντονα στον τομέα των ψηφιακών βιβλιοθηκών. Το πολιτιστικό της όραμα είναι η Ευρωπαϊκή Ψηφιακή Βιβλιοθήκη, με την οποία θα καταστεί δυνατή η ψηφιοποίηση και διάσωση της ευρωπαϊκής πολιτιστικής κληρονομιάς. Ήδη η πύλη πρόσβασης στη βιβλιοθήκη EUROPEANA άρχισε να λειτουργεί από τις 20 Νοεμβρίου 2008.
Ένα ιδιαίτερο αμφιλεγόμενο εγχείρημα είναι το πρόγραμμα ψηφιακής αναζήτησης «Google Print Library Project» που στόχο έχει την ψηφιοποίηση του περιεχομένου μεγάλου αριθμού βιβλίων και τη διάθεσή τους μέσω του Διαδικτύου. Πέρα από τα έργα, στα οποία έχει λήξει η προστασία και τα οποία θα προσφέρονται για ανάγνωση μέσω του Διαδικτύου, αλλά όχι για εκτύπωση ή αποθήκευση, για τα λοιπά βιβλία η πολιτική της εταιρίας Google είναι να δημοσιεύεται ένα τμήμα τους αποτελούμενο από μία ή δύο προτάσεις που θα περιέχουν τους όρους αναζήτησης, καθώς και τα στοιχεία του βιβλίου, ώστε να μπορεί στη συνέχεια ο χρήστης να αγοράσει ή να δανεισθεί το βιβλίο από μία βιβλιοθήκη. Η εταιρία θεωρεί ότι η δημοσιοποίηση τμήματος μόνο των βιβλίων εμπίπτει, κατά το αμερικανικό δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας, στην εξαίρεση της «δίκαιης χρήσης» (fair use), πράγμα που όμως αμφισβητείται έντονα.

ΙΙΙ. Νομικοί προβληματισμοί αναφορικά με τις ψηφιακές βιβλιοθήκες

1. Ψηφιοποίηση του περιεχομένου των βιβλιοθηκών

H πρώτη φάση της ανάπτυξης μιας ψηφιακής βιβλιοθήκης συνίσταται στην ψηφιοποίηση του υλικού, το οποίο περιλαμβάνει βιβλία, χειρόγραφα, χάρτες, φωτογραφίες, εικόνες, μουσικές ηχογραφήσεις κ.ά. Το υλικό αυτό βρίσκεται σε αναλογική μορφή και με τη χρήση ειδικών μεθόδων ψηφιοποιείται, δηλ. οι πληροφορίες από τις οποίες αποτελείται μετατρέπονται σε δυαδικό κώδικα, και στη συνέχεια αποθηκεύεται σε η/υ ή και σε ψηφιακούς υλικούς φορείς (cd-rom, dvd).
Η διαδικασία της ψηφιοποίησης θεωρείται ως αναπαραγωγή, υπό την έννοια του δικαίου της πνευματικής ιδιοκτησίας και, επομένως, για να λάβει χώρα, πρέπει να το έχει επιτρέψει ο δημιουργός ή δικαιούχος των έργων, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 3 § 1 α΄ ν. 2121/1993. Επιπλέον, η ψηφιοποίηση μπορεί να θεωρηθεί και ως διασκευή ή μετατροπή, με συνέπεια να εμπίπτει στην εξουσία του δικαιούχου να επιτρέπει ή να απαγορεύει τη διασκευή, προσαρμογή ή άλλη μετατροπή, κατ’ άρθρο 3 § 1 γ΄ ν. 2121/1993.
Απομένει να ερευνηθεί αν μπορεί η ψηφιοποίηση να ενταχθεί σε μια από τις εξαιρέσεις από το δικαίωμα του δημιουργού (άρθρα 18 επ. ν. 2121/1993). Καταρχήν, μπορεί να γίνει χρήση της εξαίρεσης από το δικαίωμα αναπαραγωγής προς όφελος τυφλών και κωφαλάλων προσώπων του, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος (άρθρο 28Β ν. 2121/1993), δηλ. η αναπαραγωγή να αφορά χρήσεις που συνδέονται άμεσα με την αναπηρία και δεν έχουν εμπορικό χαρακτήρα, στο βαθμό που απαιτείται λόγω της συγκεκριμένης αναπηρίας.
Καμία άλλη εξαίρεση από τις προβλεπόμενες στο ν. 2121/1993 δεν μπορεί, όμως, να βρει εφαρμογή. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί η εξαίρεση του άρθρου 19 ν. 2121/1993, το οποίο προβλέπει ότι επιτρέπεται, χωρίς την άδεια του δημιουργού και χωρίς αμοιβή, η παράθεση σύντομων αποσπασμάτων από έργο άλλου νομίμως δημοσιευμένου για την υποστήριξη της γνώμης εκείνου που παραθέτει ή την κριτική της γνώμης του άλλου, εφόσον η παράθεση των αποσπασμάτων αυτών είναι σύμφωνη προς τα χρηστά ήθη και η έκταση των αποσπασμάτων δικαιολογείται από τον επιδιωκόμενο σκοπό. Και τούτο, διότι η επιλογή αποσπασμάτων από ένα έργο και η ένταξή τους στις ψηφιακές βιβλιοθήκες, όπως γίνεται στο πρόγραμμα της Google, δεν γίνεται για το σκοπό αυτό που προβλέπει ο νόμος, αλλά για την πληροφόρηση του κοινού. ενίσχυση
Επίσης, δεν είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 22 ν. 2121/1993, η οποία προβλέπει τη δυνατότητα – δίχως την άδεια του δημιουργού και δίχως αμοιβή – της αναπαραγωγής ενός πρόσθετου αντιτύπου από μη κερδοσκοπικές βιβλιοθήκες ή αρχεία, που έχουν αντίτυπο του έργου στην μόνιμη συλλογή τους, με σκοπό τη διατήρηση προκειμένου να διατηρήσουν το αντίτυπο αυτό ή να το μεταβιβάσουν σε άλλη, μη κερδοσκοπική, βιβλιοθήκη ή αρχείο. Και τούτο, διότι ο σκοπός της δημιουργίας ψηφιακής βιβλιοθήκης δεν είναι η διατήρηση ή μεταβίβαση του αντιτύπου, αλλά η διάδοση έργων μέσω του Διαδικτύου.
Βεβαίως, εφόσον η ψηφιοποίηση του περιεχομένου των βιβλιοθηκών γίνεται νόμιμα, η αποθήκευσή τους σε η/υ και η διατήρηση του ψηφιακού υλικού, π.χ. σε ακαδημαϊκά αποθετήρια ή σε ψηφιακές συλλογές, δεν είναι παράνομη, καθ’ όσον δεν συνιστά πράξη εκμετάλλευσης που εμπίπτει στο περιουσιακό δικαίωμα.

2. Επιγραμμική διάθεση του περιεχομένου των ψηφιακών βιβλιοθηκών

Η διάθεση του περιεχομένου των ψηφιακών βιβλιοθηκών μέσω του Διαδικτύου θίγει το δικαίωμα του δημιουργού να καθιστά προσιτό στο κοινό του έργου του, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στα έργα αυτά, όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος (άρθρο 3 § 1 η΄ ν. 2121/1993). Επομένως, για να προβεί μια βιβλιοθήκη στη διάθεση του περιεχομένου της σε απευθείας σύνδεση στους χρήστες του Διαδικτύου, πρέπει να έχει εξασφαλίσει την άδεια των δημιουργών ή δικαιούχων.

3. Το ηθικό δικαίωμα

Πέρα από τα περιουσιακά δικαιώματα, μια σειρά ζητημάτων ανακύπτουν όσον αφορά την άσκηση του ηθικού δικαιώματος στις ψηφιακές βιβλιοθήκες. Καταρχήν, ο δημιουργός έχει την εξουσία δημοσίευσης, δηλ. το δικαίωμα να αποφασίζει για το χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο κατά τους οποίους το έργο θα γίνει προσιτό στο κοινό (άρθρο 4 § 1 α΄ ν. 2121/1993). Η εν λόγω εξουσία αφορά κάθε διαφορετικό τρόπο εκμετάλλευσης του έργου και, συνεπώς, καλύπτει και την παρουσίαση του έργου με ψηφιακή μορφή σε μια ψηφιακή βιβλιοθήκη, για την οποία πρέπει να υφίσταται η συγκατάθεση του δημιουργού, ακόμα και αν έχει λάβει χώρα η μεταβίβαση των περιουσιακών δικαιωμάτων σε τρίτο πρόσωπο.
Περαιτέρω, η εξουσία αναγνώρισης της πατρότητας του δημιουργού πάνω στο έργο, η οποία συνίσταται στην εξουσία του να απαιτεί τη μνεία του ονόματός του στα αντίτυπα του έργου του και σε κάθε δημόσια χρήση του, στο μέτρο του δυνατού (άρθρο 4 § 1 β΄ ν. 2121/1993), επιτάσσει να γίνεται αναφορά του δημιουργού τόσο εσωτερικά, κατά την ευρετηρίαση της ψηφιακής βιβλιοθήκης, όσο και στην παρουσίαση ενός έργου, κάθε φορά που αυτό ανακαλείται στην οθόνη ή εκτυπώνεται. Δυσχέρειες παρουσιάζουν τα έργα πολυμέσων, στη δημιουργία των οποίων ενίοτε έχει συμβάλλει μεγάλος αριθμός δημιουργών, καθώς για αυτό το λόγο είναι προβληματική η αναφορά όλων των δημιουργών.
Στη συνέχεια θα πρέπει να παρατηρηθεί ότι και η εξουσία διατήρησης της ακεραιότητας του έργου, δηλ. η εξουσία της απαγόρευσης κάθε παραμόρφωσης, περικοπής ή άλλης τροποποίησης του έργου του, καθώς και κάθε προσβολής του δημιουργού οφειλομένης στις συνθήκες παρουσίασης του έργου στο κοινό, επηρεάζεται αποφασιστικά από την ψηφιοποίηση των έργων σε μια ψηφιακή βιβλιοθήκη. Προσβολή της εξουσίας αυτής μπορεί να έχουμε καταρχήν κατά την αποθήκευση ενός ψηφιακού έργου. Συγκεκριμένα, σε πολλές περιπτώσεις είναι δυνατό η διαδικασία της ψηφιοποίησης να οδηγήσει σε απώλεια της ποιότητας του έργου, διότι λ.χ. οι ψηφιακές εικόνες δεν αποδίδουν πιστά το πρωτότυπο εικαστικό έργο ή διότι είναι κακή η ακουστική ποιότητα των ηχογραφήσεων. Σχετικά γίνεται δεκτό ότι όταν η απώλεια ποιότητας είναι περιορισμένη και οφείλεται στη φύση των τεχνικών μέσων που χρησιμοποιούνται, δεν προσβάλλεται το εν λόγω ηθικό δικαίωμα. Εάν, όμως, η ψηφιοποίηση έχει λάβει χώρα χωρίς να έχουν αξιοποιηθούν οι τεχνικές δυνατότητες στο μέγιστο ή αν λόγω των ελλείψεων μεταβάλλεται ουσιαστικά το έργο, διαπιστώνεται η προσβολή του δικαιώματος.
Προσβολή της εξουσίας διατήρησης της ακεραιότητας του έργου μπορεί να έχουμε και στην περίπτωση της ψηφιακής επικοινωνίας ή διάδοσής των έργων, όταν λόγω των συνθηκών παρουσίασης στο κοινό, το περιεχόμενο του έργου δεν βρίσκεται σε συμφωνία με το περιβάλλον της ψηφιακής βιβλιοθήκης, όπως όταν περιλαμβάνεται σε άλλη κατηγορία έργων από αυτή στην οποία θα έπρεπε να περιληφθεί σύμφωνα με την άποψη του δημιουργού, όπως π.χ. όταν ένα διήγημα καταταχθεί στην κατηγορία της φανταστικής λογοτεχνίας και όχι στα σύγχρονα διηγήματα.
Τέλος, προσβολή της εν λόγω εξουσίας δύναται να έχουμε και κατά τη διατήρηση ψηφιακών αντιγράφων των έργων και τούτο, εφόσον λόγω της παρόδου του χρόνου, τα αντίγραφα των έργων υφίστανται φθορά. Για το λόγο αυτό πρέπει να χρησιμοποιούνται κατάλληλοι μέθοδοι και τεχνολογίες διατήρησης του ψηφιακού υλικού, αλλά και να διενεργούνται τακτικοί έλεγχοι ποιότητας, ώστε να διασφαλίζεται η διατήρηση της ποιότητας και κατ’ ακολουθία, της ακεραιότητας του έργου.
Μικρή είναι η σημασία που έχουν στο περιβάλλον των ψηφιακών βιβλιοθηκών η εξουσία υπαναχώρησης ή μετάνοιας και η εξουσία προσπέλασης στο έργο. Και τούτο, διότι όσον αφορά την πρώτη, ο δημιουργός μπορεί θεωρητικά να ασκήσει το δικαίωμα του υπαναχώρησης για ένα έργο που περιλαμβάνεται σε μια ψηφιακή βιβλιοθήκη και το οποίο δεν ανταποκρίνεται πια στις πεποιθήσεις του ή στις περιστάσεις, ωστόσο, λόγω του ότι δεν είναι ευχερής ο έλεγχος της διάδοσης των έργων στο Διαδίκτυο, είναι σχεδόν αδύνατο να εμποδιστεί η επικοινωνία του έργου σε επιγραμμική σύνδεση.
Παρομοίως και όσον αφορά την εξουσία προσπέλασης, η οποία συνίσταται στο δικαίωμα πρόσβασης του δημιουργού στο έργο του, ακόμα και όταν έχει μεταβιβάσει το περιουσιακό δικαίωμα επί αυτού ή όταν η κυριότητα του υλικού φορέα στον οποίο ενσωματώνεται, ανήκει σε τρίτο, είναι σχεδόν αδύνατο να ασκηθεί αυτή στο πλαίσιο μια ψηφιακής βιβλιοθήκης, διότι η εξουσία αυτή έχει εφαρμογή μόνο σε έργα μοναδικής ενσωμάτωσης και όχι στα ψηφιακά αντίγραφα των έργων, τα οποία περιέχονται στις ψηφιακές βιβλιοθήκες.
Αξίζει ακόμη να αναφερθεί ότι προσβολή του ηθικού δικαιώματος μπορεί να έχουμε όχι μόνο από τους δημιουργούς, αλλά και από τους χρήστες της ψηφιακής βιβλιοθήκης. Στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον ο κάθε χρήστης μπορεί να γίνει και δημιουργός και αυτό χωρίς να απαιτούνται σημαντικές οικονομικές επενδύσεις, με την οικειοποίηση στοιχείων ή ολόκληρων ξένων έργων. Έτσι, όταν τμήμα ενός έργου χρησιμοποιείται για τη δημιουργία ενός νέου έργου, ο δημιουργός του αρχικού έργου μπορεί να θεωρήσει ότι κατ’ αυτόν τον τρόπο προσβάλλεται η ηθική εξουσία διατήρησης της ακεραιότητας του έργου του. Τέτοια προσβολή δεν θα υφίσταται, βεβαίως, όταν το νέο έργο αποτελεί ένα ανεξάρτητο πρωτότυπο έργο που δεν μπορεί να αναγνωρισθεί ως έργο του αρχικού δημιουργού.
Περαιτέρω, η εξουσία διατήρησης της ακεραιότητας του έργου μπορεί να προσβάλλεται με τη χρήση υπερσυνδέσμων (links), με τους οποίους γίνεται παραπομπή σε άλλες ιστοσελίδες ή με πλαίσια (frames), μέσω των οποίων προβάλλεται το περιεχόμενο άλλων ιστοσελίδων, χωρίς να απομακρύνεται ο χρήστης από την αρχική ιστοσελίδα. Για να υφίσταται προσβολή του ηθικού δικαιώματος του δημιουργού πρέπει η συγκεκριμένη ηλεκτρονική σύνδεση ενός έργου με άλλα έργα ή ιστοσελίδες να προκαλεί μια συσχέτιση μεταξύ τους που να αντίκειται στο περιεχόμενο του έργου, όπως όταν λ.χ. μια ιστοσελίδα ερωτικού περιεχομένου επενδύεται μουσικά με ένα από απόσπασμα εκκλησιαστικής μουσικής.
Τέλος, πρέπει να σημειωθεί ότι προσβολή της αναγνώρισης της πατρότητας του δημιουργού από τον χρήστη μπορεί να προκύψει κατά τη δημιουργία ψηφιακών αντιτύπων ενός έργου, στα οποία παραποιείται η μνεία του δημιουργού .

4. Βάσεις δεδομένων για τη διαχείριση των ψηφιακών βιβλιοθηκών

Οι ψηφιακές βιβλιοθήκες, για να λειτουργήσουν πρέπει να είναι οργανωμένες, όπως και οι παραδοσιακές, οι οποίες διαθέτοντας ευρετήρια για την αναζήτηση περιεχομένου. Οι ψηφιακές βιβλιοθήκες αξιοποιούν την σύγχρονη τεχνολογία και διαθέτουν ηλεκτρονικά ευρετήρια, αλλά και περιλήψεις. Οι βάσεις δεδομένων των βιβλιοθηκών, περιλαμβάνουν συχνά και τον θησαυρό, δηλ. ένα λεξιλόγιο όρων, οι οποίοι περιγράφουν το νοηματικό εύρος του εκάστοτε γνωστικού πεδίου, μέσω της συσχέτισης εννοιών. Η δημιουργία ευρετηρίων είναι πράξη αδιάφορη για το δίκαιο της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως και η δημιουργία θησαυρού, αλλά το ίδιο δεν συμβαίνει και όσον αφορά τις περιλήψεις των έργων, για τις οποίες πρέπει να υπάρχει άδεια από το δημιουργό ή δικαιούχο. Σημειώνεται εδώ ότι είναι ενδεχόμενο η δημιουργία της περίληψης να προσβάλει την εξουσία διατήρησης της ακεραιότητας του έργου, εφόσον η περίληψη δεν περιλαμβάνει τα στοιχεία που κατά την κρίση του δημιουργού αποδίδουν πιο κατάλληλα το περιεχόμενο και την ουσία του έργου, αλλά το προσεγγίζουν από διαφορετική σκοπιά και δημιουργούν στους χρήστες μια διαφορετική εικόνα για το περιεχόμενό του.
Το τελικό αποτέλεσμα, βεβαίως, δηλ. η συνολική βάση δεδομένων, προστατεύεται από το ν. 2121/1993 με το δικαίωμα του δημιουργού ή με το δικαίωμα ιδιαίτερης φύσης (sui generis).

5. Ορφανά έργα και εξαντλημένα έργα

Σημαντικά προβλήματα προκαλούν τα λεγόμενα ορφανά έργα και όσα έργα έχουν εξαντληθεί και δεν κυκλοφορούν πλέον. Ως ορφανά νοούνται τα έργα των οποίων οι δικαιούχοι δεν μπορούν να προσδιορισθούν ή δεν μπορούν να ευρεθούν, όταν είναι γνωστοί, και δεν είναι έτσι δυνατόν να τους ζητηθεί η άδεια για την ψηφιοποίηση και δημοσιοποίηση των έργων στο Διαδίκτυο, ακόμα και με τη διενέργεια της πλέον επιμελούς έρευνας. Τούτο έχει ως συνέπεια να δημιουργείται ανασφάλεια στους χρήστες των έργων και ανυπέρβλητα εμπόδια στις ψηφιακές βιβλιοθήκες, καθώς απαιτείται μια μακρά διαδικασία για την ανεύρεση των δικαιούχων, ενώ το σχετικό κόστος είναι ιδιαίτερα υψηλό.
Σε ορισμένα κράτη υπάρχουν λύσεις για το πρόβλημα των ορφανών έργων, οι οποίες χρήζουν μελέτης. Έτσι, λ.χ., στον Καναδά, ο οργανισμός πνευματικής ιδιοκτησίας μπορεί να χορηγήσει άδεια για τη χρήση των εν λόγω έργων, αφού προηγουμένως ο χρήστης έχει καταβάλει προσπάθεια για την ανεύρεση των δικαιούχων, επικοινωνώντας με οργανισμούς συλλογικής διαχείρισης, εκδοτικούς οίκους, το Διαδίκτυο, βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια, μουσεία και με τους κληρονόμους των δημιουργών. Σε άλλα κράτη, η άδεια για τη χρήση των έργων χορηγείται από μία δημόσια αρχή, ενώ στη Γαλλία, το Εθνικό Οπτικοακουστικό Ινστιτούτο καταρτίζει συμφωνίες με διάφορες κατηγορίες δικαιούχων μέσω οργανισμών συλλογικής διαχείρισης δικαιωμάτων και συνδικαλιστικών οργανώσεων.
Μια αξιοσημείωτη προσέγγιση για τη λύση του προβλήματος των ορφανών έργων ακολουθείται στα σκανδιναβικά κράτη και στην Ουγγαρία, όπου εφαρμόζεται ένα σύστημα εκτεταμένων συλλογικών αδειών για ορισμένες κατηγορίες έργων. Σύμφωνα με το σύστημα αυτό, η σύμβαση που καταρτίζεται μεταξύ του οργανισμού συλλογικής διαχείρισης και ενός χρήστη δεν καλύπτει μόνο τα συμβαλλόμενα μέρη, δηλ. τους εν λόγω οργανισμούς, τους δικαιούχους που έχουν καταρτίσει σύμβαση ανάθεσης με τους οργανισμούς και τους χρήστες, αλλά αναπτύσσει επιπλέον δεσμευτική ισχύ και έναντι των δικαιούχων που δεν αντιπροσωπεύονται. Κατ’ αυτόν τον τρόπο οι χρήστες των έργων προστατεύονται έναντι αξιώσεων που δύνανται να εγείρουν εναντίον τους οι μη αντιπροσωπευόμενοι δικαιούχοι. Οι τελευταίοι έχουν το δικαίωμα να λάβουν αμοιβή για τη χρήση των έργων τους, αλλά και δικαίωμα εκ των υστέρων να προβάλουν αντίρρηση σε αυτή. Τα εν λόγω πρόσωπα μπορεί να είναι και άγνωστοι ή αποβιώσαντες. Συνεπώς, το σύστημα αυτό μπορεί να βρει εφαρμογή και στα ορφανά έργα.
Παραπέρα, αξίζει να αναφερθεί μια άλλη προσέγγιση η οποία περιλαμβάνεται σε σχέδιο νόμου στις ΗΠΑ, στο οποίο προβλέπεται περιορισμός της ευθύνης του χρήστη ενός ορφανού έργου, υπό την προϋπόθεση ότι έχει προηγηθεί μια ευλόγως επιμελής έρευνα ως προς το πρόσωπο του δικαιούχου, η οποία απέβη μάταια.
Στην ΕΕ δεν έχει εισέτι επιτευχθεί συναίνεση ως προς το πιο σύστημα είναι το πιο κατάλληλο για εφαρμογή. Η Ομάδα Εμπειρογνωμόνων για τις ψηφιακές βιβλιοθήκες εξέδωσε το Δεκέμβριο 2009 Έκθεση, στην οποία περιλαμβάνονται προτάσεις για την αντιμετώπιση των σχετικών προβλημάτων. Σχετικά με το ζήτημα των ορφανών έργων, συστήνεται στα κράτη μέλη της ΕΕ να θεσπίσουν ένα σύστημα που θα επιτρέπει τη χρήση τους για εμπορικούς και μη εμπορικούς σκοπούς, βάσει συγκεκριμένων προβλέψεων και με καταβολή αμοιβής στους δικαιούχους και υπό την προϋπόθεση ότι ο χρήστης θα διενεργήσει προηγουμένως μια ευλόγως επιμελή έρευνα στο κράτος προέλευσης του έργου για την εύρεση των δικαιούχων.
Τα έργα που δεν είναι πλέον σε κυκλοφορία, αν και συνεχίζουν να υφίστανται αντίτυπά τους στις βιβλιοθήκες και στο κοινό, επίσης συνιστούν ένα μεγάλο πρόβλημα, διότι συνεχίζουν να προστατεύονται με δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και η ψηφιοποίηση τους προσκρούει στη δυσχέρεια ανεύρεσης των δικαιούχων και διαπραγμάτευσης για τη χορήγηση άδειας χρήσης των έργων στις ψηφιακές βιβλιοθήκες. Η προαναφερθείσα Ομάδα Εμπειρογνωμόνων διαμόρφωσε δύο υποδείγματα συμφωνίας για την ψηφιοποίηση και διάθεση έργων που δεν είναι σε κυκλοφορία, από τις οποίες η πρώτη αφορά τη διάθεση έργων σε περιβάλλον κλειστών δικτύων και η δεύτερη την εκμετάλλευση στο Διαδίκτυο.
Περαιτέρω, η παραπάνω ομάδα προτείνει τη δημιουργία βάσεων δεδομένων και κέντρων εκκαθάρισης δικαιωμάτων για ορφανά έργα και έργα που δεν βρίσκονται σε κυκλοφορία. Τα κέντρα εκκαθάρισης μπορεί να λειτουργήσουν ως σημεία πρόσβασης για τη χορήγηση αδειών χρήσης έργων, ενώ οι βάσεις δεδομένων διευκολύνουν την ανταλλαγή πληροφοριών για τις παραπάνω κατηγορίες έργων μεταξύ πολιτιστικών οργανισμών, δημιουργών και εκδοτών.

IV. Επίμετρο

Είναι σαφές ότι η πρόοδος που επιτυγχάνεται με τη δημιουργία των ψηφιακών βιβλιοθηκών απαιτεί τον εκσυγχρονισμό του ισχύοντος νομικού πλαισίου που είναι δεσμευτικό και δεν επιτρέπει την δίχως άλλο αξιοποίηση του υλικού των παραδοσιακών βιβλιοθηκών μέσω της ψηφιοποίησης και της διάθεσής του στο Διαδίκτυο. Κατά την άποψή μας, θα μπορούσε να προβλέπεται στο νόμο εξαίρεση από το δικαίωμα του δημιουργού με ταυτόχρονη πρόβλεψη, όμως, εύλογης αμοιβής στο δημιουργό, όπως προβλέπεται αντίστοιχα στην περίπτωση της ψηφιακής αντιγραφής έργων (18 § 3 ν. 2121/1993).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου