Παρασκευή, 8 Μαΐου 2009

Απόφαση ΔΕΚ απορρίπτει την προσφυγή κατά της οδηγίας για τη διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων



Με προσφυγή που άσκησε to 2006 η Ιρλανδία ζήτησε από το Δικαστήριο (ΔΕΚ) να ακυρωθεί η οδηγία 2006/24/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 15ης Μαρτίου 2006, για τη διατήρηση δεδομένων που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία σε συνάρτηση με την παροχή διαθεσίμων στο κοινό υπηρεσιών ηλεκτρονικών επικοινωνιών ή δημοσίων δικτύων επικοινωνιών και για την τροποποίηση της οδηγίας 2002/58/ΕΚ (ΕΕ L 105, σ. 54), για τον λόγο ότι δεν εκδόθηκε δυνάμει της προσήκουσας νομικής βάσεως.

Η παραπάνω οδηγία είναι ιδιαίτερη αμφιλεγόμενη και έχει επισύρει αυστηρή κριτική, βλ. λ.χ. digitalrights

Η προσφυγή της Ιρλανδίας δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης, βεβαίως, αλλά μόνο την επιλογή ως νομικής βάσης το άρθρο 95 ΕΚ, το οποίο βεβαίως επιτρέπει την ψήφιση οδηγίας με ειδική πλειοψηφία και όχι με ομοφωνία, η οποία δεν ήταν δεδομένη, αφού η Ιρλανδία και η Σλοβακία καταψήφισαν την οδηγία.

Ωστόσο, το ΔΕΚ στην απόφασή του της 10-2-2009 στην υπόθεση C-301/06 απέρριψε την προσφυγή με το παρακάτω σκεπτικό και συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εγκυρότητας της οδηγίας, η οποία θα πρέπει να εφαρμοσθεί από τα κράτη μέλη της ΕΕ και να γίνει εθνικό δίκαιο.

Ειδικότερα, το σκεπτικό της απόφασης έχει ως εξής:

(...)
57 Πρέπει επίσης να διευκρινιστεί ότι η αίτηση που υπέβαλε η Ιρλανδία αφορά μόνον την επιλογή της νομικής βάσης και όχι ενδεχόμενη προσβολή των θεμελιωδών δικαιωμάτων λόγω επεμβάσεων στην άσκηση του δικαιώματος σεβασμού της ιδιωτικής ζωής που περιλαμβάνει η οδηγία 2006/24.

58 Η Ιρλανδία, υποστηριζόμενη από τη Δημοκρατία της Σλοβακίας, προβάλλει ότι η οδηγία 2006/24 δεν μπορεί να βασίζεται στο άρθρο 95 ΕΚ, δεδομένου ότι το «κέντρο βαρύτητάς» της δεν αφορά τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς. Η οδηγία αυτή έχει ως μοναδικό στόχο, ή τουλάχιστον ως κύριο, τη διερεύνηση, διαπίστωση και δίωξη ποινικών αδικημάτων.

59 Η άποψη ατή δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

60 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η επιλογή της νομικής βάσης μιας κοινοτικής πράξεως πρέπει να στηρίζεται σε αντικειμενικά στοιχεία επιδεχόμενα δικαστικό έλεγχο, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται, ιδίως, ο σκοπός και το περιεχόμενο της πράξεως (βλ. απόφαση της 23ης Οκτωβρίου 2007, C-440/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, Συλλογή 2007, σ. I 9097, σκέψη 61 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

61 Η οδηγία 2006/24 εκδόθηκε βάσει της Συνθήκης ΕΚ και, ειδικότερα, βάσει του άρθρου της 95.

62 Το άρθρο 95, παράγραφος 1, ΕΚ προβλέπει ότι το Συμβούλιο θεσπίζει τους κανόνες για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών που έχουν ως αντικείμενο την εγκαθίδρυση και τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

63 Ο κοινοτικός νομοθέτης μπορεί να προσφύγει στο άρθρο 95 ΕΚ ιδίως στην περίπτωση της ύπαρξης διαφορών μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών, όταν οι διαφορές αυτές είναι ικανές να εμποδίσουν τις θεμελιώδεις ελευθερίες ή να προκαλέσουν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού και να έχουν, ως εκ τούτου, άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς (βλ., συναφώς, απόφαση της 12ης Δεκεμβρίου 2006, C‑380/03, Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, Συλλογή 2006, σ. I-11573, σκέψη 37 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

64 Εξάλλου, η επιλογή του άρθρου 95 ΕΚ ως νομικής βάσης είναι μεν δυνατή προκειμένου να προληφθούν μελλοντικά εμπόδια στο εμπόριο λόγω της ανομοιογενούς εξελίξεως των εθνικών νομοθεσιών, η εμφάνιση όμως των εμποδίων αυτών πρέπει να είναι πιθανή και το επίδικο μέτρο πρέπει να έχει ως αντικείμενο την πρόληψή τους (προπαρατεθείσα απόφαση Γερμανία κατά Κοινοβουλίου και Συμβουλίου, σκέψη 38 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

65 Πρέπει να εξακριβωθεί αν η κατάσταση που οδήγησε στην έκδοση της οδηγίας 2006/24 πληροί τις προϋποθέσεις που περιγράφονται στις δύο προηγούμενες σκέψεις.

66 Όπως προκύπτει από την πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη της εν λόγω οδηγίας, αφετηρία του κοινοτικού νομοθέτη υπήρξε το δεδομένο ότι υπήρχαν νομοθετικές και τεχνικές διαφορές μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων σχετικά με τη διατήρηση δεδομένων από τους φορείς παροχής υπηρεσιών.

67 Συναφώς, τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο επιβεβαιώνουν ότι, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις που αναφέρονται στη σκέψη 36 της παρούσας αποφάσεως, αρκετά κράτη μέλη, αντιλαμβανόμενα ότι τα στοιχεία για τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες αποτελούν έναν αποτελεσματικό τρόπο για την εξιχνίαση και την καταστολή των ποινικών αδικημάτων, συμπεριλαμβανομένης της τρομοκρατίας, έχουν θεσπίσει μέτρα κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58 για να επιβάλουν στους φορείς παροχής υπηρεσιών υποχρεώσεις σχετικά με τη διατήρηση των δεδομένων αυτών.

68 Από τη δικογραφία προκύπτει επίσης ότι οι σχετικές με τη διατήρηση των δεδομένων υποχρεώσεις έχουν σημαντικές οικονομικές επιπτώσεις στους φορείς παροχής υπηρεσιών, στον βαθμό που μπορούν να οδηγήσουν σε μεγάλες επενδύσεις και λειτουργικές δαπάνες.

69 Τα στοιχεία που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο μαρτυρούν, εξάλλου, ότι τα εθνικά μέτρα που ελήφθησαν μέχρι το 2005 κατ’ εφαρμογή του άρθρου 15, παράγραφος 1, της οδηγίας 2002/58 είχαν σημαντικές διαφορές, ιδίως όσον αφορά τη φύση των διατηρούμενων δεδομένων και τη διάρκεια της διατήρησής τους.

70 Τέλος, όπως ήταν απόλυτα προβλέψιμο, τα κράτη μέλη που δεν διέθεταν ρύθμιση για τη διατήρηση των δεδομένων θέσπισαν κανόνες που μεγάλωσαν τις διαφορές μεταξύ των διαφόρων υφισταμένων εθνικών μέτρων.

71 Κατόπιν των στοιχείων αυτών, φαίνεται ότι οι διαφορές μεταξύ των διαφορετικών εθνικών ρυθμίσεων για τα θέματα διατήρησης των δεδομένων σχετικά με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες μπορούσαν να έχουν άμεση επίπτωση στη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς και η επίπτωση αυτή ήταν πιθανό να μεγαλώσει.

72 Μια τέτοια κατάσταση δικαιολογεί την επιδίωξη από τον κοινοτικό νομοθέτη του στόχου της προστασίας της αποτελεσματικής λειτουργίας της εσωτερικής αγοράς με τη θέσπιση εναρμονισμένων κανόνων.

73 Πρέπει, εξάλλου, να τονιστεί ότι, προβλέποντας ένα εναρμονισμένο επίπεδο διατήρησης των σχετικών με τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες δεδομένων, η οδηγία 2006/24 τροποποίησε τις διατάξεις της οδηγίας 2002/58.

74 Βάση της τελευταίας αυτής οδηγίας ήταν το άρθρο 95 ΕΚ.

75 Σύμφωνα με το άρθρο 47 ΕΕ, καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΚ δεν θίγεται από τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η επιταγή αυτή περιλαμβάνεται και στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 29 ΕΕ, που εισάγει τον τίτλο VI της τελευταίας αυτής Συνθήκης, που τιτλοφορείται «Διατάξεις για την αστυνομική και δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις» (προπαρατεθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Συμβουλίου, σκέψη 52).

76 Το άρθρο 47 ΕΕ, προβλέποντας ότι καμία διάταξη της Συνθήκης ΕΕ δεν θίγει τις Συνθήκες για την ίδρυση των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ούτε και τις μετέπειτα Συνθήκες και πράξεις που τις έχουν τροποποιήσει ή συμπληρώσει, αποβλέπει, σύμφωνα με τα άρθρα 2, πέμπτη περίπτωση, ΕΕ και 3, πρώτο εδάφιο, ΕΕ, στη διατήρηση και την ανάπτυξη του κοινοτικού κεκτημένου (απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, C-91/05, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 59).

77 Εναπόκειται στο Δικαστήριο να μεριμνά ώστε οι πράξεις οι οποίες, όπως ισχυρίζεται η μία πλευρά, εμπίπτουν στον τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ και οι οποίες είναι, ως εκ της φύσεώς τους, ικανές να παραγάγουν έννομα αποτελέσματα να μη σφετερίζονται τις αρμοδιότητες που οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΚ απονέμουν στην Κοινότητα (απόφαση της 20ής Μαΐου 2008, Επιτροπή κατά Συμβουλίου, προπαρατεθείσα, σκέψη 33 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία).

78 Στον βαθμό που η τροποποίηση της οδηγίας 2002/58 που επήλθε με την οδηγία 2006/24 εμπίπτει στις κοινοτικές αρμοδιότητες, η οδηγία 2006/24 δεν μπορεί να στηριχθεί σε διάταξη της Συνθήκης ΕΕ χωρίς να παραβιάζεται το άρθρο 47 αυτής.

79 Για να προσδιοριστεί αν ο νομοθέτης επέλεξε την κατάλληλη νομική βάση για την έκδοση της οδηγίας 2006/24, πρέπει επίσης, όπως προκύπτει από τη σκέψη 60 της παρούσας αποφάσεως, να εξετάσει το ουσιαστικό περιεχόμενο των διατάξεών της.

80 Συναφώς, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι διατάξεις της οδηγίας αυτής περιορίζονται σημαντικά στις δραστηριότητες των φορέων παροχής υπηρεσιών και δεν ρυθμίζουν την πρόσβαση στα δεδομένα ούτε την αξιοποίησή τους από τις αστυνομικές ή τις δικαστικές αρχές των κρατών μελών.

81 Ειδικότερα, οι διατάξεις της οδηγίας 2006/24 επιδιώκουν την προσέγγιση των εθνικών νομοθεσιών που αφορούν την υποχρέωση διατήρησης των δεδομένων (άρθρο 3), τις κατηγορίες των διατηρούμενων δεδομένων (άρθρο 5), τη διάρκεια διατήρησης των δεδομένων (άρθρο 6), την προστασία και ασφάλεια των δεδομένων (άρθρο 7) και τις συνθήκες αποθήκευσής τους (άρθρο 8).

82 Αντιθέτως, τα μέτρα που προβλέπει η οδηγία 2006/24 δεν συνεπάγονται, από μόνα τους, επέμβαση για την επιβολή του νόμου από τις αρχές των κρατών μελών. Όπως προκύπτει ιδίως από το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, προβλέπεται ότι οι φορείς παροχής υπηρεσιών πρέπει να διατηρούν μόνον τα δεδομένα που παράγονται ή υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά την παροχή των οικείων υπηρεσιών επικοινωνιών. Τα δεδομένα αυτά είναι μόνον εκείνα που συνδέονται στενά με την άσκηση της εμπορικής δραστηριότητας των εν λόγω φορέων.

83 Η οδηγία 2006/24 ρυθμίζει έτσι ενέργειες που είναι ανεξάρτητες από την εφαρμογή οποιασδήποτε πιθανής συνεργασίας των αστυνομικών και δικαστικών αρχών σε ποινικές υποθέσεις. Δεν εναρμονίζει ούτε το ζήτημα της πρόσβασης σε δεδομένα από τις αρμόδιες για την επιβολή του νόμου εθνικές αρχές ούτε το ζήτημα της χρήσης και ανταλλαγής των δεδομένων αυτών μεταξύ των εν λόγω αρχών. Αυτά τα ζητήματα, που εμπίπτουν κατ’ αρχήν στον τομέα που καλύπτει ο τίτλος VI της Συνθήκης ΕΕ, είχαν εξαιρεθεί από τις διατάξεις της οδηγίας αυτής, όπως τονίζεται, ιδίως, με την εικοστή πέμπτη αιτιολογική σκέψη και με το άρθρο της 4.

84 Επομένως, το ουσιαστικό περιεχόμενο της οδηγίας 2006/24 αφορά κατ’ ουσίαν τις δραστηριότητες των φορέων παροχής υπηρεσιών στον οικείο τομέα της εσωτερικής αγοράς, εξαιρουμένων των κρατικών δραστηριοτήτων που εμπίπτουν στον τίτλο VI της Συνθήκης ΕΕ.

85 Ενόψει του ουσιαστικού αυτού περιεχομένου, συνάγεται ότι η οδηγία 2006/24 αφορά κυρίως τη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς.

86 Προς αντίκρουση του συμπεράσματος αυτού, η Ιρλανδία προβάλλει ότι, με την προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο ακύρωσε την απόφαση 2004/496/ΕΚ του Συμβουλίου, της 17ης Μαΐου 2004, για τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Κοινότητας και των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής σχετικά με την επεξεργασία και τη διαβίβαση των καταστάσεων με τα ονόματα των επιβατών από τους αερομεταφορείς προς το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας, Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών (ΕΕ L 183, σ. 83, και –διορθωτικό- ΕΕ 2005, L 255, σ. 168).

87 Με τη σκέψη 68 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εν λόγω συμφωνία αφορούσε την ίδια διαβίβαση δεδομένων με εκείνη της αποφάσεως 2004/535/ΕΚ της Επιτροπής, της 14ης Μαΐου 2004, σχετικά με την ικανοποιητική προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που περιλαμβάνονται στον φάκελο των επιβατών αεροπορικών μεταφορών ο οποίος διαβιβάζεται στην Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (ΕΕ L 235, σ. 11).

88 Η απόφαση αυτή αφορούσε τη διαβίβαση των δεδομένων των επιβατών που προέρχονται από τα συστήματα κρατήσεως θέσεων των αερομεταφορέων που βρίσκονται στο έδαφος των κρατών μελών προς την Υπηρεσία Τελωνείων και Προστασίας των Συνόρων του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών. Το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η απόφαση αυτή είχε ως αντικείμενο επεξεργασία δεδομένων που δεν ήταν αναγκαία για την παροχή υπηρεσιών από τους αερομεταφορείς, αλλά θεωρήθηκε ως αναγκαία για τη διαφύλαξη της δημόσιας ασφάλειας και για τους σκοπούς της επιβολής του νόμου. Με τις σκέψεις 57 έως 59 της προπαρατεθείσας αποφάσεως Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, το Δικαστήριο έκρινε ότι μια τέτοια επεξεργασία των δεδομένων ενέπιπτε στο άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 95/46, σύμφωνα με το οποίο η οδηγία αυτή δεν εφαρμόζεται, ιδίως, στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που αφορά τη δημόσια ασφάλεια και τις δραστηριότητες του κράτους σε τομείς του ποινικού δικαίου. Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η απόφαση 2004/535 δεν ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46.

89 Εφόσον η συμφωνία που αποτελεί το αντικείμενο της αποφάσεως 2004/496 αφορούσε, όπως και η απόφαση 2004/535, την επεξεργασία δεδομένων που εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 95/46, το Δικαστήριο έκρινε ότι η απόφαση 2004/496 δεν είχε εκδοθεί νομίμως βάσει του άρθρου 95 ΕΚ (προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, σκέψεις 68 και 69).

90 Οι σκέψεις αυτές δεν μπορούν να ισχύσουν ως προς την οδηγία 2006/24.

91 Συγκεκριμένα, σε αντίθεση προς την απόφαση 2004/496, που αφορούσε διαβίβαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα εντασσόμενη σε πλαίσιο που καθορίζεται από τις δημόσιες αρχές για τη διασφάλιση της δημόσιας ασφάλειας, η οδηγία 2006/24 αφορά τις δραστηριότητες των φορέων παροχής υπηρεσιών στην εσωτερική αγορά και δεν περιλαμβάνει καμία ρύθμιση των δραστηριοτήτων της δημόσιας εξουσίας για σκοπούς επιβολής του νόμου.

92 Επομένως, τα επιχειρήματα που αντλεί η Ιρλανδία από την ακύρωση της αποφάσεως 2004/496 με την προπαρατεθείσα απόφαση Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου και Επιτροπής δεν μπορούν να γίνουν δεκτά.

93 Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, κρίνεται ότι ορθώς εκδόθηκε η οδηγία 2006/24 βάσει του άρθρου 95 ΕΚ.

94 Επομένως, η υπό κρίση προσφυγή πρέπει να απορριφθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου