Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ

-->

Ιωάννης Δ. Ιγγλεζάκης, Επικ. Καθηγητής Νομικής Σχολή ΑΠΘ, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Η ιστορία της νομικής πληροφορικής είναι στενά συνυφασμένη με μια σημαντική τεχνολογική ανακάλυψη: την ανάκτηση πληροφορίας από νομικά κείμενα, η οποία δράττει δάφνες σήμερα, καθώς χρησιμοποιείται από τις μηχανές αναζήτησης, οι οποίες έχουν κεντρική σημασία στο σύγχρονο Διαδίκτυο. Η διαφορά αυτής της τεχνολογικής καινοτομίας από άλλες, αντίστοιχες, είναι ότι δεν αναπτύχθηκε στο πλαίσιο στρατιωτικών εφαρμογών. Αυτό, συνέβη όσον αφορά τον πρώτο ψηφιακό υπολογιστή, τον γνωστό ως ENIAC, ο οποίος αναπτύχθηκε για να χρησιμεύσει στην βαλιστική έρευνα και του οποίου η πρώτη αποστολή ήταν να εκτελεί υπολογισμούς σχετικά με τη δυνατότητα κατασκευής της βόμβας υδρογόνου. Το Διαδίκτυο, επίσης, αναπτύχθηκε, ως ένα στρατιωτικό δίκτυο, το ARPANET που έθεσε σε λειτουργία το 1969 η αμερικανική υπηρεσία ερευνών ARPA, και ως στόχο είχε να λειτουργεί ως ένα αποκεντρωμένο δίκτυο που θα λειτουργούσε ακόμα και αν τίθονταν εκτός λειτουργίας ένα μέρος του δικτύου μετά από επίθεση, λ.χ., με πυρηνικά όπλα.
Αντιθέτως, η ανάπτυξη της τεχνολογίας ανάκτησης πληροφοριών είχε ως σκοπό την προσαρμογή των νομοθετικών κειμένων στην πολιτική ορθότητα που επέβαλε το νέο πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του ’50[1]. Συγκεκριμένα, με ένα νομοσχέδιο που κατατέθηκε το 1956 προς ψήφιση στην πολιτεία της Πενσυλβάνιας ορίσθηκε ότι ο όρος «καθυστερημένο παιδί» (retarded child) πρέπει να αντικατασταθεί με την πιο ουδέτερη φράση «ιδιαίτερο παιδί» (exceptional child). Ωστόσο, με βάση τη νομοθεσία της πολιτείας αυτής, ήταν απαραίτητο το νομοσχέδιο να καθορίζει τις νομικές διατάξεις που περιείχαν τον σχετικό όρο. Επειδή τούτο δεν ήταν ευχερές, οι νομοθέτες απευθύνθηκαν στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας και ανέθεσαν στον καθηγητή John F. Horty να λύσει το πρόβλημα.
Μετά την αποτυχία των αρχικών προσπαθειών ανεύρεσης των επιμέρους διατάξεων με συμβατικές μεθόδους (χειρωνακτικά), ο καθηγητής Horty απευθύνθηκε για συνεργασία στο Κέντρο Επεξεργασίας Δεδομένων και Υπολογιστών και επιχείρησε να επιλύσει το πρόβλημα χρησιμοποιώντας μια ρηξικέλευθη για την εποχή προσέγγιση, την ανάκτηση πληροφορίας (information retrieval). Όλο το υλικό καταγράφηκε σε διάτρητες κάρτες και έγινε επαλήθευσή του με διπλή διάτρηση. Το σύστημα του Horty επεξεργαζόταν το πηγαίο κείμενο και δημιουργούσε δύο αρχεία, ένα αρχείο κειμένου με το αρχικό κείμενο μαζί με ένα ευρετήριο, το οποίο περιείχε τη διεύθυνση κάθε στοιχείου του κειμένου (π.χ., τμήμα 2, παράγραφος 3 αρχίζει στη θέση n στη μαγνητική κάρτα) και ένα δεύτερο αρχείο αναζήτησης, στο οποίο ταξινομούνταν όλες οι λέξεις του κειμένου με αλφαβητική σειρά και με τη διεύθυνση της λέξης. Το αρχείο αναζήτησης ήταν ένα είδος ευρετηρίου του κειμένου, το οποίο λειτουργούσε ως εξής: όταν ο χρήστης αναζητούσε μια λέξη, όπως π.χ. «παιδί», το σύστημα του επέστρεφε την πληροφορία ότι αυτή η λέξη απαντάται σε δύο τμήματα του νομοθετικού κειμένου που περιέχεται στη βάση δεδομένων. Έτσι, έδινε την εντύπωση στον χρήστη ότι κάνει αναζήτηση στο πλήρες κείμενο του νόμου.
Με τον τρόπο αυτό κατέστη ευχερές έργο η ανάγνωση από τον η/υ του υλικού και η ανάκτηση όλων των θέσεων στις οποίες αναφερόταν η λέξη «καθυστερημένο» και η λέξη «παιδί», καθώς και γραμματικές παραλλαγές του[2]. Το έργο της εύρεσης του σχετικού όρου στη νομοθεσία της υγείας μπόρεσε, έτσι, να ολοκληρωθεί, αλλά έγινε σαφές ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε ο καθηγητής Horty μπορούσε να αξιοποιηθεί και για την εύρεση οποιουδήποτε όρου αναζήτησης σε νομικά κείμενα[3].
Αυτός ήταν και ο λόγος που η τεχνολογία της ανάκτησης νομικών πληροφοριών παρουσιάσθηκε σε συνέδριο του αμερικανικού δικηγορικού συλλόγου (ΑΒΑ), ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από μια ιδιωτική εταιρία, την Aspen (με αρχική ονομασία Automated Law Searching), η οποία μετάφρασε σε κώδικα τον Κώδικα των ΗΠΑ και νομοθετήματα όλων των πολιτειών και άλλους νόμους και νομολογία, ενώ παρείχε και άλλες υπηρεσίες, όπως κατάρτιση νομοσχεδίων, συλλογή νομοθεσιών σε έντυπη μορφή κλπ[4].
Η ανάκτηση νομικών πληροφοριών σήμερα, βεβαίως, έχει καταστεί κοινή πρακτική σε όλες τις προηγμένες χώρες του κόσμου και κατά τούτο, η σύλληψη του Horty υπήρξε επαναστατική και τον έφερε στην παγκόσμια τεχνολογική πρωτοπορία. Συνακόλουθα, διαπιστώνεται ότι η ανάγκη εξεύρεσης μιας μεθοδολογίας για την εύρεση της νομικής πληροφορίας οδήγησε σε μια τεχνολογική καινοτομία και ανύψωσε τους νομικούς επιστήμονες στην avant-garde της τεχνολογίας της πληροφορικής, η οποία έμελε να αναπτυχθεί ραγδαία κατά τις επόμενες δεκαετίες. Η τεχνολογία δε αυτή, της ανάκτησης πληροφορίας, είναι από τις τεχνολογίες-κλειδιά του Διαδικτύου σήμερα, καθώς η περιήγηση στο αχανές αυτό περιβάλλον είναι αδύνατη χωρίς τη βοήθεια ενός ευρετηρίου, όπως αυτό που διαθέτουν οι μηχανές αναζήτησης.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η νομική πληροφορική θεμελιώθηκε από τον αμερικανό Lee Loevinger, ο οποίος εισήγαγε τον όρο δικαιομετρική (jurismetrics) στο νομικό λεξιλόγιο. Εκτός από τον Loevinger και άλλοι συγγραφείς υπογράμμισαν τη σημασία της εφαρμογής επιστημονικών μεθόδων για την ανάλυση νομικών κειμένων, όπως ο Baade[5], αλλά και οι Franken και De Mulder. Ο Franken όρισε το αντικείμενο της δικαιομετρικής ως την εφαρμογή ποσοτικών μεθόδων σε νομικά προβλήματα, αλλά στη βάση θεωρητικών αναζητήσεων, όπως είναι η θεωρία των κυβερνητικών συστημάτων, ενώ, αντίστοιχα, ο De Mulder προσεγγίζει τη δικαιομετρική ως τη μελέτη της εμπειρικής διάστασης του δικαίου[6].
Η δικαιομετρική παρουσιάζει ομοιότητες με την οικονομετρία και παρά το γεγονός ότι οι νομικοί – σε αντίθεση με τους οικονομολόγους – δεν είναι εξοικειωμένοι με την εφαρμογή μαθηματικών μεθόδων, η ανάλυση ιδίως της νομολογίας με τη δικαιομετρική και η μελέτη της νομικής γλώσσας παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι δύναται να παρέχει στοιχεία που μπορεί να βοηθήσουν στην εκτίμηση των κινδύνων και εξόδων νομικών υποθέσεων[7].  Ωστόσο, η έρευνα των εφαρμογών της δικαιομετρικών υπήρξε πολύ περιορισμένη, σε αντίθεση με την έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον πλήθους ερευνητών.
Η νομική πληροφορική ως ένας νέος κλάδος της νομικής επιστήμης άρχισε να γνωρίζει άνθηση στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1960. Κυκλοφόρησαν τα πρώτα περιοδικά νομικής πληροφορικής: Law and Computer Journal, Jurimetrics Journal, Rutgers Journal of Law and Technology. Η σημαντικότερη εφαρμογή της πληροφορικής αφορούσε τη νομική τεκμηρίωση, καθώς εμφανίσθηκαν τα πρώτα εμπορικά συστήματα νομικής πληροφόρησης και σύντομα κυριάρχησαν τα μεγάλα συστήματα πληροφόρησης, οι τράπεζες πληροφοριών Westlaw και Lexis[8]. Η βάση δεδομένων LEXIS παρουσιάστηκε στην Ν. Υόρκη το 1970 και άρχισε τη λειτουργία της σε εμπορική κλίμακα το 1973, παρουσίασε δε μεγάλη επιτυχία και περί τα τέλη του 1970 λέγεται ότι όλες οι μεγάλες δικηγορικές εταιρίες των ΗΠΑ ήταν πελάτες της[9]. Ο μεγάλος ανταγωνιστής της LEXIS ήταν η εκδοτική εταιρία (στο χώρο των νομικών εκδόσεων) West. Η τελευταία ανέπτυξε το δικό της σύστημα νομικής τεκμηρίωσης, τη Westlaw, το 1975. Αρχικά, η βάση δεδομένων Westlaw περιείχε μόνο μια σύντομη περίληψη των δικαστικών αποφάσεων, αλλά το 1978 άλλαξε πολιτική και ενσωμάτωσε και το πλήρες κείμενο των αποφάσεων[10].

Την δεκαετία του 1960 αρχίζει η ερευνητική δραστηριότητα στον τομέα της νομικής πληροφορικής και στην Ευρώπη. Ο Βρετανός Bryan Niblett εμπνεύστηκε από το έργο του Horty κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ και επιχείρησε να δημιουργήσει ένα παρόμοιο σύστημα. Έτσι, κατασκεύασε ένα σύστημα νομικής τεκμηρίωσης, το STATUS, το οποίο όμως περιορίσθηκε στις ρυθμίσεις περί ατομικής ενέργειας. Ερευνητικές δραστηριότητες βασιζόμενες στο σύστημα STATUS επεκτάθηκαν και στην Αυστραλία, την Ολλανδία και τη Νορβηγία. Παρόμοια και ο Colin Tapper έχοντας υπόψη του την ερευνητική δραστηριότητα του Horty, πειραματίσθηκε στο Magdalene College της Οξφόρδης με συστήματα νομικής τεκμηρίωσης[11].
Στον Ευρωπαϊκό χώρο μεγάλη επιρροή άσκησε η μελέτη του Σπύρου Σημίτη με θέμα την πληροφοριακή κρίση του δικαίου, η οποία δημοσιεύθηκε το 1970[12]. Κεντρική ιδέα στο βιβλίο αυτό ήταν ότι με την αύξηση του ρυθμού προσφυγής των πολιτών στο σύγχρονο παρεμβατικό κράτος ήταν αναγκαίο να γίνει πιο αποδοτική η νομική έρευνα και για το σκοπό αυτό θεωρήθηκε απαραίτητη η χρησιμοποίηση συστημάτων νομικής πληροφόρησης.
Πράγματι, το εθνικό σύστημα νομικής πληροφόρησης της Γερμανίας άρχισε να σχεδιάζεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης ήδη το 1967 με την υποστήριξη καθηγητών Νομικής όπως ήταν ο Fiedler, ο Simitis και ο Klug. Ακολούθησε η έκδοση σχετικής έκθεσης το 1972[13], βάσει της οποίας τέθηκε σε λειτουργία το σύστημα JURIS. Παράλληλα, σημειώνεται αξιοσημείωτη επιστημονική δραστηριότητα στο σχετικό τομέα στη Γερμανία που τη φέρνει στην πρωτοπορία της έρευνας, στην Ευρώπη[14].
Αλλά και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, άνθησε η έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής κατά τις δεκαετίας του 1960 και 1970 και τέθηκαν οι βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή του. Στην Ιταλία αναπτύχθηκε στο Ακυρωτικό Δικαστήριο (Corte di Cassazione) ένα σύστημα νομικής τεκμηρίωσης βασισμένο στις περιλήψεις των αποφάσεων του δικαίου και με τη χρήση θησαυρού. Το σύστημα αυτό, ITALGIURE-FIND, επεκτάθηκε και αποτέλεσμα το παράδειγμα για τις δυνατότητες των ΤΠΕ. Στη Γαλλία ο καθηγητής Pierre Catala δημιούργησε το 1967 το Ερευνητικό Κέντρο IRETIJ[15], το οποίο είναι και το παλαιότερο στην Ευρώπη και στη συνέχεια ανέπτυξε το σύστημα τεκμηρίωσης δικαστικών αποφάσεων JURIDOC. Ακόμα, στο πλαίσιο του Conseil d’État δημιουργήθηκε το Κέντρο Ερευνών Νομικής Πληροφορικής CENIJ, το οποίο μετεξελίχθηκε στην υπηρεσία πληροφόρησης Legifrance.
Σημαντική ερευνητική προσπάθεια σημειώθηκε και σε χώρες, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Αυστρία[16]. Στη χώρα μας, ξεχωρίζει η δραστηριότητα του ερευνητικού κύκλου του καθηγητή Δ. Ευρυγένη, ο οποίος από το 1977 συγκρότησε ομάδα εργασίας και ανέπτυξε το σύστημα INNOMOS στο Σπουδαστήριο του Τομέα Ιδιωτικού Διεθνούς Συγκριτικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ με σκοπό την έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής και ειδικότερα, την ηλεκτρονική επεξεργασία δικαστικών αποφάσεων[17].
 Στη δεκαετία του 1980 η νομική πληροφορική περνά από το στάδιο του πειραματισμού στην πρακτική εφαρμογή. Όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος είναι η εξέλιξη του προσωπικού υπολογιστή, αλλά και η τηλεματική, δηλ. η διασύνδεση των η/υ μέσω τηλεπικοινωνιακών δικτύων. Έτσι έγινε δυνατή η χρήση νομικών βάσεων δεδομένων, ενώ αναπτύχθηκαν και εφαρμογές για το νομικό γραφείο (προγράμματα οργάνωσης δικηγορικού γραφείου και συμβολαιογραφείου)[18]. Στη Χώρα μας, το 1985 αναπτύχθηκε το πληροφοριακό σύστημα LEX στις Νομικές Υπηρεσίες Διοικήσεως (ήδη ΝΣΚ), το οποίο μετεξελίχθηκε στο σύστημα ΕΛΛΑΣ LEX και το οποίο περιείχε περιλήψεις δικαστικών αποφάσεων και νομοθεσία[19]. Αργότερα και πιο συγκεκριμένα, τη δεκαετία του 1990 αναπτύχθηκε η βάση νομικών δεδομένων ΝΟΜΟΣ[20] που παρέχει ολοκληρωμένη νομική πληροφόρηση, καθώς και άλλες βάσεις δεδομένων, όπως είναι η τράπεζα πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ[21] του ΔΣΑ, ενώ περιλήφθηκε και στο πρόγραμμα σπουδών της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, το μάθημα της ηλεκτρονικής επεξεργασίας του δικαίου και το μάθημα της νομικής πληροφορικής, αντίστοιχα.
Επίσης, το 1987 διοργανώθηκε το πρώτο συνέδριο για την τεχνητή νοημοσύνη και τις εφαρμογές της στο δίκαιο (First International Conference on Artificial Intelligence and Law), το οποίο έκτοτε επαναλαμβάνεται τακτικά, υπό την αιγίδα της Διεθνούς Ένωσης για την τεχνητή Νοημοσύνη και το Δίκαιο (International Association for Artificial Intelligence and Law)[22]. Στη δεκαετία του 1980, άλλωστε, άνθησε η έρευνα για την εφαρμογή της εν λόγω τεχνολογίας στο δίκαιο, η οποία, όμως όπως προαναφέρθηκε, δεν απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς.
Στη συνέχεια, στη δεκαετία του ’90 η εκρηκτική ανάπτυξη του Διαδικτύου με την εμφάνιση του Παγκόσμιού Ιστού (World Wide Web), είχε ως αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί η τεχνολογική επανάσταση της πληροφορικής και να καταστούν τα ψηφιακά προϊόντα και οι υπηρεσίες προσιτά σε όλους, καθιστώντας παράλληλα άλλες υπηρεσίες, όπως είναι η διάθεση βάσεων δεδομένων μέσω CD-ROM, ανεπίκαιρες. Πέρα από τη νομική τεκμηρίωση, η έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής προσανατολίζεται στην ανάπτυξη «ευφυών» συστημάτων, συστημάτων δηλ. που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη, ενώ η τεχνολογία του Διαδικτύου αλλάζει ριζικά τον τρόπο που λειτουργεί το νομικό γραφείο, όπως προαναφέρθηκε.
 Στη νέα χιλιετία, η έρευνα προσανατολίζεται, μεταξύ άλλων, στα ζητήματα που αφορούν τη διάθεση νομικού περιεχομένου στο Διαδίκτυο, την ανάπτυξη συστημάτων που βασίζονται στη γνώση (knowledge-based systems), το σχεδιασμό νομικών οντολογιών και σημασιολογικών λεξικών, τις νομικές εφαρμογές του σημασιολογικού Διαδικτύου, τα πρότυπα XML κοκ.



[1]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite: A bried History of Legal Information Retrieval, in: A History of Legal Informatics, Lefis Series Vol 9, number 4(2010), σελ. 23 επ.
[2]. Βλ. σχετικά J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 25 και επ.
[3]. Βλ. J. Bing, Handbook of Legal Information Retrieval, 1991, σελ. 258.
[4]. Βλ. J. Bing, Handbook of Legal Information Retrieval, ό.π., σελ. 260.
[5]. Βλ. παραπάνω, υπό 2.
[6]. Για τα παραπάνω βλ. R. De Mulder/K. v. Noortwijk/L. Combrink-Kuiters, Jurimetrics please!, in:  A History of Legal Informatics, Lefis Series Vol 9, number 4(2010), σελ. 147 επ. (149).
[7]. Βλ. R. De Mulder/K. v. Noortwijk/L. Combrink-Kuiters, σελ. 171 επ.
[8]. Βλ. G. Sartor, L’Informatica Giuridica e le Tecnologie dell’ Informazione, ό.π., σελ. 28.
[9]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 37.
[10]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 40.
[11]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 27-28.
[12]. Βλ. S. Simitis, Informationskrise des Rechts und Datenverarbeitung, 1970.
[13]. Βλ. Gesellschaft für Mathematik und Datenverarbeitung, Das Juristische Informationssystem, 1972.
[14]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 31.
[15]. Βλ. P. Catala, Création d’un Laboratoire: L’Iretij, στο έργο του ίδιου, Le droit à l’épreuve du numérique, 1998, σελ. 41 επ.
[16]. Βλ. αναλυτικά J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 33 επ.
[17]. Βλ. D.J. Evrigenis/A.J. Passias, Innomos: une expérience dans le domaine du stockage et du traitement électroniques de l’information juridique, στον τόμο: Α. Πασσιάς, Πληροφορική και Δίκαιο, 1987, σελ. 25 επ.
[18]. Βλ. G. Sartor, L’Informatica Giuridica e le Tecnologie dell’ Informazione, ό.π., σελ. 30 επ.
[19]. Βλ. Αραβαντινού, Εισαγωγή στη Νομοπληροφορική, ό.π., σελ. 141 επ.· Ν. Τζωρτζόπουλου, Το σύστημα νομικής πληροφορικής LEX, ΝοΒ 1986, σελ. 1362 επ.
[21]. Βλ. www.dsanet.gr

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων σε βιομετρικά διαβατήρια. Η απόφαση ΔΕΕ στην υποθ. C-291/12


Το ΔΕΕ έκρινε ως νόμιμη τη χρήση ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων στα βιομετρικά διαβατήρια, σύμφωνα με τον Καν. 2252/2004.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου 2013
Στην υπόθεση C‑291/12, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Gelsenkirchen (Γερμανία) με απόφαση της 15ης Μαΐου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουνίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης Michael Schwarz κατά Stadt Bochum,

Το ΔΕΕ έκρινε την αίτηση προδικαστικής παραπομπής σχετικά με το κύρος του άρθρου 1 § 2 του κανονισμού 2252/2004 σχετικά με την καθιέρωση προτύπων για τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και τη χρήση βιομετρικών στοιχείων στα διαβατήρια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα των κρατών μελών (ΕΕ L 385, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 444/2009, η οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του M. Schwarz και του Stadt Bochum (Δήμου Bochum), σχετικά με την άρνηση του εν λόγω δήμου να χορηγήσει διαβατήριο στον ενδιαφερόμενο χωρίς ταυτόχρονη λήψη των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων του τα οποία θα αποθηκεύονταν στο εν λόγω διαβατήριο.

Ιστορικό
Ο M. Schwarz ζήτησε από τον Stadt Bochum τη χορήγηση διαβατηρίου, αρνούμενος όμως να υποστεί την υποχρεωτική λήψη των ψηφιακών δακτυλικών του αποτυπωμάτων. Κατόπιν της απόρριψης του αιτήματός του από τον Stadt Bochum, ο M. Schwarz άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ζητώντας του να διατάξει τον εν λόγω δήμο να του χορηγήσει διαβατήριο χωρίς λήψη των ψηφιακών δακτυλικών του αποτυπωμάτων. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο M. Schwarz αμφισβήτησε το κύρος του κανονισμού 2252/2004 με τον οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση λήψης των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων των αιτούντων την έκδοση διαβατηρίου. Ο M. Schwarz υποστήριξε ότι ο κανονισμός αυτός δεν στηρίζεται σε κατάλληλη νομική βάση και πάσχει διαδικαστική πλημμέλεια. Επιπλέον, όπως ισχυρίσθηκε, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προσβάλλει το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το οποίο κατοχυρώνεται, αφενός, σε γενικότερο πλαίσιο, στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) περί του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και, αφετέρου, πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 8 του Χάρτη. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Gelsenkirchen αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Είναι έγκυρο το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού [2252/2004];»


 Η κρίση του Δικαστηρίου
Επί της διαδικασίας εκδόσεως του κανονισμού 2252/2004

Ο αιτών ισχυρίσθηκε ότι αντιθέτως προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 67 § 1 ΕΚ, δεν πραγματοποιήθηκαν οι απαραίτητες διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας.  Ωστόσο, με τον κανονισμό 444/2009 που τροποποίησε τον κανονισμό 2252/2004, οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/2004, για το οποίο δεν υπήρξε διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, αντικαταστάθηκαν από νέες διατάξεις οι οποίες εμμένουν στην υποχρέωση αποθήκευσης της εικόνας των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων στα διαβατήρια.

Επί των θεμελιωδών δικαιωμάτων σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

 Καταρχήν, το Δικαστήριο δέχετει ότι η εκ μέρους των εθνικών αρχών λήψη και αποθήκευση ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/2004, συνιστούν προσβολή των δικαιωμάτων σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν οι προσβολές αυτές είναι δικαιολογημένες.

Το ΔΕΕ διαπιστώνει ότι: 1)  το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/2004 επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενο από την Ένωση, ήτοι πρόληψη της πλαστογράφησης των διαβατηρίων και ο δεύτερος στην καταπολέμηση της δόλιας χρήσης τους, ήτοι της χρήσης από άλλα πρόσωπα πλην του νομίμου κατόχου τους.

 2) η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή καταχώριση των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων σε μέσο αποθήκευσης υψηλής ασφάλειας προϋποθέτει υπερσύγχρονη τεχνολογία, οπόταν είναι ικανή να μειώσει τον κίνδυνο πλαστογράφησης των διαβατηρίων και να διευκολύνει τα καθήκοντα των αρχών που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο της γνησιότητάς τους κατά τη διέλευση των συνόρων.

 3) η μέθοδος εξακρίβωσης της ταυτότητας μέσω των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων δεν αποκλείει εντελώς τις περιπτώσεις εσφαλμένης έγκρισης της διέλευσης των συνόρων από πρόσωπα στα οποία δεν επιτρέπεται η είσοδος στο έδαφος της Ένωσης, πλην όμως μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο τέτοιων εσφαλμένων εγκρίσεων εισόδου ο οποίος θα υφίστατο σε περίπτωση μη εφαρμογής της.

Περαιτέρω, όσον αφορά την εξέταση της αναγκαιότητας της εν λόγω επεξεργασίας δεδομένων, ο νομοθέτης οφείλει, μεταξύ άλλων, να εξακριβώσει αν μπορούν να προβλεφθούν μέτρα τα οποία θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα προστατευόμενα στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη δικαιώματα συμβάλλοντας συγχρόνως αποτελεσματικά στην εκπλήρωση των επιδιωκόμενων με την επίμαχη ρύθμιση της Ένωσης σκοπών (βλ., συναφώς, απόφαση Volker und Markus Schecke και Eifert, προπαρατεθείσα, σκέψη 86).

 Εν προκειμένω, το ΔΕΕ θεωρεί ότι το άρθρο § § 2 του καν. 2252/2004 δεν συνεπάγεται επεξεργασία των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων κατά τρόπο βαίνοντα πέραν του αναγκαίου ορίου για την εκπλήρωση του σκοπού προστασίας των διαβατηρίων από δόλια χρήση.

 Η τελική κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία δυνάμενα να θίξουν το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2252/2004 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με την καθιέρωση προτύπων για τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και τη χρήση βιομετρικών στοιχείων στα διαβατήρια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 444/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009.











Σάββατο 12 Οκτωβρίου 2013

Διεπιστημονικό Συνέδριο Ιατρική Ευθύνη και Βιοηθική ΙΙ



Η ερευνητική ομάδα Information: History, Regulation and Culture (IHRC), η E-Themis και η Νομική Βιβιλιοθήκη διοργανώνουν διεπιστημονικό συνέδριο μμε θέμα: «Ιατρική Ευθύνη και Βιοηθική ΙΙ - Σύγχρονες προσεγγίσεις και προοπτικές του μέλλοντος», στις 28 Φεβρουαρίου και 1 Μαρτίου 2014, στην Αίθουσα Πολλαπλών Χρήσεων του Εφετείου Αθηνών, Δέγλερη 2 & Λεωφόρος Αλεξάνδρας.

Τετάρτη 11 Σεπτεμβρίου 2013

6th International Conference on Information Law 2014 - Call for papers



"Lifting Barriers to Empower
the Future of Information Law and Ethics"
Thessaloniki, Greece, May 30-31, 2014
Conference website: http://icil.gr/


Call for papers

We are interested in papers on intellectual property, data protection, freedom of information, individual rights and information, privacy, cyberlaw and cyberethics, media law and ethics, digital divide and information technology, e-government, surveillance, intellectual freedom, open access, digital divide and other.

We are also particularly interested in papers on the historical development of information laws and ethical theory and we would also consider papers dealing with the social, political or psychological aspects of information.

Important dates:

Abstracts due: January 30, 2014

Notification of accepted papers: March 15, 2014

Deadline for final papers due: April 30, 2014

Instructions for authors: Detailed instructions

Paper length: around 15 pages A4. Longer papers are welcome.

Abstract length: 250 words.

All abstracts will be reviewed (blind reviews).

Πέμπτη 18 Ιουλίου 2013

Attacks against information systems. The new Directive of the European Parliament and of the Council on attacks against information systems and repealing Council Framework Decision 2005/222/JHA


Ioannis Iglezakis
Assistant Professor, Faculty of Law, Aristotle University


Attacks on information systems are everyday reality for big online companies, such as Facebook, Apple and Twitter etc., but also for SME’s, and individuals. Cyber-attacks are also targeted against governmental information and national infrastructure. Particularly, denial-of-service attacks through the use of botnets have become a threat for critical infrastructure or for particular functions in the public or private sector. New methods of cybercrime have evolved that employ large-scale attacks, which have a major impact on the functioning of information systems.

On EU level, attacks against information systems were regulated by the Framework Decision 2005/222/JHA. The Framework Decision aimed at the approximation of criminal law systems and the enhancement of cooperation between judicial authorities concerning:
  • illegal access to information systems;
  • illegal system interference;
  • illegal data interference.

It also provided for the criminalization of instigating, aiding, abetting and attempting to commit any of the above offences; it laid down criteria for determing the liability of legal persons and the sanctions that may apply; further, it provided provisions for jurisdiction and exchange of information between Member States. However, the legal approximation on the basis of this Decision was not satisfactory. In a Commision’s Report to the Council (COM(2008) 448 final), it was found that the transposition of the decision was not yet complete. Further than that, in light of the evolution of cybercrime, the Commission considered taking new measures to combat the use of botnets for criminal purposes, to strengthen criminal liability, and to promote the use of contact points between Member States.

Subsequently, the EU Commission submitted a Proposal for a Directive on attacks against information systems in 30.9.2010. The proposal takes into account the new methods of committing cybercrimes, especially the use of botnets. In more particular, it penalizes the production, sale, procurement for use, import, distribution or otherwise making available of devices/tools used for committing the offences. It includes aggravating circumstances, e.g. the large-scale aspect of the attacks and concealing the real identity of the perpetrator. It introduces ‘illegal interception’ as a criminal offence. Further, it introduces measures to improve European criminal justice cooperation by strengthening the existing structure of 24/7 contact points; finally, it ensures that an adequate system is in place for the recording, production and provision of statistical data on cybercrime in Member States.

The Directive was adopted by the European Parliament on July, 4, in first reading. With the adoption of this Directive, the EU has taken one step further in the fight against cybercrime (see: New minimum rules step up the fight against cybercrime).

Philip James, Partner and Joint Head of Technology at Pitmans, said: “[T]hose organisations that have average to good awareness of cyber threats, technologies and methodologies will most likely benefit from cyber information sharing across all forms of the potential victim food chain. However, those organisations which are the most sophisticated have, arguably, perhaps the least to gain by relaying information. However, to combat the threat, it is essential that all organisations share cyber data to enable national, international, vertical and horizontal, co-operation to challenge and overcome cyber risk. There will also need to be meaningful metrics devised to measure whether companies are in fact sharing useful information and, indeed, what the benefits are to recipients of such information and, in particular, how (if at all) those companies at the more advanced end of the food chain are benefitting from sharing.”

“Cyber-attacks pose a threat to the protection of personal data”, Nigel Parker, Senior Associate at Allen & Overy, told DataGuidance. “[I]t can be expected that the Directive will be welcomed by both law enforcement and data protection authorities, as it should serve hopefully to dissuade attacks, as well as to ensure that cyber-criminals, including those whose attacks target personal data, will face the threat of prosecution, imprisonment and financial penalties. […] Financial institutions are, and have long been, a prime target for cyber-attacks [and they] can sometimes be frustrated by the failure of law enforcement to take effective steps to respond to attacks. The introduction of stronger penalties and requirements for improved cooperation will be welcomed by financial institutions.” See: (EU: Proposed Directive to harmonise penalties for cyber attacks)


President of the Council (Justice and Home Affairs), Minister of Justice Morten Bødskov, says:
"Attacks against information systems pose a growing challenge to our so-cieties. Such attacks can cause serious damage both in the Member States and the Union and the methods used to commit these offences are increasingly sophisticated. I am therefore very pleased that the European Parliament, the Council and the Commission have agreed on new minimum rules concerning the definition of criminal offences and the sanctions in the area of cybercrime. In my opinion the new rules step up the fight against cyber-crime significantly and I am grateful for the extensive work and excellent cooperation shown from all parties involved."

Member of the Parliament and Rapporteur, Monika Hohlmeier (EPP), Committee on Civil Liberties, Justice and Home Affairs (LIBE), says:
"The outstandingly constructive and close dialogue that we have had with the Danish Presidency on this Directive has proved to be the bedrock for a broad compromise between Council, Parliament and Commission. While we started the negotiations on sanctions against cybercrime with very different positions, the Danish Presidency has skillfully managed to address the concerns of all sides and broker a balanced agreement. I particularly applaud their openness and understanding for Parliament's request for necessary flanking measures which will allow us to fight cybercrime more effectively in the future. This compromise is an example for an excellent interinstitutional debate and cooperation and will help to step up the fight against serious and harmful cybercrime in the EU and eventually lead to an improved cyber security for all our citizens."


It should be noted that since Greek law did not ratify the Cybercrime Convention nor introduced any provisions transposing the Framework Decision 2005/222/JHA, it is necessary to transpose the provisions of the Directive to the full extent.

Finally, it is anticipated that the Directive on attacks against information systems will contribute essentially to harmonization of criminal law provisions in the Member States as far as attacks against information systems are concerned. It sets minimum requirements, but it contains elaborated provisions, which take into account the existing technological reality and the need to provide for appropriate sanctions.


Κυριακή 2 Ιουνίου 2013

Προστασία προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης




Ιωάννη Δ. Ιγγλεζάκη
Επ. Καθηγητή ΑΠΘ
Δικηγόρου

Ανακοίνωση στο Συνέδριο: Νομικές και Κοινωνικές Προεκτάσεις του Διαδικτύου σήμερα
http://nomkoininternet.wordpress.com/

Περίληψη:
Οι ανήλικοι και τα παιδιά είναι οι πιο τακτικοί χρήστες των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης, αλλά αποτελούν και την πιο ευάλωτη ομάδα χρηστών του Διαδικτύου, λόγω του ότι δεν έχουν τον ίδιο βαθμό ψυχικής και διανοητικής ωριμότητας, όπως οι ενήλικοι. Ως εκ τούτου, εκτίθενται σε μεγαλύτερο βαθμό στην προσβολή των προσωπικών τους δεδομένων, ιδίως διότι έχοντας μεγαλώσει στο σύγχρονο ψηφιακό περιβάλλον, η συμμετοχή τους στις εικονικές κοινότητες που αναπτύσσονται στα κοινωνικά δίκτυα αποτελεί condition sine qua non για την κοινωνικοποίησή τους, στο πλαίσιο δε αυτό θέτουν σε κίνδυνο την ιδιωτικότητά τους, με τη δημοσιοποίηση των προσωπικών τους δεδομένων στα δίκτυα αυτά.

Το ισχύον νομικό πλαίσιο της προστασίας προσωπικών δεδομένων δεν διαθέτει ειδικούς κανόνες για την προστασία των ανηλίκων και για το λόγο αυτό πρέπει να μελετηθούν οι δυνατότητες και τα όρια της προστασίας που παρέχονται, αλλά και οι προτάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την αναθεώρηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ.



Ι. Γενικά
Οι υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης, όπως είναι τα Facebook, Twitter, MySpace, Google+ κ.ά., είναι από τις πιο δημοφιλείς υπηρεσίες του σύγχρονου Διαδικτύου . Τα παιδιά και οι ανήλικοι, οι οποίοι χαρακτηρίζονται ως«ψηφιακοί ιθαγενείς», διότι μεγάλωσαν όσο το Διαδίκτυο ακόμα αναπτυσσόταν, κάνουν χρήση των υπηρεσιών αυτών σε μεγάλο ποσοστό . Σύμφωνα με έρευνα που διενεργήθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στην ΕΕ τα παιδιά ηλικίας 13 έως 16 ετών σε ποσοστό 77% και τα παιδιά ηλικίας 9 έως 12 ετών σε ποσοστό 38% διαθέτουν λογαριασμό σε υπηρεσία κοινωνικής δικτύωσης . Επίσης, ποσοστό 15% των παιδιών της πρώτης κατηγορίας δήλωσαν ότι είχαν περισσότερες από 100 επαφές, ενώ αυτό ήταν ο κανόνας, σε ορισμένα κράτη μέλη της ΕΕ, όσον αφορά τα παιδιά της δεύτερης κατηγορίας.

Ωστόσο, οι ανήλικοι είναι η πιο ευάλωτη ομάδα χρηστών, διότι δεν έχουν τον ίδιο βαθμό ψυχικής και διανοητικής ωριμότητας, όπως οι ενήλικοι . Όπως είναι, συνεπώς, εύλογο, τα προβλήματα προστασίας της ιδιωτικότητας και των προσωπικών δεδομένων που ανακύπτουν αναφορικά με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης παρουσιάζονται μεγεθυμένα στην περίπτωση των ανηλίκων. Πιο συγκεκριμένα, οι νέοι έχουν αναπτύξει τη δική τους σχέση με το Διαδίκτυο και τις διαδικτυακές υπηρεσίες και είναι διατεθέμενοι να θέσουν σε κίνδυνο την ιδιωτικότητά τους, δημοσιεύοντας πλήθος προσωπικών τους στοιχείων στα κοινωνικά δίκτυα . Έτσι, δεν συνειδητοποιούν ότι η αυτοέκθεσή τους αυτή μπορεί να έχει αρνητικές επιπτώσεις στην προσωπική και επαγγελματική τους ζωή.

ΙΙ. Δημοσιοποίηση προσωπικών πληροφοριών

Ειδικότερα, τα προβλήματα για την προστασία της ιδιωτικότητας των χρηστών των υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης έχουν ως αιτία ότι οι χρήστες δεν διστάζουν να αναρτήσουν πλήθος προσωπικών πληροφοριών, κάνοντας χρήση του πραγματικού τους ονόματος και όχι ενός ψευδωνύμου. Παραπέρα, εισφέρουν στοιχεία που συντελούν στην ταυτοποίησή τους, όπως είναι η πόλη όπου διαμένουν, το σχολείο ή το πανεπιστήμιο από το οποίο αποφοίτησαν, την προσωπική τους κατάσταση, τα ενδιαφέροντά τους, προσωπικές τους φωτογραφίες και φωτογραφίες μαζί με άλλα πρόσωπα, τα οποία επισημαίνονται σε αυτές, καθώς και κοινοποιήσεις παρουσίας.

Τα κοινωνικά δίκτυα, ως γνωστόν, λειτουργούν συλλέγοντας πλήθος προσωπικών δεδομένων, τα οποία θέτουν στη διάθεση των άλλων χρηστών και για αυτό οι περιορισμοί στην επεξεργασία δεδομένων είναι εκτός της λογικής τους. Οι χρήστες, από την άλλη πλευρά, διέπονται από την επιθυμία της αυτοπροβολής και ένταξης στις ψηφιακές κοινότητες των κοινωνικών δικτύων και δεν αντιλαμβάνονται τις συνέπειες της αυτοέκθεσής τους. Ιδίως πρέπει να σημειωθεί ότι οι χρήστες δεν περιορίζονται στην αποκάλυψη πληροφοριών στον κύκλο προσώπων που γνωρίζουν προσωπικά, αλλά αποδέχονται τις προσκλήσεις αγνώστων προσώπων, με τους οποίους συνακόλουθα μοιράζονται προσωπικά δεδομένα, με αποτέλεσμα να ελλοχεύει ο κίνδυνος να καταστούν θύματα διαδικτυακού εκφοβισμού, σεξουαλικής παρενόχλησης , όπως και να τύχουν τα προσωπικά δεδομένα που τους αφορούν παράνομης επεξεργασίας, λ.χ., να αναδημοσιευθούν στο Διαδίκτυο από τρίτους.

Σημαντικό πρόβλημα είναι ότι οι λογαριασμοί ιδίως των ανηλίκων δεν προστατεύονται έναντι των τρίτων. Ειδικότερα, οι υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης δεν διαθέτουν προεπιλεγμένες ρυθμίσεις που να προστατεύουν την ιδιωτικότητα των χρηστών, αλλά η τρέχουσα ρύθμιση είναι να είναι δημόσια προσβάσιμος ο λογαριασμός και σπανίως οι χρήστες αλλάζουν τη ρύθμιση αυτή.

Σύμφωνα με έρευνα που ανακοινώθηκε από το ψηφιακό θεματολόγιο, το ένα τέταρτο των παιδιών που είναι χρήστες σε υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης διαθέτουν δημόσια προσβάσιμο λογαριασμό, ενώ το ένα πέμπτο από αυτά, δήλωσαν ότι σε αυτό δημοσιεύονται η διεύθυνση ή/και ο αριθμός του τηλεφώνου τους. Μάλιστα, σε πολλά κράτη μέλη, τα νεαρότερα παιδιά είναι πιο πιθανό να έχουν δημόσιους λογαριασμούς . Παρά δε το ότι οι ιστοχώροι κοινωνικής δικτύωσης δεν παρέχουν υπηρεσίες σε πρόσωπα κάτω των 13 ετών, δεν διαθέτουν συστήματα επαλήθευσης της ηλικίας, με αποτέλεσμα να γίνεται χρήση των υπηρεσιών τους από πρόσωπα νεότερα των 13 ετών.

Επιπλέον, το ψηφιακό χάσμα μεταξύ των γενεών καθιστά τα παιδιά περισσότερα ευάλωτα στο ψηφιακό περιβάλλον, καθώς οι γονείς λόγω της περιορισμένης γνώσης της ψηφιακής τεχνολογίας, αδυνατούν να ασκήσουν εποπτεία στις διαδικτυακές δραστηριότητες των παιδιών τους.


ΙΙΙ. Αντιμετώπιση των προβλημάτων προστασίας δεδομένων

Τα προβλήματα προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ανηλίκων, τα οποία σκιαγραφήθηκαν προηγουμένως, απαιτούν συγκεκριμένες παρεμβάσεις, για να αντιμετωπισθούν κατάλληλα. Σύμφωνα με τη γνώμη της ομάδας του άρθρου 29 , πρέπει καταρχήν να ληφθεί μέριμνα για ενημέρωση των παιδιών μέσω του σχολείου, ώστε να γίνει συνείδηση η αναγκαιότητα της προστασίας των προσωπικών δεδομένων. Παραπέρα, πρέπει οι πάροχοι υπηρεσιών κοινωνικής δικτύωσης να λάβουν κατάλληλα μέτρα για την προστασία δεδομένων των ανηλίκων με τη λήψη της συγκατάθεσης των γονέων τους κατά την εγγραφή τους, τη μη συλλογή ευαίσθητων δεδομένων, την απουσία άμεσης εμπορικής προώθησης προς τους ανηλίκους, το διαχωρισμό των κοινοτήτων ανηλίκων και ενηλίκων, αλλά και την εφαρμογή τεχνολογιών για την ενίσχυση της ιδιωτικής ζωής. Τα μέτρα αυτά μπορούν να λαμβάνονται και μέσω μηχανικών αυτορρύθμισης, ωστόσο, κατά την άποψη μας, η νομοθέτησή τους θα καταστήσει ευχερέστερη την επιβολή τους.

Οι θεμελιώδεις αρχές που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη είναι οι εξής:

α) Το μείζον συμφέρον του παιδιού. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, ένα πρόσωπο που δεν έχει ακόμα αποκτήσει σωματική και ψυχολογική ωριμότητα έχει ανάγκη μεγαλύτερης προστασίας από άλλα πρόσωπα. Ο σκοπός που πρέπει να επιδιώκεται είναι η βελτίωση των συνθηκών για το παιδί και η ενδυνάμωση του δικαιώματος του στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.
β) Προστασία και φροντίδα για την ευημερία των παιδιών. Λόγω του ότι η ανωριμότητα του παιδιού το καθιστά ευάλωτο, πρέπει να παρέχεται κατάλληλη προστασία και μέριμνα στο παιδί και την προστασία αυτή πρέπει να αναλαμβάνει η οικογένεια, η κοινωνία και το κράτος.
γ) Το δικαίωμα στην ιδιωτική ζωή. Το δικαίωμα αυτό κατοχυρώνεται από το άρθρο 16 της Σύμβασης των ΗΕ για τα δικαιώματα του παιδιού.
δ) Αντιπροσώπευση. Τα παιδιά έχουν ανάγκη νομικής αντιπροσώπευσης προκειμένου να ασκήσουν τα περισσότερα από τα δικαιώματά τους, ωστόσο η ανάγκη αυτή πρέπει να σταθμίζεται με το μείζον συμφέρον του παιδιού. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ζητείται η γνώμη του παιδιού, από ορισμένη ηλικία, σε σχέση με την επεξεργασία των προσωπικών του δεδομένων, αλλά και ότι αν η επεξεργασία δεδομένων άρχισε με τη συγκατάθεση του νόμιμου αντιπροσώπου του, το παιδί μπορεί με την ενηλικίωσή του να την ανακαλέσει.
ε) Σύγκρουση του μείζονος συμφέροντος του παιδιού με το δικαίωμα στην προστασία δεδομένων, κατά την οποία υπερτερεί το πρώτο, όπως π.χ. στην περίπτωση όπου προσωπικά δεδομένα πρέπει να κοινοποιούν σε δημόσια αρχή για τη διερεύνηση κακοποίησης παιδιού.
στ) Προσαρμογή στο βαθμό ωριμότητας του παιδιού. Αυτό σημαίνει πρακτικά ότι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η άσκηση των δικαιωμάτων του, εν προκειμένω στην προστασία δεδομένων, πρέπει να είναι σχετική με το επίπεδο ωριμότητας του παιδιού.
ζ) Δικαίωμα συμμετοχής. Κατά την ανάπτυξη τους τα παιδιά πρέπει να συμμετέχουν πιο τακτικά στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, πράγμα που σημαίνει ότι πρέπει καταρχήν να έχουν το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της γνώμη του και όταν αποκτούν επαρκή ικανότητα, να λαμβάνουν κοινή με τους γονείς τους απόφαση ή αυτόνομη απόφαση.





IV. Νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων

Στην ισχύουσα κοινοτική και ελληνική νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων δεν υπάρχουν ειδικές διατάξεις για την προστασία των ανηλίκων. Επομένως, ισχύουν οι γενικές διατάξεις, δηλ. ο ν. 2472/1997, οι οποίες βρίσκουν γενικά εφαρμογή όταν το υποκείμενο των δεδομένων είναι φυσικό πρόσωπο, όπως είναι εν προκειμένω, ένα παιδί. Ωστόσο, όπως επισημαίνεται και από την ομάδα εργασίας του άρθρου 29, η οδηγία 95/46 και, συνεπώς και ο ν. 2472/1997, με τον οποίο ενσωματώθηκε η οδηγία στο ελληνικό δίκαιο, έχουν περιορισμένο προσωπικό και θεματικό πεδίο εφαρμογής, υπό την έννοια ότι δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ζωής των παιδιών .
Από τις γενικές διατάξεις του ν. 2472/1997 κατά την επεξεργασία δεδομένων των ανηλίκων στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης βρίσκουν εφαρμογή οι αρχές της νομιμότητας της επεξεργασίας, της αναγκαιότητας και προσφορότητας των δεδομένων, καθώς και της περιορισμένης διατήρησης. Ιδίως, η τελευταία αρχή επιβάλλει να μην διατηρούνται τα δεδομένα των παιδιών, μετά την πάροδο του χρόνου, διότι τα παιδιά αναπτύσσονται και οι πληροφορίες που τα αφορούν καθίστανται ανεπίκαιρες, ενώ σύμφωνα με την αρχή της αναγκαιότητας πρέπει να συλλέγονται τα ελάχιστα κατά το δυνατόν δεδομένα για την εξυπηρέτηση του σκοπού επεξεργασίας. Όπως τονίζεται, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η αρχή του μείζονος συμφέροντος του παιδιού και αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να περιλαμβάνονται, μεταξύ των δεδομένων που συλλέγονται και υπόκεινται σε επεξεργασία, πληροφορίες για το οικογενειακό περιβάλλον του παιδιού, τις συνθήκες ζωής του ή των γονέων του, η επαγγελματική και κοινωνική τους κατάσταση κ.λπ.

Επίσης, πρέπει να γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα ενημέρωσης, πρόσβασης και αντίρρησης, τα οποία ασκούνται από τον νόμιμο αντιπρόσωπο του ανηλίκου, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του οικογενειακού δικαίου.

Παραπέρα, κεντρική σημασία αποδίδεται γενικά κατά την πλοήγηση των ανηλίκων στο Διαδίκτυο στο γεγονός ότι πρέπει να λαμβάνεται η συγκατάθεση των νόμιμων αντιπροσώπων των ανηλίκων κατά τρόπο ώστε να μπορεί να αποδεικνύεται, π.χ. με μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που επαληθεύεται με μεταγενέστερη αλληλογραφία ή τηλεφωνική επικοινωνία, μήνυμα με ηλεκτρονική υπογραφή κ.ά. Επιπλέον, τονίζεται ότι είναι χρήσιμο να υιοθετείται μια πολιτική προστασίας των προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων στους δικτυακούς τόπους που απευθύνονται σε παιδιά, όπως και να ενημερώνονται οι ανήλικοι όταν ανταλλάσσουν μηνύματα άμεσης επικοινωνίας ή συμμετέχουν σε συζητήσεις, να είναι φειδωλοί ως προς τα στοιχεία που αποκαλύπτουν και ιδίως τα στοιχεία ταυτοποίησής τους .

V. Πρόταση Κανονισμού

Ειδικές διατάξεις για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα των ανηλίκων προβλέπονται στην Πρόταση Κανονισμού του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών (γενικός κανονισμός για την προστασία δεδομένων) .
Στην πρόταση κανονισμού ως παιδί ορίζεται οποιοδήποτε πρόσωπο ηλικίας κάτω των 18 ετών, ενώ ειδικές ρυθμίσεις προβλέπονται στο άρθρο 8 που αφορά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων παιδιού. Συγκεκριμένα, προβλέπεται ότι η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων παιδιού ηλικίας κάτω των 13 ετών είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον η συγκατάθεση παρέχεται ή εγκρίνεται από τον γονέα ή τον κηδεμόνα του παιδιού (άρθρο 8 § 1).

Βεβαίως, τεχνικά η επαλήθευση της ηλικίας ενός προσώπου είναι ιδιαίτερα δυσχερής και η πρόταση κανονισμού προβλέπει την υποχρέωση του υπεύθυνου επεξεργασίας να καταβάλλει εύλογες προσπάθειες για να εξασφαλίσει επαληθεύσιμη συγκατάθεση, λαμβάνοντας υπόψη τη διαθέσιμη τεχνολογία. Περαιτέρω, προβλέπεται η παροχή εξουσιοδότησης προς την Επιτροπή για την έκδοση πράξεων, με τις οποίες θα προσδιορίζονται τα κριτήρια και οι απαιτήσεις για τις μεθόδους εξασφάλισης της επαληθεύσιμης συγκατάθεσης (§ 3) ή και να θεσπίσει πρότυπα έντυπα για ειδικές μεθόδους με σκοπό τη διασφάλιση της επαληθεύσιμης συγκατάθεσης.

Για τα παιδιά ηλικίας μεταξύ 13 και 17 ετών δεν υπάρχει καμία πρόβλεψη στην πρόταση κανονισμού για την παροχή συγκατάθεσης. Στην αιτιολογική σκέψη αριθ. 129 αναφέρεται ότι η Επιτροπή πρέπει να εκδώσει κατ’ εξουσιοδότηση πράξη για τον προσδιορισμό των κριτηρίων και των προϋποθέσεων σε σχέση με τη συγκατάθεση παιδιού, ωστόσο, στο άρθρο 8 δεν προβλέπεται τέτοια εξουσιοδότηση και εύλογα αμφισβητείται αν είναι νοητή η παροχή εξουσιοδότησης σε ένα τόσο σημαντικό θέμα, ενόψει της διάταξης του άρθρου 290 ΣΛΕΕ, η οποία ορίζει ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις αφορούν μη ουσιώδη στοιχεία της νομοθετικής πράξης.

Παραπέρα, στο άρθρο 23 § 2 της πρότασης Κανονισμού προβλέπεται η αρχή της προστασίας δεδομένων εξ ορισμού ή ως προεπιλογή (data protection by default), σύμφωνα με την οποία, τα συστήματα πληροφοριών πρέπει να διαθέτουν προεπιλεγμένες ρυθμίσεις που να παρέχουν επαρκή προστασία των προσωπικών δεδομένων και τυχόν αποκλίσεις πρέπει να γίνονται δεκτές μόνο με τη συγκατάθεση των πρόσωπων τα οποία αφορά η επεξεργασία (opt-in). Η εφαρμογή της εν λόγω αρχής στις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης σημαίνει ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύουν οι χρήστες των υπηρεσιών αυτών στο προφίλ τους πρέπει να είναι εξ ορισμού μη προσβάσιμοι από τρίτους .
Τέλος, ειδική αναφορά αξίζει να γίνει στο δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 17 της πρότασης Κανονισμού, κατά βάση, ως μια αξίωση διαγραφής του ψηφιακού παρελθόντος του ατόμου, ιδίως όταν τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διατέθηκαν από το συγκεκριμένο πρόσωπο. Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, το πρόσωπο στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα δικαιούται να ζητήσει τη διαγραφή και τη μη περαιτέρω διάδοση των δεδομένων για ορισμένους λόγους, ιδίως διότι το εν λόγω πρόσωπο αποσύρει τη συγκατάθεση για επεξεργασία. Η ειδική αναφορά στην παιδική ηλικία ενός ατόμου έχει την έννοια ότι πρέπει να παρέχεται η δυνατότητα στους νέους για μια νέα αρχή στον ψηφιακό κόσμο και ένα λευκό μητρώο, ώστε να μη γίνει αρνητική χρήση πληροφοριών που αφορούν το νεανικό παρελθόν ενός ατόμου και οι οποίες μπορεί να το φέρουν, μετά από χρόνια, σε δύσκολη θέση.