Τρίτη, 3 Δεκεμβρίου 2013

ΕιρΑθ 5845/2013 Έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση μήνυμα ηλεκτρ. αλληλογραφίας (email)



Η κρινόμενη αίτηση της πιο πάνω αιτούσας, η οποία είναι δικαιούχος απαίτησης από το παρακάτω αναφερόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) αναγνώρισης χρέους, με την οποία διώκεται η έκδοση διαταγής πληρωμής, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ. 1, 625 και 33 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις 623 επ. και 443, 444, 445, 448 του ΚΠολΔ.

Ως ηλεκτρονικό έγγραφο θεωρείται το σύνολο των εγγραφών δεδομένων στο μαγνητικό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας, αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο, είτε στην οθόνη του μηχανήματος, είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή του. Το ηλεκτρονικό έγγραφο δεν συγκεντρώνει μεν τα στοιχεία του (παραδοσιακού) εγγράφου κατά τον ΚΠολΔ, λόγω κυρίως της έλλειψης του στοιχείου της σταθερότητας κατά την ενσωμάτωσή του σε υλικό που παρουσιάζει διάρκεια ζωής, αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοψίας (όπως κατά μία άποψη υποστηρίζεται), αλλά πρόκειται για μία ενδιάμεση μορφή, την οποία ο νομοθέτης ορθώς εξομοίωσε προς τα ιδιωτικά έγγραφα, εν όψει της εγγύτητας προς αυτά (βλ. Κουσούλη, Σύγχρονες Μορφές Έγγραφης Συναλλαγής, 1992, 138-142). Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) ως μέσου επικοινωνίας στο διαδίκτυο, απαιτείται, εκτός της συνδέσεως με κάποιον διαμετακομιστή, ο οποίος παρέχει την υπηρεσία αυτή, μέσω ειδικού λογισμικού το οποίο έχει εγκαταστήσει μόνιμα ο χρήστης στον υπολογιστή του, η χρήση ενός ειδικού κωδικού, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται (ο χρήστης) στο σύστημα, είτε ως αποστολέας, είτε ως λήπτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο κωδικός αυτός αποτελεί την ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail) του χρήστη, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται κατά πρωτότυπο τρόπο από τον ίδιο με τη χρήση χαρακτήρων της επιλογής του, οι οποίοι συνδυάζονται με το σύμβολο «@» και με χαρακτήρες που θέτει ο διαμετακομιστής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο συγκεκριμένος συνδυασμός να αφορά μόνο στον χρήστη που τον έχει ορίσει, χωρίς να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί νόμιμα από άλλον. Η απεικόνιση της διεύθυνσης του αποστολέα πάνω στο μήνυμα, καθιστά αυτόν απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυσή του με άλλο χρήστη του ίδιου συστήματος, ενώ η ταύτισή του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι άρρηκτη. Κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους κανόνες των άρθρων 443 και 444 του ΚΠολΔ αποτελεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του, διότι αυτό δεν είναι απλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο υπάρχει αποθηκευμένο στο λογισμικό ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ενός εγγράφου του οποίου η απεικόνιση μεταφέρεται ενσύρματα ή ασύρματα (τηλεομοιοτυπία, τηλετύπημα). Η τεχνική της αποστολής οδηγεί υποχρεωτικά στην ταύτιση μηνύματος και αποστολέα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι μη μεταβιβάσιμο το μήνυμα, αν δε συνοδεύεται από την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και βεβαίως αν δεν έχει και συγκεκριμένο, υπαρκτό παραλήπτη. Αυτό έχει ως λογική συνέπεια ότι κατά την αποστολή ενός μηνύματος μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η δήλωση βουλήσεως του αποστολέα ταυτίζεται με την ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή τεχνικά η παραλαβή της από τον παραλήπτη και φυσικά είναι ήσσονος σημασίας η μορφή ή η διάταξη με την οποία απεικονίζεται μηχανικά στο έντυπο.
Ο καθορισμός συνεπώς της ηλεκτρονικής διεύθυνσης κατά τρόπο μοναδικό, από τον ίδιο το χρήστη και η δήλωσή της σε κάθε αποστελλόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα συνιστά απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη του και κατ’ αναλογίαν με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 του ΚΠολΔ, η μηχανική του απεικόνισή του σε έντυπο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 444 περ. 3 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, με αποδεικτική δύναμη εις βάρος του εκδότη του (συνδυασμός των άρθρων 443, 444, 445 του ΚΠολΔ), διότι αυτή ακριβώς η μοναδική για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση, που έχει ορισθεί και εφαρμοστεί από τον ίδιο τον αποστολέα, έχει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, έστω και αν δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της τελευταίας. Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξαρτήτως της θέσεως στην οποία εμφανίζεται η ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα σε σχέση με το κείμενο, το οποίο συνοδεύει, κατά την εμφάνισή του στην οθόνη του υπολογιστή, ή τη μηχανική του απεικόνιση σε χαρτί, και αυτό διότι θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ότι η πιστοποίηση του προσώπου του αποστολέα και η δέσμευσή του με την δήλωση βουλήσεως που περιλαμβάνει το μήνυμα, προκαλείται από τη συνολική οργάνωση της συγκεκριμένης διαδικασίας, με την έννοια ότι το οποιοδήποτε κείμενο ως ηλεκτρονικό σήμα συνδυάζεται μόνο με την συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση σε ένα ενιαίο σύνολο, ανεξάρτητα με το με ποιες μορφές μπορεί αυτό να απεικονισθεί με μηχανικό τρόπο και η οποία ουσιωδώς διαφέρει από την παραδοσιακή έννοια του εγγράφου (για την αντίθετη θέση βλ. την BGH JZ 1991 απόφαση του Γερμανικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου σε Κουσούλη, ό.π., 26). Έτσι το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη-αποστολέα του σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 445 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η λειτουργία του συστήματος κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, είναι δυνατόν να υποκρύπτει τον κίνδυνο ότι η αποστολή του συγκεκριμένου μηνύματος έγινε από άλλο πρόσωπο από αυτό στο οποίο ανήκει η συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, κάνοντας χρήση αυτής (με οποιοδήποτε τρόπο) χωρίς την έγκρισή του. Η ελαττωματικότητα αυτή του μηνύματος που εστάλη ευθέως παραπέμπει στις διατάξεις περί πλαστότητας του ΚΠολΔ (460 επ.), εγκαθιστώντας αναστροφή του βάρους αποδείξεως στον επικαλούμενο αυτήν (βλ. Κουσούλη, ό.π., σελ. 147), για τον λόγο ότι η λειτουργία του συστήματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρέχει εγγυήσεις για την πιστότητά της και η οποιαδήποτε παθολογία εμφανίζεται δεν προέρχεται από ελάττωμα του συστήματος, αλλά από επέμβαση τρίτου σε αυτό, γεγονός το οποίο ανήκει στη σφαίρα επιρροής του φερόμενου ως αποστολέα. Με δεδομένα τα ανωτέρω, περιορίζεται ουσιαστικά η ενέργεια της παρ. 4 του άρθρου 457 του ΚΠολΔ στο ζήτημα της ταυτότητας μεταξύ περιεχομένου του σκληρού δίσκου του ηλεκτρονικού υπολογιστή και μηχανικής απεικονίσεώς του, με το σκεπτικό ότι για τον λήπτη ένα ηλεκτρονικό μήνυμα είναι γι’ αυτόν, εισερχόμενο στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και συνεπώς μπορεί να είναι υπεύθυνος για την πιστότητα του αντιγράφου αυτού που έχει παραλάβει.

Περαιτέρω, στις εμπορικές συμβάσεις η τήρηση τύπου είναι υποχρέωση που πηγάζει μόνον ευθέως από το νόμο ή από συμφωνία των συμβαλλομένων, με συνέπεια στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, να εμφανίζεται αδυναμία του ως άνω μηχανισμού να λειτουργήσει, με συνέπεια να προκύπτει η αναγκαιότητα της νομοθετικής παρέμβασης προς την κατεύθυνση αυτή (βλ. Ε. Φιλιπποπούλου, Το νομικό πλαίσιο του ηλεκτρονικού εμπορίου, ΔΕΕ 2000,1088). Στις υπόλοιπες, άτυπες, συμβάσεις, η κατάρτισή τους μπορεί να γίνει μέσω ηλεκτρονικών εγγράφων και ειδικά μέσω του διαδικτύου είτε με συμπλήρωση στοιχείων σε προκαθορισμένες φόρμες των δικτυακών τόπων, είτε με ανταλλαγή δηλώσεων βουλήσεως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Με τις μεθόδους αυτές τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι συμβάλλονται εγκύρως, ακριβώς διότι δεν αμφισβητείται η ταυτότητα του αποστολέα και το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεώς του, έτσι όπως αυτή εξασφαλίζεται κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα με την αναφορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα της ηλεκτρονικής διεύθυνσής του. Κατόπιν αυτών στις συμβάσεις οι οποίες καταρτίζονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στις οποίες εφαρμογή έχει το ελληνικό δίκαιο, η απόδειξη της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων είναι δυνατόν να συντελεσθή υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα μέσω επικυρωμένων από πληρεξούσιο δικηγόρο, αντιγράφων των περιεχομένων στο σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, μηνυμάτων των συμβαλλομένων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 16 Ν 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής κ.λπ.», συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών τρίτων για οποιαδήποτε συναλλαγή θεωρούνται σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνίας καταρτίσεως και υπογραφής από την αρμόδια ΔΟΥ, άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Η διάταξη αυτή, στα πλαίσια των μέτρων που ο προαναφερόμενος νόμος θεσπίζει για την περιστολή της φοροδιαφυγής, ενόψει δε και του υπότιτλου αυτή; (διαδικασία υποβολής στοιχείων για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των επιτηδευματιών), υποχρεώνει τους επιτηδευματίες, που συναλλάσσονται μεταξύ τους ή με τρίτους, να υποβάλλουν, στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ) για θεώρηση τα συμφωνητικά που αφορούν τέτοιες συναλλαγές, προκειμένου τα προερχόμενα από αυτές εισοδήματα, στον προσδιορισμό των οποίων αποβλέπει, να μη διαφεύγουν από την προβλεπόμενη γι’ αυτά φορολογία με την κατασκευή εκ των υστέρων ανακριβών φορολογικών στοιχείων και συνακόλουθα να διαπιστώνεται η πραγματική φοροδοτική ικανότητα των επιτηδευματιών και να επιβάλλεται το προσήκον φορολογικό βάρος.
Ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού της, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 16 Ν 1882/1990 είναι φανερό ότι δεν καθιερώνεται γενικώς το ανίσχυρο κάθε συμφωνητικού, εφόσον τούτο δεν έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα προς θεώρηση στην αρμόδια ΔΟΥ, αλλά η δυσμενής αυτή συνέπεια ισχύει μόνον έναντι της φορολογικής αρχής, χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων, δηλαδή η κύρωση της μη τήρησης της παραπάνω διατύπωσης δεν συνάπτεται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης και δεν σημαίνει ότι τα συμφωνητικά είναι ανεπίτρεπτα και απαγορευμένα ως αποδεικτικά μέσα της απαιτήσεως μεταξύ των ήδη διαδίκων, για μόνο το λόγο ότι δεν έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα στην αρμόδια ΔΟΥ για θεώρηση (βλ. ΑΠ 1968/2002 ΔΕΕ 2002,334 επ.)

Η αιτούσα ζητεί να εκδοθεί Διαταγή Πληρωμής κατά της καθ’ ης με βάση τα έγγραφα που αναφέρονται στην αίτησή της, ήτοι: 1) το νόμιμα χαρτοσημασμένο επικυρωμένο αντίγραφο του από 18:46:45 11 Oct 2012 ηλεκτρονικού μηνύματος (e-mail) που απέστειλε η καθ’ ης στην αιτούσα, και ειδικότερα ο νόμιμος εκπρόσωπός της, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ήτοι από την ηλεκτρονική διεύθυνσή του (m.@.com) στην ηλεκτρονική διεύθυνση της αιτούσας, και ειδικότερα στον διευθυντή του ξενοδοχείου της αιτούσας, ήτοι (@hotmail.com), με το οποίο η καθ’ ης επιβεβαίωσε- ανεγνώρισε το ποσό της προς την αιτούσα οφειλής της. Το εν λόγω από 18:46:45 11 Oct 2012 ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail), που απέστειλε η καθ’ ης στην αιτούσα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αποτελεί αποτύπωση από την εγγραφή δεδομένων στο μαγνητικό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή της καθ’ ης, η οποία αφού έγινε αντικείμενο επεξεργασίας, με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατέστη αναγνώσιμη από τον εκτυπωτή της συσκευής του ηλεκτρονικού υπολογιστή της αιτούσας. Κατά τον τρόπο αυτό αποτυπώθηκε μηχανικά το γεγονός της αυτόματης μετάδοσης του μηνύματος σε δύο ταυτόσημα κείμενα, εκείνο που παραμένει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της καθ’ ης-αποστολέα και εκείνο που καταχωρήθηκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της αιτούσας-αποδέκτη. Συνεπώς, το ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα, δεδομένου ότι περιήλθε στην αιτούσα, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο προερχόμενο από τον εκδότη, η ηλεκτρονική διεύθυνση του οποίου έχει αποτυπωθεί σε αυτό, παρέχει δε πλήρη απόδειξη για τα γεγονότα ή τα πράγματα που αναγράφει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 445 και 448 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2) επικυρωμένο αντίγραφο του από 17:59:41 11 Oct 2012 ηλεκτρονικού μηνύματος (e-mail), που απέστειλε η αιτούσα στην καθ’ ης, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και ειδικότερα από τον διευθυντή του ξενοδοχείου της αιτούσας, ήτοι (@hotmail.com) στην ηλεκτρονική διεύθυνση του νόμιμου εκπροσώπου της καθ’ ης, ήτοι (m@.com). από το οποίο προκύπτει η αιτία της οφειλής της καθ’ ης προς την αιτούσα. Το ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα, δεδομένου ότι περιήλθε στην καθ’ ης, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη αποτελεί και αυτό ιδιωτικό έγγραφο προερχόμενο από τον εκδότη, η ηλεκτρονική διεύθυνση του οποίου έχει αποτυπωθεί σε αυτό, παρέχει δε πλήρη απόδειξη για τα γεγονότα ή τα πράγματα που αναγράφει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 445 και 448 παρ. 2 ΚΠολΔ. 3) Αντίγραφο του δημοσιευμένου υπ’ αριθμ. …/18.4.2008 ΦΕΚ ΑΕ – ΕΠΕ με θέμα την τροποποίηση του καταστατικού της καθ’ ης. 4) Αντίγραφο του δημοσιευμένου υπ’ αριθμ. …/10.7.2012 ΦΕΚ ΑΕ – ΕΠΕ με θέμα τη συγκρότηση ΔΣ της καθ’ ης από το οποίο προκύπτει ότι νόμιμος εκπρόσωπος της καθ’ ης το εν λόγω χρονικό διάστημα ήταν ο N.K., του οποίου το όνομα αναγράφεται και στα παραπάνω προσκομιζόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails) να εκπροσωπεί στην εν λόγω εμπορική συναλλαγή την καθ’ ης. 5) Την υπ’ αριθμ. …/19.12.2012 Έκθεση Επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Τ. με την οποία επιδόθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της καθ’ ης, Εξώδικη Δήλωση της αιτούσας προς την καθ’ ης με την οποία η αιτούσα όχλησε εκ νέου την καθ’ ης να την εξοφλήσει μέσα σε δύο μέρες από την κοινοποίηση, η τελευταία δε δεν ανταποκρίθηκε. 6) Επικυρωμένο αντίγραφο της από 30.10.2012 εξώδικης δήλωσης-αναγγελίας-γνωστοποίησης, με την οποία η αιτούσα ανήγγειλε και διαμαρτυρήθηκε στην Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Κρήτης-ΠΥΤ για την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της καθ’ ης, και 7) την από 8.1.2013 συστημένη επιστολή την οποία της κοινοποίησε ο EOT αφού έλαβε υπόψη του την παραπάνω γνωστοποίηση αναγγελίας.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, στηριζόμενη στα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, νόμιμα και αρμόδια καθύλην και κατά τόπο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, είναι δε νόμιμη, παραδεκτή και ορισμένη και αποδεικνύεται ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, από τα παραπάνω προσκομιζόμενα έγγραφα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου