Πέμπτη, 24 Οκτωβρίου 2013

Επεξεργασία προσωπικών δεδομένων σε βιομετρικά διαβατήρια. Η απόφαση ΔΕΕ στην υποθ. C-291/12


Το ΔΕΕ έκρινε ως νόμιμη τη χρήση ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων στα βιομετρικά διαβατήρια, σύμφωνα με τον Καν. 2252/2004.

ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (τέταρτο τμήμα) της 17ης Οκτωβρίου 2013
Στην υπόθεση C‑291/12, με αντικείμενο αίτηση προδικαστικής αποφάσεως δυνάμει του άρθρου 267 ΣΛΕΕ, που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Gelsenkirchen (Γερμανία) με απόφαση της 15ης Μαΐου 2012, η οποία περιήλθε στο Δικαστήριο στις 12 Ιουνίου 2012, στο πλαίσιο της δίκης Michael Schwarz κατά Stadt Bochum,

Το ΔΕΕ έκρινε την αίτηση προδικαστικής παραπομπής σχετικά με το κύρος του άρθρου 1 § 2 του κανονισμού 2252/2004 σχετικά με την καθιέρωση προτύπων για τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και τη χρήση βιομετρικών στοιχείων στα διαβατήρια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα των κρατών μελών (ΕΕ L 385, σ. 1), όπως τροποποιήθηκε από τον κανονισμό (ΕΚ) 444/2009, η οποία υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του M. Schwarz και του Stadt Bochum (Δήμου Bochum), σχετικά με την άρνηση του εν λόγω δήμου να χορηγήσει διαβατήριο στον ενδιαφερόμενο χωρίς ταυτόχρονη λήψη των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων του τα οποία θα αποθηκεύονταν στο εν λόγω διαβατήριο.

Ιστορικό
Ο M. Schwarz ζήτησε από τον Stadt Bochum τη χορήγηση διαβατηρίου, αρνούμενος όμως να υποστεί την υποχρεωτική λήψη των ψηφιακών δακτυλικών του αποτυπωμάτων. Κατόπιν της απόρριψης του αιτήματός του από τον Stadt Bochum, ο M. Schwarz άσκησε προσφυγή ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου ζητώντας του να διατάξει τον εν λόγω δήμο να του χορηγήσει διαβατήριο χωρίς λήψη των ψηφιακών δακτυλικών του αποτυπωμάτων. Ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο M. Schwarz αμφισβήτησε το κύρος του κανονισμού 2252/2004 με τον οποίο επιβάλλεται η υποχρέωση λήψης των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων των αιτούντων την έκδοση διαβατηρίου. Ο M. Schwarz υποστήριξε ότι ο κανονισμός αυτός δεν στηρίζεται σε κατάλληλη νομική βάση και πάσχει διαδικαστική πλημμέλεια. Επιπλέον, όπως ισχυρίσθηκε, το άρθρο 1, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού προσβάλλει το δικαίωμα προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα το οποίο κατοχυρώνεται, αφενός, σε γενικότερο πλαίσιο, στο άρθρο 7 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: Χάρτης) περί του δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και, αφετέρου, πιο συγκεκριμένα, στο άρθρο 8 του Χάρτη. Υπό τις συνθήκες αυτές, το Verwaltungsgericht Gelsenkirchen αποφάσισε να αναστείλει την ενώπιόν του διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο το ακόλουθο προδικαστικό ερώτημα: «Είναι έγκυρο το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού [2252/2004];»


 Η κρίση του Δικαστηρίου
Επί της διαδικασίας εκδόσεως του κανονισμού 2252/2004

Ο αιτών ισχυρίσθηκε ότι αντιθέτως προς τα προβλεπόμενα στο άρθρο 67 § 1 ΕΚ, δεν πραγματοποιήθηκαν οι απαραίτητες διαβουλεύσεις με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της νομοθετικής διαδικασίας.  Ωστόσο, με τον κανονισμό 444/2009 που τροποποίησε τον κανονισμό 2252/2004, οι διατάξεις του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/2004, για το οποίο δεν υπήρξε διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, αντικαταστάθηκαν από νέες διατάξεις οι οποίες εμμένουν στην υποχρέωση αποθήκευσης της εικόνας των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων στα διαβατήρια.

Επί των θεμελιωδών δικαιωμάτων σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

 Καταρχήν, το Δικαστήριο δέχετει ότι η εκ μέρους των εθνικών αρχών λήψη και αποθήκευση ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων, όπως αυτές προβλέπονται στο άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/2004, συνιστούν προσβολή των δικαιωμάτων σεβασμού της ιδιωτικής ζωής και προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Συνεπώς, πρέπει να εξεταστεί αν οι προσβολές αυτές είναι δικαιολογημένες.

Το ΔΕΕ διαπιστώνει ότι: 1)  το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 2252/2004 επιδιώκει σκοπό γενικού συμφέροντος αναγνωριζόμενο από την Ένωση, ήτοι πρόληψη της πλαστογράφησης των διαβατηρίων και ο δεύτερος στην καταπολέμηση της δόλιας χρήσης τους, ήτοι της χρήσης από άλλα πρόσωπα πλην του νομίμου κατόχου τους.

 2) η προβλεπόμενη στη διάταξη αυτή καταχώριση των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων σε μέσο αποθήκευσης υψηλής ασφάλειας προϋποθέτει υπερσύγχρονη τεχνολογία, οπόταν είναι ικανή να μειώσει τον κίνδυνο πλαστογράφησης των διαβατηρίων και να διευκολύνει τα καθήκοντα των αρχών που είναι επιφορτισμένες με τον έλεγχο της γνησιότητάς τους κατά τη διέλευση των συνόρων.

 3) η μέθοδος εξακρίβωσης της ταυτότητας μέσω των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων δεν αποκλείει εντελώς τις περιπτώσεις εσφαλμένης έγκρισης της διέλευσης των συνόρων από πρόσωπα στα οποία δεν επιτρέπεται η είσοδος στο έδαφος της Ένωσης, πλην όμως μειώνει σημαντικά τον κίνδυνο τέτοιων εσφαλμένων εγκρίσεων εισόδου ο οποίος θα υφίστατο σε περίπτωση μη εφαρμογής της.

Περαιτέρω, όσον αφορά την εξέταση της αναγκαιότητας της εν λόγω επεξεργασίας δεδομένων, ο νομοθέτης οφείλει, μεταξύ άλλων, να εξακριβώσει αν μπορούν να προβλεφθούν μέτρα τα οποία θίγουν σε μικρότερο βαθμό τα προστατευόμενα στα άρθρα 7 και 8 του Χάρτη δικαιώματα συμβάλλοντας συγχρόνως αποτελεσματικά στην εκπλήρωση των επιδιωκόμενων με την επίμαχη ρύθμιση της Ένωσης σκοπών (βλ., συναφώς, απόφαση Volker und Markus Schecke και Eifert, προπαρατεθείσα, σκέψη 86).

 Εν προκειμένω, το ΔΕΕ θεωρεί ότι το άρθρο § § 2 του καν. 2252/2004 δεν συνεπάγεται επεξεργασία των ψηφιακών δακτυλικών αποτυπωμάτων κατά τρόπο βαίνοντα πέραν του αναγκαίου ορίου για την εκπλήρωση του σκοπού προστασίας των διαβατηρίων από δόλια χρήση.

 Η τελική κρίση του Δικαστηρίου είναι ότι από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψαν στοιχεία δυνάμενα να θίξουν το κύρος του άρθρου 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΚ) 2252/2004 του Συμβουλίου, της 13ης Δεκεμβρίου 2004, σχετικά με την καθιέρωση προτύπων για τα χαρακτηριστικά ασφαλείας και τη χρήση βιομετρικών στοιχείων στα διαβατήρια και τα ταξιδιωτικά έγγραφα των κρατών μελών, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΚ) 444/2009 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 6ης Μαΐου 2009.











Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου