Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2009

Παρουσίαση Έκθεσης Πεπραγμένων Έτους 2008 Αρχής Προστασίας Δεδομένων

Παρουσιάσθηκε σήμερα, στις 1-7-2009 η Ετήσια Έκθεση Πεπραγμένων Έτους 2008 της Αρχής Προστασίας Δεδομένων.

Ενδιαφέρον παρουσιάζουν καταρχήν τα στατιστικά στοιχεία που παρουσιάζονται. Αναφέρεται ότι το 2008, η Αρχή διεκπεραίωσε 1838 υποθέσεις, στις οποίες συγκαταλέγονται προσφυγές ή καταγγελίες, ερωτήματα, γνωστοποιήσεις και αιτήσεις για άδεια τήρησης αρχείου ευαίσθητων δεδομένων ή διαβίβασης σε χώρες εκτός Ε.Ε. Ειδικότερα, η Αρχή εξέτασε 263 προσφυγές ή καταγγελίες και 596 ερωτήματα υπευθύνων επεξεργασίας ή πολιτών σχετικά με τη νομιμότητα συγκεκριμένης επεξεργασίας ή τον τρόπο εφαρμογής της σχετικής νομοθεσίας. Ερεύνησε 892 γνωστοποιήσεις αρχείων και επεξεργασιών, από τις οποίες οι 477 αφορούσαν στην εγκατάσταση και λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Χορήγησε ή ανανέωσε 87 άδειες τήρησης αρχείων ευαίσθητων δεδομένων και διαβίβασης δεδομένων σε χώρες εκτός ΕΕ και ασχολήθηκε με 44 υποθέσεις πρόσβασης και αντίρρησης σχετικά με το Πληροφοριακό Σύστημα Σενγκεν, ενώ πραγματοποίησε 5 διοικητικούς ελέγχους αρχείων και επεξεργασιών στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας, την Ελληνική Αστυνομία και την εταιρεία «CALINO Α.Ε.».

Σε 24 από τις αποφάσεις της Αρχής επιβάλλονται κυρώσεις σε υπευθύνους επεξεργασίας. Σε 18 περιπτώσεις η Αρχή επέβαλε πρόστιμο το ύψος του οποίου κυμάνθηκε από 3.000 έως 150.000 Ευρώ. Συνολικά, η Αρχή επέβαλε πρόστιμα ύψους 673.000 Ευρώ. Σε 8 περιπτώσεις επιβλήθηκε η κύρωση της προειδοποίησης και σε 4 περιπτώσεις η Αρχή διέταξε την ολική ή μερική καταστροφή αρχείων δεδομένων. Η Αρχή επέβαλε τις κυρώσεις για παραβίαση κυρίως των διατάξεων που αναφέρονται στις προϋποθέσεις επεξεργασίας, τη γνωστοποίηση και την υποχρέωση λήψης άδειας επεξεργασίας ευαίσθητων δεδομένων ή διαβίβασης δεδομένων σε χώρες εκτός ΕΕ, την ενημέρωση και το δικαίωμα πρόσβασης και αντίρρησης των υποκειμένων και την ασφάλεια των δεδομένων, αλλά και των διατάξεων της Οδηγίας 1122-2000 της Αρχής για τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης.

Η Έκθεση αναφέρει περαιτέρω τις κεντρικές ενότητες θεμάτων με τα οποία ασχολήθηκε, όπως είναι η πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα, τα κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης, ανεπιθύμητη αλληλογραφία, χρηματοπιστωτικός τομέας, εργασιακός τομέας, σύστημα πληροφοριών Σένγκεν, στοιχεία βιομετρίας.

Κατ' αντιγραφή παραθέτουμε τα συμπεράσματα της Έκθεσης:

Οι διεθνείς τάσεις και οι διαπιστώσεις με βάση τα στοιχεία της Ετήσιας Έκθεσης 2008 οδηγούν σε μια σειρά συμπερασμάτων και προτεινόμενων δράσεων για την αποτελεσματικότερη προστασία των προσωπικών δεδομένων.

1. Σε ευρωπαϊκό επίπεδο απαιτείται μελέτη για τυχόν τροποποιήσεις του θεσμικού πλαισίου ώστε αυτό να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του 21ου αιώνα, με δεδομένο ότι από το στατικό μοντέλο επεξεργασίας περνούμε σταδιακώς στο μοντέλο της διασυνοριακής, διάχυτης, σε ορισμένες περιπτώσεις άδηλης, καθώς και πολυεπίπεδης επεξεργασίας. Ως παράδειγμα αναφέρω τα νέα ψηφιακά εργαλεία (μηχανές αναζήτησης, RFIDs, βιομετρία, υπηρεσίες γεωχωρικού εντοπισμού κ.α.), τις τεχνολογίες διάχυτου υπολογισμού, τα ιστολόγια και τις υπηρεσίες κοινωνικής δικτύωσης (όπως το Facebook), οι οποίες δεν αποτελούν απλώς υπηρεσίες διασκέδασης αλλά χρησιμοποιούνται για την ανάπτυξη νέων επιχειρηματικών μοντέλων και μοντέλων συμμετοχικής δημοκρατίας. Επίσης, το καθεστώς της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας αναδεικνύει καινοφανή επιχειρηματικά μοντέλα που με τη σειρά τους οδηγούν σε νέες μορφές επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων. Υπό αυτές τις συνθήκες ορισμένες έννοιες, όπως του υπευθύνου επεξεργασίας, των προσωπικών δεδομένων κλπ. χρήζουν αναθεώρησης. Τέλος, η νέα Συνθήκη της Λισαβώνας απαιτεί επανεξέταση των προϋποθέσεων νόμιμης επεξεργασίας ώστε με την κατάργηση των τριών πυλώνων της Ε.Ε. το επίπεδο της προστασίας των προσωπικών δεδομένων να ισχύσει και στον ευρύτερο τομέα της εθνικής και δημόσιας ασφάλειας. Ωστόσο μέχρι την τροποποίηση του ευρωπαϊκού θεσμικού πλαισίου απαιτείται η εξάντληση των ορίων για εύλογη και ομοιόμορφη –σε ευρωπαϊκό επίπεδο- εφαρμογή του ισχύοντος δικαίου έτσι ώστε να αντιμετωπισθούν αποτελεσματικά οι νέες προκλήσεις. Στο πλαίσιο αυτό η Αρχή αφενός συμβάλλει στη διαμόρφωση των ευρωπαϊκών θέσεων αφετέρου ακολουθεί τις απόψεις που διαμορφώνει το συλλογικό όργανο της Ομάδας Εργασίας του Άρθρου 29.

2. Οι τεχνολογικές λύσεις που επιλέγονται τόσο από τον ιδιωτικό όσο και από το δημόσιο τομέα θα πρέπει να υποστηρίζουν την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Ο ιδιωτικός τομέας θα πρέπει να αντιληφθεί ότι η προστασία των προσωπικών δεδομένων δεν αποτελεί εμπόδιο στις συναλλαγές αλλά πτυχή της αειφόρου ανάπτυξης, μέτρο κοινωνικής ευθύνης και ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Ο δημόσιος τομέας θα πρέπει να προάγει την επιλογή τεχνολογικών λύσεων που κατά το δυνατό συνδυάζουν την προστασία των προσωπικών δεδομένων με τις ανάγκες της δημόσιας διοίκησης σε πληροφορία ώστε να εκτελεί τις αρμοδιότητές της. Τέτοιες τεχνολογικές λύσεις υπάρχουν και είναι εφικτές με μεγαλύτερο μεν οικονομικό κόστος αλλά με σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα.

3. Ειδικότερα, όσον αφορά στα μέτρα για τη δημόσια ασφάλεια θα ήθελα επιπλέον να επισημάνω την ανάγκη σεβασμού από την Πολιτεία των γενικών αρχών του δικαίου, ότι δηλαδή ένα μέτρο που περιορίζει τα ατομικά δικαιώματα πρέπει να υπακούει στην αρχή της αναλογικότητας, δηλαδή να είναι πρόσφορο και πραγματικά αναγκαίο, όχι απλώς χρήσιμο, για την επίτευξη της δημόσιας ασφάλειας και βεβαίως να θεσπίζεται με νόμο. Αυτές οι γενικές αρχές αποτυπώνονται στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ, και ο σεβασμός τους αποτελεί πλέον καταγεγραμμένο στόχο της ελληνικής δημόσιας διοίκησης στο πρόγραμμα για τη «Διοικητική Μεταρρύθμιση».

4. Όπως ελέχθη η διαχείριση από τη Δημόσια Διοίκηση των αιτημάτων πρόσβασης σε δημόσια έγγραφα δημιουργεί συγκρούσεις και σημαντική ενασχόληση στην Αρχή αλλά και σε άλλες ανεξάρτητες αρχές. Η δημόσια διοίκηση διστάζει ή και δυστροπεί να εφαρμόσει ευθέως το νόμο. Είναι όμως αληθές ότι η παράλληλη ισχύς διαφορετικών ρυθμίσεων (Κώδικας Διοικ. Διαδικασίας, Οργανισμός Δικαστηρίων, για την εισαγγελική παραγγελία, ν.2472/97 και επί μέρους νομοθετήματα) δημιουργεί δυσχέρειες στην ομοιόμορφη ερμηνεία και εφαρμογή της νομοθεσίας. Δεν αρκεί, όπως προβλέπεται, η διοικητική κωδικοποίηση των ισχυουσών διατάξεων, αλλά απαιτείται νέα εναρμονισμένη νομοθετική ρύθμιση.

5. Η υπερδεκαετής εφαρμογή του ιδρυτικού νόμου της Αρχής έχει καταδείξει την ανάγκη τροποποιήσεων με στόχο την αποτελεσματικότερη λειτουργία της. Επιβάλλεται, μεταξύ άλλων, να μελετηθούν μεταρρυθμίσεις στη σύνθεση και στις αρμοδιότητες του συλλογικού οργάνου των μελών και του προσωπικού της Γραμματείας της Αρχής, να αναθεωρηθούν ουσιαστικές διατάξεις για την στάθμιση συγκρουόμενων εννόμων αγαθών, να απλουστευθούν διαδικασίες που δημιουργούν γραφειοκρατική επιβάρυνση, να προσδιορισθούν τα κριτήρια προτεραιοτήτων κατά την έρευνα υποθέσεων, να αναθεωρηθεί το πλαίσιο των εξουσιοδοτήσεων για την έκδοση κανονιστικών πράξεων και να μεταβληθεί το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των ελεγκτών.
Προς τούτο πρέπει να συσταθεί ομάδα εργασίας ή νομοπαρασκευαστική επιτροπή με στελέχη της Αρχής και εξωτερικούς εμπειρογνώμονες που θα καταρτίσει το πρώτο προσχέδιο νόμου. Η απασχόληση των ολιγάριθμων ελεγκτών με την τρέχουσα εργασία δεν έχει επιτρέψει την έναρξη της σχετικής διαδικασίας.

6. Ανεξάρτητα από την τροποποίηση του ιδρυτικού νόμου, πρέπει να γίνει δεκτή η υποβληθείσα πρόταση για το διπλασιασμό των οργανικών θέσεων σε μία τριετία. Με την παρούσα οργανική σύνθεση του προσωπικού η Αρχή αδυνατεί να ανταποκριθεί στην αποστολή της. Παράλληλα πρέπει να επεκταθεί το καθεστώς πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης, που ισχύει για τον Πρόεδρο , σε τέσσερα ακόμη μέλη της Αρχής.

7. Όπως αναφέρεται και στην προηγούμενη ετήσια έκθεση, η Αρχή οφείλει να αναπτύξει περισσότερο την προληπτική δράση της. Απαιτείται η έκδοση νέων οδηγιών και αναθεώρηση των παλαιών, διενέργεια περισσότερων διοικητικών ελέγχων, εκπόνηση ειδικών μελετών και κωδίκων δεοντολογίας στις νέες τεχνολογίες σε συνεργασία με τους αρμόδιους φορείς κάθε τομέα. Προς το παρόν η προληπτική δραστηριότητα είναι περιορισμένη λόγω ελλείψεως του αναγκαίου ανθρώπινου δυναμικού. Η παραμέληση του προληπτικού και ρυθμιστικού ρόλου της Αρχής έχει ως αποτέλεσμα τον εγκλωβισμό της στην εξέταση ατομικών παραπόνων και την αδυναμία της να είναι αποτελεσματική σε συλλογικό επίπεδο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου