Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

ΕΤΗΣΙΑ ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΚΑΙ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΧΡΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΟΙΚΤΩΝ ΔΕΔΟΜΕΝΩΝ

Στις 19/2/2016 τέθηκε σε δημόσια διαβούλευση από το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης η Ετήσια Έκθεση για τη διάθεση και περαιτέρω χρήση ανοικτών δεδομένων (βλ.: http://www.opengov.gr/ypes/?p=3541). 

Σύμφωνα με την έκθεση, οι πολιτικές ανοιχτών δεδομένων, οι οποίες ενθαρρύνουν την ευρεία διαθεσιμότητα και την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα για προσωπικούς ή εμπορικούς σκοπούς, με ελάχιστους ή καθόλου νομικούς, τεχνικούς ή οικονομικούς περιορισμούς, και οι οποίες προωθούν την κυκλοφορία των πληροφοριών όχι μόνο για τους οικονομικούς φορείς αλλά και για το κοινό, μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην ταχεία ανάπτυξη υπηρεσιών που βασίζονται σε νέους τρόπους συνδυασμού και χρησιμοποίησης αυτών των πληροφοριών και τόνωσης της οικονομικής ανάπτυξης. Το προσδοκώμενο ωφέλιμο αποτέλεσμα έγκειται στην ενίσχυση τόσο της διαφάνειας και της συμμετοχής, όσο και στην δημιουργία νέων ευκαιριών για φορείς της κοινωνίας των πολιτών και (νεοφυών) επιχειρήσεων, ώστε να παράσχουν υπηρεσίες προστιθέμενης αξίας, αξιοποιώντας τα δεδομένα που προσφέρονται ανοικτά από τους δημόσιους φορείς.
Την παρούσα χρονική περίοδο, έχει συνταχθεί σχέδιο έκθεσης το οποίο αφορά την περιγραφή του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου, το σύνολο των ενεργειών οι οποίες ανελήφθησαν το 2015 από το Υπουργείο και τα βασικά σημεία του σχεδιασμού ως προς την πολιτική των ανοικτών δεδομένων για το έτος 2016. Ειδικότερα, η έκθεση διαρθρώνεται στα εξής κεφάλαια:

1. Εισαγωγή – Ιστορική εξέλιξη (Θεσμικό πλαίσιο του Ν. 3448/2006 (Α’ 57) – Επιχειρησιακή διάσταση
2. Διεργασίες σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης για την πολιτική των ανοικτών δεδομένων
3. Ανοικτή διάθεση και περαιτέρω χρήση εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων του δημόσιου τομέα: το κεφ. Α του Ν. 4305/2014 (237/Α’) (Θεσμικό πλαίσιο – Επιχειρησιακή διάσταση – ποσοτική και ποιοτική αποτίμηση αποτελεσμάτων – σχέσεις με διεθνείς οργανισμούς)
4. Γενική Αποτίμηση Πολιτικής
5. Σχέδιο δράσης για το έτος 2016 (Εντοπισμός κρίσιμων φορέων της Διοίκησης για την εφαρμογή της πολιτικής των ανοικτών δεδομένων – Διάσταση υποδομών – Συμμετοχή μετόχων εκτός της Διοίκησης: αξιολόγηση αναγκαιότητας/δυνατότητας/οφέλους – Ενδυνάμωση της περαιτέρω χρήσης από φορείς του δημοσίου τομέα και λοιπούς ενδιαφερόμενους – Πτυχές οικονομικής αποτίμησης)


Τα συμπεράσματα της έκθεσης είναι τα εξής:

- Ως προς το ισχύον θεσμικό πλαίσιο: Το αναθεωρημένο θεσμικό πλαίσιο, το οποίο υιοθετήθηκε με το Ν. 4305/2014, τροποποιώντας το αντίστοιχο το οποίο είχε εγκαθιδρυθεί με το Ν. 3448/2006, συνιστά άμεση και πλήρη ανταπόκριση και ευθυγράμμιση αφενός στην ευρωπαϊκή πολιτική και αφετέρου στη διεθνή πρακτική. Τα ανοικτά δεδομένα συνιστούν προτεραιότητα στη δημόσια διοίκηση, αποτελώντας μια οριζόντια πρόβλεψη την οποία όλοι οι φορείς οι οποίοι εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Νόμου καλούνται να εφαρμόσουν, καταγράφοντας και αξιολογώντας μέσω συγκεκριμένης διαδικασίας τα σύνολα εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων τα οποία έχουν στην κατοχή τους και να αναρτήσουν στο κεντρικό αποθετήριο, το data.gov.gr. Η κατοχύρωση της εξ ορισμού αρχής της ανοικτής διάθεσης αποτελεί μία καινοτομία, η οποία διασφαλίζει την εφαρμογή του Νόμου, μεταθέτοντας το βάρος απόδειξης για πιθανή άρνησης πρόσβασης σε δεδομένα στον εκάστοτε φορέα, καλώντας τον να θεμελιώσει την άρνηση παροχής δεδομένων σε συγκεκριμένη νομική βάση απορρήτων, προσωπικών δεδομένων και λοιπών περιορισμών. 

- Ως προς το βαθμό υιοθέτησης της πολιτικής: Το Υπουργείο Εσωτερικών και Διοικητικής Ανασυγκρότησης, μέσω της Διεύθυνσης Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, υιοθέτησε άμεσα μία σειρά ενεργειών για τη διάχυση της πολιτικής και τη γνωστοποίηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την υιοθέτηση του Ν. 4305/2014, τόσο μέσω εγκυκλίων, όσο και μέσω συναντήσεων και λοιπών άμεσων επικοινωνιών. Ωστόσο, η ανάλυση των αποτελεσμάτων, τόσο σε ποιοτικό όσο και σε ποσοτικό επίπεδο, καταδεικνύει περιορισμένη ανταπόκριση των φορέων στην εφαρμογή της πολιτικής των ανοικτών δεδομένων. 

Ειδικότερα, τα προβλήματα τα οποία εντοπίζονται θα μπορούσαν να συνοψιστούν ως ακολούθως: 

  • Η ανταπόκριση κρίσιμων φορέων της δημόσιας διοίκησης θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως εξαιρετικά περιορισμένη. Μεγάλη υστέρηση εντοπίζεται στα Υπουργεία, τα οποία λόγω του θεσμικά κατοχυρωμένου, επιτελικού ρόλου τους, διαθέτουν πλήθος δεδομένων, βάσει των οποίων θα μπορούσαν να αναπτυχθούν εφαρμογές υψηλής προστιθέμενης αξίας. Θεματικές ενότητες όπως η Παιδεία, η Υγεία, η Εργασία, η Κοινωνική Ασφάλιση, η Οικονομία, οι Μεταφορές δεν έχουν ανοίξει τα δεδομένα τους. Επομένως, η ενεργοποίηση των καθ’ύλην αρμόδιων Υπουργείων συνιστά προτεραιότητα για την ουσιαστική πραγμάτωση της πολιτικής. 
  • Οι υποδομές οι οποίες έχουν αναπτυχθεί για να υποστηρίξουν το Μητρώο Ανοικτών Δεδομένων του Δημοσίου χρήζουν περαιτέρω βελτιώσεων για να είναι σε θέση να υποστηρίξουν τις ανάγκες οι οποίες απορρέουν από την εφαρμογή του Ν. 4305/2014. Ο υφιστάμενος διαδικτυακός τόπος www.data.gov.gr υλοποιήθηκε σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα και με περιορισμένες λειτουργικές δυνατότητες, με σκοπό την άμεση κάλυψη των απαιτήσεων της σχετικής νομοθεσίας, χωρίς όμως να μπορεί να υποστηρίξει τεχνολογικά την πλήρη εφαρμογή της στο σύνολο του δημοσίου τομέα και την αναμενόμενη μελλοντική ζήτηση χρήσης των διαθέσιμων ανοικτών δεδομένων. Για το λόγο αυτό, είναι αναγκαίος ο περαιτέρω ανασχεδιασμός του. 
  • Η συμμετοχή μετόχων εκτός της Διοίκησης κρίνεται περιορισμένη. Δεδομένης της εξωστρεφούς φύσης της πολιτικής των ανοικτών δεδομένων, κρίνεται αναγκαία η συμμετοχή φορέων εκτός της Δημόσιας Διοίκησης, οι οποίοι λόγω της τεχνογνωσίας στο πεδίο των ανοικτών δεδομένων, δύνανται να συνεισφέρουν σε κάθε στάδιο εφαρμογής της πολιτικής, ιδίως ως προς τα δεδομένα στα οποία εκδηλώνεται ενδιαφέρον για την ανάπτυξη εφαρμογών. 
  • Ακόμα και στις περιπτώσεις οπού φορείς έχουν προβεί σε άνοιγμα των δεδομένων τους, η περαιτέρω χρήση τόσο από φορείς του δημόσιου τομέα όσο και από κάθε πιθανό ενδιαφερόμενο παραμένει περιορισμένη. Παρατηρείται ότι ιδίως φορείς, εκτός του δημοσίου τομέα, δε γνωρίζουν την πολιτική των ανοικτών δεδομένων και των ωφελειών που μπορούν να αντληθούν από τη διάχυση της πολιτικής. Επομένως, η γνωστοποίηση της πολιτικής και η παροχή εργαλείων τα οποία διευκολύνουν την περαιτέρω χρήση συνιστούν πεδία προς βελτίωση. 
  • Ο όγκος των συνόλων εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων τα οποία έχουν αναρτηθεί στο data.gov.gr δεν έχει καταστήσει ακόμα εφικτή την αποτίμηση των οικονομικών ωφελειών από την πολιτική των ανοικτών δεδομένων. Κρίνεται αναγκαία η προσπάθεια για ποσοτικοποίηση των ωφελειών από τα ανοικτά δεδομένα, με σκοπό την επίτευξη συγκεκριμένων εξοικονομήσεων. 
  • Η ποιότητα των συνόλων εγγράφων, πληροφοριών και δεδομένων τα οποία έχουν αναρτηθεί στο data.gov.gr απέχει από την ιδανική εφαρμογή των προβλέψεων της σχετικής νομοθεσίας τόσο σε ότι αφορά το περιεχόμενο όσο και τον μορφότυπο τους χωρίς ωστόσο να λείπουν και παραδείγματα καλής εφαρμογής. Καταληκτικά, η προσπάθεια που έχει καταβληθεί από το Υπουργείο, η οποία στόχευσε κατ’ αρχήν στην σώρευση μίας κρίσιμης μάζας δεδομένων στο portal και η οποία αντανακλάται στον εικοσιαπλασιαμό των αναρτηθέντων datasets καταδεικνύει την ύπαρξη μίας δυναμικής η οποία, κυρίως λόγω της περιορισμένης ανταπόκρισης κρίσιμων φορέων, παραμένει ανεκμετάλλευτη. 


Η προαναφερόμενη περιορισμένη ανταπόκριση, ιδίως μεγάλων διοικητικών σχηματισμών, όπως τα Υπουργεία, ασφαλώς υποδηλώνει αδυναμία ή/και απροθυμία υιοθέτησης θεμελιωδών έστω στοιχείων κουλτούρας ανοικτής διοίκησης, η οποία συνιστά ένα από τα μείζονα βήματα για την πραγμάτωση της διοικητικής μεταρρύθμισης. Έχοντας εντοπίσει τα συγκεκριμένα πεδία τα οποία χρήζουν περαιτέρω βελτίωσης, ο σχεδιασμός του Υπουργείου για το έτος 2016 επικεντρώνεται στις ενέργειες που απαιτούνται για την ειδικότερη αντιμετώπισή τους ώστε, εφόσον επιτευχθεί ένας ικανός αριθμός σημαντικών ποιοτικά datasets να είναι εφικτή η διερεύνηση διαστάσεων που αφορούν αφενός την περαιτέρω χρήση αυτών και αφετέρου το όφελος της εξεταζόμενης πολιτικής στην πραγματική οικονομία.






Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2016

Παραβίαση προσωπικών δεδομένων από Τράπεζα κατά τη διαβίβαση δεδομένων σε Εταιρία Ενημέρωσης Οφειλών

ΕιρΑθ 96/2016



Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Ανθούλα Δήμητσα, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ζ. Δερμεντζόγλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του, στις 10.11.2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΑ: ... Δικηγόρου, ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΉΣ: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία «... Α.Ε.», νομίμως εκπροσωπούμενης, που εδρεύει στην Αθήνα, η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Θ. Π.

Ο ενάγων με την από 8.9.2015 με αρ. κατ. 1103/2015 αγωγή του, η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την ανωτέρω δικάσιμο, αιτείται τα αναφερόμενα σ' αυτή.

Ακολούθησε συζήτηση, όπως σημειώνεται στα Πρακτικά.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ


Με την κρινόμενη ο ενάγων εκθέτει ότι, στις 17.2.2015, η εναγόμενη διαβίβασε,- χωρίς προηγούμενη ενημέρωση του ως όφειλε, κατά την διάταξη του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 του Ν. 2472/1997 και χωρίς την λήψη της ρητής και σαφούς συγκατάθεσης του, κατά την διάταξη του άρθρου 5 του Ν. 2472/1997,- τα συλλεγέντα, στις 22.8.2008, κατά την κατάρτιση σύμβασης χορήγησης πιστωτικής κάρτας, αναφερόμενα προσωπικά του δεδομένα, στην Εταιρεία Ενημέρωσης Οφειλετών για ληξιπρόθεσμες Απαιτήσεις με την επωνυμία «Pano Inform Α.Ε.», υπάλληλος της οποίας τον κάλεσε, στις 17.2.2015, για να τον ενημερώσει για την ληξιπρόθεσμη οφειλή του και να διαπραγματευθεί τον τρόπο και χρόνο αποπληρωμής της. Ότι από την ως άνω παράνομη πράξη και παράλειψη της εναγόμενης, που, δια των προστηθέντων της, διαβίβασε τα προσωπικά του δεδομένα σε απροσδιόριστο αριθμό τρίτων ατόμων, κατά παράβαση των διατάξεων του ως άνω Νόμου, υπέστη ηθική βλάβη και για τους λόγους αυτούς αιτείται να υποχρεωθεί (η εναγόμενη), με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να του καταβάλλει ως χρηματική ικανοποίηση το, κατ' ελάχιστον οριζόμενο από την διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 του ως άνω Νόμου, ποσόν των 5.869, 40 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από της επιδόσεως της κρινόμενης και να καταδικασθεί στην δικαστική του δαπάνη.

Η αγωγή αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρα 14 παρ. 1α, 25, 37 ΚΠολΔ), κατά την διαδικασία των άρθρων 664επ. ΚΠολΔ (άρθρο 23 παρ. 3 Ν 2472/1997), είναι επαρκώς ορισμένη, απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγόμενης και παρεπόμενα νόμιμη στηριζόμενη στις κατωτέρω αναφερόμενες διατάξεις του Ν. 2472/1997 και σ' αυτές των άρθρων 345, 346 ΑΚ, 907, 908, 176 ΚΠολΔ και θα πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα καθόσον καταβάλλεται το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (υπ' αρ. 249409 και 254425 αγωγόσημα).

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα και της ανώμοτης εξέτασης του ενάγοντα (417 ΚΠολΔ), που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με τη παρούσα Πρακτικά, του συνόλου (671 ΚΠολΔ) των προσκομιζόμενων με επίκληση εγγράφων σε συνδυασμό με τα διδάγματα της Κοινής πείρας και λογικής (336 παρ. 4 ΚΠολΔ) και τις ομολογίες, που συνάγονται από το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων (261 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, με την από 22.8.2008 αίτηση του, υποβληθείσα στην εναγόμενη, ζήτησε την χορήγηση πιστωτικής κάρτας και γνωστοποίησε στην τελευταία τα απλά προσωπικά δεδομένα του, που ήταν αναγκαία για την κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης, ήτοι το όνομα, επώνυμο, πατρώνυμο, ημερομηνία γέννησης, αριθμό δελτίου ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου και επάγγελμα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη, που είχε υπογράψει με την ανώνυμη εταιρεία του άρθρου 7 Ν. 3758/2009 με την επωνυμία «ΡΑΝΟ INFORM Α.Ε.», την από 2.11.2009 σύμβαση παροχής υπηρεσιών,- λόγω ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής από την ως άνω πιστωτική κάρτα, ήτοι υπερημερίας του ενάγοντα-, διαβίβασε, χωρίς την προηγούμενη οφειλόμενη, κατ' άρθρο 11 Ν. 2472/1997 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσας υπ' αρ. 1/1999 κανονιστικής πράξης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ 555 Β76.5.1999), ενημέρωση του, τα ως άνω (απλά) προσωπικά δεδομένα του ως και το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής του, στην ως άνω εταιρεία, η οποία προέβη σε χρήση αυτών, καλώντας τον τηλεφωνικά, δια προστηθέντος υπαλλήλου της, στις 17.2.2015. Όπως προκύπτει από τον όρο 23 της ως άνω σύμβασης, το περιεχόμενο του οποίου έχει ως εξής: «Καθυστέρηση ολοσχερούς εξόφλησης από τον κάτοχο των ελαχίστων καταβολών ή του ποσού που αναφέρεται ως άμεσα πληρωτέο...και να αναθέσει την είσπραξη των οφειλομένων σε τρίτα, προς την Τράπεζα, φυσικά ή νομικά πρόσωπα, γνωστοποιώντας για τον σκοπό αυτό όσα προσωπικά στοιχεία του κατόχου ή/και του εγγυητή κρίνει απαραίτητο», ως και των υπ' αρ. 19 και 21.1 «επικαιροποιημένων όρων χρήσης, που του απεστάλησαν μαζί με το αντίγραφο κίνησης του λογαριασμού της κάρτας του», η παράθεση του περιεχομένου των οποίων παρέλκει καθόσον προσιδιάζουν στο ανωτέρω ήδη εκτιθέμενο (περιεχόμενο), η υποχρέωση της εναγόμενης-υπεύθυνου επεξεργασίας, όπως διαγράφεται από την διάταξη του άρθρου 11 Ν. 2472/1997 και την κατ' εξουσιοδότηση του νόμου αυτού εκδοθείσα υπ' αρ. 1/1999 κανονιστική πράξη της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (ΦΕΚ 555 Β76.5.1999), για ενημέρωση του υποκειμένου-ήδη ενάγοντα, ανεξαρτήτως συγκατάθεσης του, ουδόλως τηρήθηκε, προ της διαβίβασης, στις 17.2.2015, των προσωπικών του δεδομένων στην ως άνω μη διάδικο ανώνυμη εταιρεία. Τέλος αποδείχθηκε ότι, από την ως άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγόμενης, που όφειλε να γνωρίζει τον κίνδυνο επέλευσης ζημίας λόγω των παρανόμων παραλείψεων και πράξεων της, ο ενάγων  υπέστη αιτιωδώς συνυφασμένη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας, δεδομένων των συνθηκών τέλεσης, της έντασης της προσβολής της έννομης τάξης, του βαθμού πταίσματος της, του κοινωνικού ρόλου, που οφείλει να επιτελεί, πέραν του οικονομικού/ κερδοσκοπικού, του οικονομικού μεγέθους της και της κοινωνικής και οικονομικής θέσης του ενάγοντα, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να οριστεί στο ποσό των 5.869, 40 ευρώ (ΑΠ 1740/2013, ΕφΑΘ 1437/2014, 3833/2003 ΤΝΠ Νόμος). Ο ισχυρισμός της εναγόμενης ότι δεν είχε δυνατότητα πρόβλεψης της βλάβης του ενάγοντος (άρθρο 23 παρ. 1 εδ. 3 Ν. 2472/1997) και σε κάθε περίπτωση ότι η ως άνω συμπεριφορά της οφείλεται σε αμέλεια (άρθρο 23 παρ. 2 Ν. 2472/1997) τυγχάνει απορριπτέος καθόσον μόνη η νόμιμη συλλογή των προσωπικών δεδομένων από την εναγομένη-υπεύθυνο επεξεργασίας, κατά την κατάρτιση της ως άνω σύμβασης, δεν αίρει την υποχρέωση της προς τήρηση και των λοιπών διατάξεων του Ν. 2472/1997, ήτοι του άρθρου 11 και συνεπώς και την δυνατότητα πρόβλεψης της, εκ της παραβάσεως της, βλάβης του ενάγοντα η δε ευθύνη της είναι νόθος αντικειμενική και ουδόλως αποδείχθηκε από την ίδια, φέρουσα το σχετικό βάρος, ότι ανυπαίτια αγνοούσε τα ως άνω θεμελιωτικά   της   υπαιτιότητας της πραγματικά γεγονότα. Ωσαύτως απορριπτέος τυγχάνει ο επικουρικά προβαλλόμενος από την εναγόμενη ισχυρισμός ότι το δικαίωμα του ενάγοντα ασκείται καθ' υπέρβαση των τιθέμενων από την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ορίων, καθόσον μόνον το γεγονός ότι ο τελευταίος (ενάγων), όπως προκύπτει από την ΑΠ …/9.3.2015 αίτηση του προς την εναγόμενη, εξ' αφορμής σχετικής πρότασης, που του έγινε από την ως άνω εταιρεία «ΡΑΝΟ INFORM Α.Ε.», ρύθμισε επωφελώς και τελικώς εξόφλησε την οφειλή του από την κατά τα ανωτέρω χορηγηθείσα πιστωτική κάρτα ουδόλως καθιστά την άσκηση του δικαιώματος του καταχρηστική.

Κατόπιν αυτών η κρινόμενη θα πρέπει να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα, κατά στρογγυλοποίηση, το ποσόν των 5.869 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της κρινόμενης.. Το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της παρούσας προσωρινά εκτελεστής θα πρέπει να απορριφθεί καθόσον, κατά την εκτίμηση του Δικαστηρίου, δεν συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο (907, 908 ΚΠολΔ). Η εναγόμενη θα πρέπει, λόγω της ήττας της (176 ΚΠολΔ) να καταδικασθεί στην δικαστική δαπάνη του ενάγοντα, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.


ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ με παρόντες τους διαδίκους.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσόν των πέντε χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα εννέα (5.869) ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

(...)




Σχόλιο:

Με το ν. 3758/2009, ο οποίος τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του ν. 4038/2012, θεσπίσθηκαν αρχές συναλλακτικής συμπεριφοράς, κανόνες λειτουργίας και κρατικής εποπτείας των Εταιριών Ενημέρωσης οφειλών (εφεξής: εταιρίες) για ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις, καθώς και άλλα θέματα. Η νομοθέτηση μηχανισμών ελέγχου της υπηρεσίας οφειλετών έγινε, καθώς προηγήθηκαν καταγγελίες πολιτών για καταχρηστικές πρακτικές εκ μέρους των εν λόγω εταιριών [βλ. και πρόσφατα, λ.χ. http://www.tovima.gr/finance/article/?aid=536944]. 

Με τον ίδιο νόμο προβλέπεται - σχεδόν αυτονοήτως - ότι οι Εταιρείες λειτουργούν σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και υποχρεούνται να τηρούν τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας περί προστασίας του καταναλωτή, περί προστασίας της ιδιωτικής ζωής, του τραπεζικού απορρήτου, της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, ώστε να διασφαλίζεται η νομιμότητα της δράσης τους στην αγορά με ταυτόχρονη διασφάλιση του σεβασμού της προσωπικότητας και της οικονομικής ελευθερίας των οφειλετών.

Πιο ειδικά, οι αρχές που διέπουν την ενημέρωση των οφειλετών προβλέπονται στο άρθρο 4. Συγκεκριμένα προβλέπεται ότι "η παρέμβαση των Εταιρειών αφορά αποκλειστικά και μόνο στην ενημέρωση των οφειλετών για την ύπαρξη ληξιπρόθεσμων οφειλών τους έναντι δανειστών και τη διαπραγμάτευση του χρόνου, του τρόπου και των λοιπών όρων αποπληρωμής αυτών, κατ' εντολή και για λογαριασμό των δανειστών. " και απαγορεύεται η είσπραξη από τις εταιρίες ληξιπρόθεσμων οφειλών (παρ. 2).

Πιο πέρα προβλέπεται ότι "πριν από κάθε ενέργεια Ενημέρωσης απαιτείται η από τον δανειστή προς τον οφειλέτη επιβεβαίωση των οφειλών με κάθε διαθέσιμο τρόπο και η ταυτοποίηση του οφειλέτη, καθώς και η ενημέρωσή του για τη διαβίβαση των δεδομένων του στην Εταιρεία συμφώνως και προς το άρθρο 11 του ν. 2472/1997, ως εκάστοτε αυτός ισχύει".

Η ως άνω απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών δέχθηκε ότι η εναγόμενη Τραπεζική εταιρία, με το να διαβιβάσει σε εταιρία ενημέρωσης οφειλών  λόγω ανώμαλης εξέλιξης της ενοχής από την ως άνω πιστωτική κάρτα, ήτοι υπερημερίας του ενάγοντα, τα απλά προσωπικά του δεδομένα και το ύψος της ληξιπρόθεσμης οφειλής του, στην ως άνω εταιρεία, η οποία προέβη σε χρήση αυτών, καλώντας τον τηλεφωνικά, δια προστηθέντος υπαλλήλου της, στις 17.2.2015, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 11 Ν. 2472/1997 και της, κατ' εξουσιοδότηση αυτού, εκδοθείσας υπ' αρ. 1/1999 κανονιστικής πράξης της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και ως εκ τούτου, υπέστη ηθική βλάβη.

 Ορθώς, βεβαίως, έκρινε έτσι η απόφαση, ωστόσο, εν προκειμένω έχουμε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 4 παρ. 4 εδ. α΄ ν. 3758/2009, στην οποία προβλέπεται ρητά η υποχρέωση ενημέρωσης του οφειλέτη για τη διαβίβαση των δεδομένων προς εταιρία ενημέρωσης οφειλών. Όσον αφορά τη νομιμότητα της διαβίβασης δεδομένων, αυτή καλύπτεται από τον σχετικό συμβατικό όρο (υπ' αριθ. 23 όρο), όπως δέχθηκε η απόφαση, δίχως να αιτιολογεί, ωστόσο, την κρίση της αυτή με επίκληση του ν. 2472/1997.

Κατά την άποψή μας, ο συμβατικός όρος βάσει του οποίου γίνεται γνωστοποίηση προσωπικών δεδομένων σε τρίτο πρόσωπο, δεν μπορεί να καταστήσει καθεαυτός νόμιμη την επεξεργασία, ιδίως διότι ο ν. 2472/1997 δεν προβλέπει ότι η επεξεργασία μπορεί να νομιμοποιείται με σύμβαση, ενώ η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 2 α΄ δεν δύναται να καλύψει το σχετικό κενό. Το κενό αυτό μπορεί να καλυφθεί με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του ίδιου νόμου, καθ' ότι ο συμβατικός όρος καλύπτεται από τη συγκατάθεση του υποκειμένου των δεδομένων.


Ιωάννης Ιγγλεζάκης, Αν. Καθηγητής Νομ. Σχολής ΑΠΘ





Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

EU Commission and United States agree on new framework for transatlantic data flows: EU-US Privacy Shield


Press release

The European Commission and the United States have agreed on a new framework for transatlantic data flows: the EU-US Privacy Shield.
Today, the College of Commissioners approved the political agreement reached and has mandated Vice-President Ansip and CommissionerJourová to prepare the necessary steps to put in place the new arrangement. This new framework will protect the fundamental rights of Europeans where their data is transferred to the United States and ensure legal certainty for businesses. 
The EU-US Privacy Shield reflects the requirements set out by the European Court of Justice in its ruling on 6 October 2015, which declared the old Safe Harbour framework invalid. The new arrangement will provide stronger obligations on companies in the U.S. to protect the personal data of Europeans and stronger monitoring and enforcement by the U.S. Department of Commerce and Federal Trade Commission (FTC), including through increased cooperation with European Data Protection Authorities. The new arrangement includes commitments by the U.S. that possibilities under U.S. law for public authorities to access personal data transferred under the new arrangement will be subject to clear conditions, limitations and oversight, preventing generalised access. Europeans will have the possibility to raise any enquiry or complaint in this context with a dedicated new Ombudsperson. 
Vice-President Ansip said: "We have agreed on a new strong framework on data flows with the US. Our people can be sure that their personal data is fully protected. Our businesses, especially the smallest ones, have the legal certainty they need to develop their activities across the Atlantic. We have a duty to check and we will closely monitor the new arrangement to make sure it keeps delivering. Today's decision helps us build a Digital Single Market in the EU, a trusted and dynamic online environment; it further strengthens our close partnership with the US. We will work now to put it in place as soon as possible."
Commissioner Jourová said: "The new EU-US Privacy Shield will protect the fundamental rights of Europeans when their personal data is transferred to U.S. companies. For the first time ever, the United States has given the EU binding assurances that the access of public authorities for national security purposes will be subject to clear limitations, safeguards and oversight mechanisms. Also for the first time, EU citizens will benefit from redress mechanisms in this area. In the context of the negotiations for this agreement, the US has assured that it does not conduct mass or indiscriminate surveillance of Europeans. We have established an annual joint review in order to closely monitor the implementation of these commitments."
The new arrangement will include the following elements: 
  • Strong obligations on companies handling Europeans' personal data and robust enforcement: U.S. companies wishing to import personal data from Europe will need to commit to robust obligations on how personal data is processed and individual rights are guaranteed. The Department of Commerce will monitor that companies publish their commitments, which makes them enforceable under U.S. law by the US. Federal Trade Commission. In addition, any company handling human resources data from Europe has to commit to comply with decisions by European DPAs. 
  • Clear safeguards and transparency obligations on U.S. government access: For the first time, the US has given the EU written assurances that the access of public authorities for law enforcement and national security will be subject to clear limitations, safeguards and oversight mechanisms. These exceptions must be used only to the extent necessary and proportionate. The U.S. has ruled out indiscriminate mass surveillance on the personal data transferred to the US under the new arrangement. To regularly monitor the functioning of the arrangement there will be an annual joint review, which will also include the issue of national security access. The European Commission and the U.S. Department of Commerce will conduct the review and invite national intelligence experts from the U.S. and European Data Protection Authorities to it. 
  • Effective protection of EU citizens' rights with several redress possibilities: Any citizen who considers that their data has been misused under the new arrangement will have several redress possibilities. Companies have deadlines to reply to complaints. European DPAs can refer complaints to the Department of Commerce and the Federal Trade Commission. In addition, Alternative Dispute resolution will be free of charge. For complaints on possible access by national intelligence authorities, a new Ombudsperson will be created. 
Next steps
The College has today mandated Vice-President Ansip and Commissioner Jourová to prepare a draft "adequacy decision" in the coming weeks, which could then be adopted by the College after obtaining the advice of the Article 29 Working Party and after consulting a committee composed of representatives of the Member States. In the meantime, the U.S. side will make the necessary preparations to put in place the new framework, monitoring mechanisms and new Ombudsman. 
Background
On 6 October, the Court of Justice declared in the Schrems case that Commission’s Decision on the Safe Harbour arrangement was invalid. The judgment confirmed the Commission's approach since November 2013 to review the Safe Harbour arrangement, to ensure in practice a sufficient level of data protection as required by EU law.
On 15 October, Vice-President Ansip, Commissioners Oettinger and Jourová met business and industry representatives who asked for a clear and uniform interpretation of the ruling, as well as more clarity on the instruments they could use to transfer data.
On 16 October, the 28 national data protection authorities (Article 29 Working Party) issued a statement on the consequences of the judgment.
On 6 November, the Commission issued guidance for companies on the possibilities of transatlantic data transfers following the ruling until a new framework is put in place.
On 2 December, the College of Commissioners discussed the progress of the negotiations. Commissioner Jourová received a mandate to pursue the negotiations on a renewed and safe framework with the US.

Δευτέρα 1 Φεβρουαρίου 2016

Δίκαιο της πληροφορικής - Συμπλήρωμα



προτείνετε αυτό το προϊόν

Ο κλάδος του δικαίου πληροφορικής δεν είναι μόνο ένας νεότευκτος κλάδος του δικαίου, αλλά είναι και ταχύτατα αναπτυσσόμενος. Στα πλαίσιά του εντάσσεται μια ποικιλία νομικών ζητημάτων, με επίκεντρο τις νέες τεχνολογίες. Λόγω, δε, της εξέλιξης της τεχνολογίας, καθίστανται αναγκαίες οι συχνές αναθεωρήσεις της νομοθεσίας, όπως και η έκδοση δικαστικών αποφάσεων που αφορούν επίκαιρα ζητήματα.
Το πρώτο συμπλήρωμα στη δεύτερη έκδοση του βιβλίου (2008) κυκλοφόρησε το 2013, με σκοπό να παρέχει ενημέρωση για τις νομοθετικές αλλαγές που εμφιλοχώρησαν στο διάστημα που μεσολάβησε από την έκδοση αυτή. Ωστόσο και στη συνέχεια, ανέκυψαν νέες νομοθετικές και νομολογιακές εξελίξεις, γεγονός που επέβαλε την έκδοση νέου συμπληρώματος. Στο παρόν συμπλήρωμα περιλαμβάνεται η ύλη του πρώτου συμπληρώματος, στο βαθμό που η σχετική νομοθεσία δεν έχει τροποποιηθεί, ενώ παρέχεται ενημέρωση και για τις πλέον τρέχουσες εξελίξεις. Σημειώνεται ότι οι παραπομπές στο βιβλίο γίνονται με αναφορά στον αριθμό περιθωρίου.





ISBN/ISSN:978-960-568-370-2
Σελίδες:IV + 46
Copyright:2016














Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

ECHR Bărbulescu v. Romania (61496/08)


In the Chamber's judgement in the case of  Bărbulescu v. Romania, the European Court of Human Rights held, by six votes to one, that there had been: no violation of Article 8 (right to respect for private and family life, the home and correspondence) of the European Convention on Human Rights. The case concerned Mr Bărbulescu’s dismissal by his employer, a private company, for having used the company’s Internet for personal purposes during working hours in breach of internal regulations. The Court found, in particular, that Mr Bărbulescu’s private life and correspondence had been engaged. However his employer’s monitoring of his communications had been reasonable in the context of disciplinary proceedings.

Facts of the case

The applicant, Bogdan Mihai Bărbulescu, is a Romanian national who was born in 1979 and lives in Bucharest. From 1 August 2004 until 6 August 2007 Mr Bărbulescu was employed by a private company as an engineer in charge of sales. At his employers’ request, he created a Yahoo Messenger account for the purpose of responding to clients’ enquiries. On 13 July 2007 Mr Bărbulescu was informed by his employer that his Yahoo Messenger communications had been monitored from 5 to 13 July 2007 and that the records showed he had used the internet for personal purposes. Mr Bărbulescu replied in writing that he had only used the service for professional purposes. He was presented with a transcript of his communication including transcripts of messages he had exchanged with his brother and his fiancée relating to personal matters such as his health and sex life. On 1 August 2007 the employer terminated Mr Bărbulescu’s employment contract for breach of the company’s internal regulations that prohibited the use of company resources for personal purposes. Mr Bărbulescu challenged his employer’s decision before the courts complaining that the decision to terminate his contract was null and void as his employer had violated his right to correspondence in accessing his communications in breach of the Constitution and Criminal Code. His complaint was dismissed on the grounds that the employer had complied with the dismissal proceedings provided for by the Labour Code and that Mr Bărbulescu had been duly informed of the company’s regulations. Mr Bărbulescu appealed claiming that e-mails were protected by Article 8 (right to respect for private and family life, the home and correspondence) of the European Convention and that the first-instance court had not allowed him to call witnesses to prove that his employer had not suffered as a result of his actions. In a final decision on 17 June 2008 the Court of Appeal dismissed his appeal and, relying on EU law, held that the employer’s conduct had been reasonable and that the monitoring of Mr Bărbulescu’s communications had been the only method of establishing whether there had been a disciplinary breach. Furthermore, the Court of Appeal held that the evidence before the first-instance court had been sufficient.

Decision of the Court 

Article 8
The Court considered that the fact that the employer had accessed Mr Bărbulescu’s professional Internet account and that the record of his communications had been used in the domestic litigation to prove the employer’s case was sufficient to engage the applicant’s “private life” and “correspondence”. It therefore found that Article 8 was applicable. Firstly, however, it did not find it unreasonable that an employer would want to verify that employees were completing their professional tasks during working hours and noted that the employer had accessed Mr Bărbulescu’s account in the belief that it contained client-related communications. Secondly, Mr Bărbulescu had been able to raise his arguments related to the alleged breach of his private life and correspondence before the domestic courts and there was no mention in the ensuing decisions of the actual content of the communications. Notably, the domestic courts had used the transcript of his communications only to the extent that it proved that he had used the company’s computer for his own private purposes during working hours and the identity of the people with whom he had communicated was not revealed. The Court therefore concluded that the domestic courts had struck a fair balance between Mr Bărbulescu’s right to respect for his private life and correspondence under Article 8 and the interests of his employer. There had therefore been no violation of Article 8 of the European Convention.


Article 6
The Court declared this complaint manifestly ill-founded as Mr Bărbulescu’s concerns had been considered by the Court of Appeal which found them, in a sufficiently reasoned decision, to be irrelevant.

Τετάρτη 2 Δεκεμβρίου 2015

Τα κείμενα SMS ως παράνομα αποδεικτικά μέσα


ΠΠρΘεσ 3256/2015

Κατά το άρθρο 444 § 1 αριθ. 3 ΚΠολΔ ιδιωτικά έγγραφα θεωρούνται και οι φωτογραφικές ή κινηματογραφικές αναπαραστάσεις, φωνοληψίες και κάθε άλλη μηχανική απεικόνιση, συνεπώς και οι μαγνητοταινίες, αφού αποτελούν την κύρια μορφή της φωνοληψίας. Κατά την § 2 του ίδιου άρθρου μηχανική απεικόνιση, είναι και κάθε μέσο το οποίο χρησιμοποιείται από υπολογιστή ή περιφερειακή μνήμη υπολογιστή, με ηλεκτρονικό, μαγνητικό ή άλλο τρόπο, για εγγραφή, αποθήκευση, παραγωγή ή αναπαραγωγή στοιχείων, που δεν μπορούν να διαβαστούν άμεσα, όπως επίσης και κάθε μαγνητικό, ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό στο οποίο εγγράφεται οποιαδήποτε πληροφορία, εικόνα, σύμβολο ή ήχος, αυτοτελώς ή σε συνδυασμό, εφόσον τα μέσα και τα υλικά αυτά προορίζονται ή είναι πρόσφορα να αποδείξουν γεγονότα που έχουν έννομη σημασία. Κατά τη θεμελιώδη, όμως, διάταξη του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας».

Στην προστατευόμενη από το Σύνταγμα και μάλιστα «πρωταρχικά», αξία του ανθρώπου περιλαμβάνεται και η ελευθερία της επικοινωνίας, αφού μέσω και αυτής εκφράζεται και πραγματώνεται η αξία του ανθρώπου. Η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας αυτής προκύπτει και από το άρθρο 9 § 1 εδ. β΄ του Συντάγματος, που ορίζει ότι «η ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του ατόμου είναι απαραβίαστη», καθώς και από το άρθρο 19 του Συντάγματος, που ορίζει ότι «το απόρρητο των επιστολών και της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας με οποιονδήποτε άλλο τρόπο είναι απόλυτα απαραβίαστο. Νόμος ορίζει τις εγγυήσεις υπό τις οποίες η δικαστική αρχή δεν δεσμεύεται από το απόρρητο για λόγους εθνικής ασφάλειας ή για διακρίβωση ιδιαίτερα σοβαρών εγκλημάτων». Το τελευταίο αυτό άρθρο αναφέρεται μεν στο απόρρητο της ελεύθερης ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, είναι, όμως, πρόδηλο ότι προϋποθέτει την ελευθερία της ανταπόκρισης ή επικοινωνίας ως συνταγματικά προστατευόμενο έννομο αγαθό.

Ανάλογα προκύπτουν και από την αντίστοιχη ρύθμιση του άρθρου 8 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), που οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, Εφόσον αποδεικτικό μέσο αποτελεί δέσμευση και περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας, είναι συνταγματικά απαγορευμένο αποδεικτικό μέσο και δεν επιτρέπεται να χρησιμοποιηθεί σε πολιτική δίκη. Πράγματι, η απονομή της δικαιοσύνης δεν πρέπει να γίνεται έναντι οιουδήποτε τιμήματος. Η αντίθετη άποψη θα μπορούσε να οδηγήσει –υπό την επίκληση της ανάγκης απόκτησης αποδεικτικού μέσου για ενδεχόμενα δικαιώματα– στη γενίκευση της χρήσης π.χ. μαγνητοφώνων από τους συνομιλητές προσώπων, η φωνή των οποίων θα καταγραφόταν χωρίς τη συναίνεση τους. Κατ’ αυτόν, όμως, τον τρόπο η ελευθερία της επικοινωνίας θα περιοριζόταν, διότι τότε ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική, έστω, έκφραση του, στα πλαίσια μιας ιδιωτικής συζήτησης, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στη συνέχεια υπό άλλες περιστάσεις ως αποδεικτικό μέσο εναντίον του, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν τα σύγχρονα τεχνικά μέσα παρέχουν ευρείες δυνατότητες αλλοίωσης του περιεχομένου των αποτυπώσεων, οι οποίες (αλλοιώσεις) είναι πολύ δύσκολο ή και αδύνατο να διαγνωσθούν.

Εξ άλλου, χωρίς την ανωτέρω κύρωση (απαράδεκτο του αποδεικτικού μέσου) η προπαρατεθείσα, συνταγματικής ισχύος, ρύθμιση θα είχε περιορισμένη αποτελεσματικότητα, παρά την απειλή κατά του παραβάτη της ποινικής κύρωσης, που προβλέπεται στο άρθρο 370Α του ΠΚ. Εξαίρεση από τον, συνταγματικής ισχύος, κανόνα της απαγόρευσης των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ισχύει μόνο χάριν της προστασίας συνταγματικά υπέρτερων έννομων αγαθών, όπως είναι η ανθρώπινη ζωή. Κάθε άλλη εξαίρεση από την ως άνω απαγόρευση, εισαγόμενη τυχόν με διάταξη κοινού νόμου, όπως είναι και ο Ποινικός Κώδικας, είναι ανίσχυρη κατά το μέτρο που υπερβαίνει το κριτήριο της προστασίας συνταγματικά υπέρτερου έννομου αγαθού (ΟλΑΠ 1/2001 ΕλλΔνη 2001. 374, ΑΠ 981/2009 ΕφΑΔ 2009. 1372, ΑΠ 1351/2007 ΝοΒ 2007. 2390). Κατά την ειδική διάταξη του άρθρου 4 «Στοιχεία επικοινωνίας» του π.δ. 47/2005 «Διαδικασίες-εγγυήσεις άρσης απορρήτου επικοινωνιών και διασφάλισή του», το οποίο εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 9 του ν. 3115/2003: «1. Τα συγκεκριμένα στοιχεία επικοινωνίας, στα οποία είναι δυνατόν να αναφέρεται μία διάταξη άρσης του απορρήτου εξαρτώνται από το είδος της επικοινωνίας και εξειδικεύονται κατά περίπτωση ως εξής: … γ. Τηλεφωνική επικοινωνία: Επί συγκεκριμένου φυσικού ή νομικού προσώπου, που είναι συνδρομητής ή χρήστης παρόχου υπηρεσιών σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας, είναι δυνατόν να ζητηθούν τα ακόλουθα συγκεκριμένα στοιχεία εισερχόμενων και απερχόμενων κλήσεων. αα. Καλών και καλούμενος αριθμός κλήσης και στις αναπάντητες κλήσεις. ββ. Καλών και καλούμενος συνδρομητής και πελάτης και στις αναπάντητες κλήσεις. γγ. Ώρα έναρξης και ώρα λήξης της επικοινωνίας. δδ. Γεωγραφικός εντοπισμός καλούντος και καλούμενου (στις κινητές επικοινωνίες) είτε ομιλούν, είτε πρόκειται για SMS, είτε είναι σε θέση stand by, είτε πραγματοποιούν αναπάντητη κλήση. εε. Περιεχόμενο επικοινωνίας (φωνή, εικόνα κ.λπ.) … ».

Στην ένδικη περίπτωση αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν πλήθος αποτυπώσεων μηνυμάτων SMS, είτε σε εκτυπωμένο κείμενο είτε σε φωτογραφίες (κλασικές ή ψηφιακές) οθόνης κινητού τηλεφώνου, χωρίς κανένας από αυτούς να επικαλείται και να προσκομίζει συγκεκριμένη εισαγγελική ή ανακριτική διάταξη ή βούλευμα δικαστικού συμβουλίου επιτρεπτικό μιας τέτοιας αποτύπωσης, δεδομένου ότι κατά το παραπάνω άρθρο του 4 του π.δ. 47/2005 το κείμενο των μηνυμάτων αυτών, ως περιεχόμενο της εν λόγω μορφής τηλεφωνικής επικοινωνίας, εμπίπτει στα προστατευόμενα από το απόρρητο της τηλεφωνικής επικοινωνίας στοιχεία. Αυτή η χωρίς τις νόμιμες προϋποθέσεις αποτύπωση (εξωτερίκευση) των κειμένων αυτών και αποδεικτική χρήση τους σε υπόθεση που δεν αφορά απόπειρα ανθρωποκτονίας δεν μπορεί να γίνει ανεκτή, όχι μόνο κατά το γράμμα των ανωτέρω διατάξεων, αλλά και την προαναφερόμενη ratio απαγόρευσης της αποδεικτικής αξιοποίησής τους, και ως εκ τούτου, καμία από τις προσκομιζόμενες αποτυπώσεις κειμένου SMS δεν μπορεί να συναξιολογηθεί αποδεικτικά, καθώς αυτές συνιστούν απαγορευμένα αποδεικτικά μέσα.


 Σχόλιο:

1. Η παραπάνω απόφαση θεωρεί ότι τα μηνύματα SMS δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό υλικό σε πολιτική δίκη, ενόσω δεν έχει προηγηθεί η διαδικασία της άρσης απορρήτου με την έκδοση εισαγγελική ή ανακριτικής διάταξης ή βουλεύματος δικαστικού συμβουλίου που να επιτρέπει τη χρήση αυτή, διότι αυτό θα είχε ως συνέπεια την παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος στην ιδιωτική ζωή και του δικαιώματος στο απόρρητο της επικοινωνίας (άρθρα 9 § 1 εδ. β΄  και 19 του Συντάγματος), καθώς της διάταξης του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ.

Παρ' ότι το Δικαστήριο θα μπορούσε να θεμελιώσει την κρίση της στη διάταξη του άρθρου 19 παρ. 3 Σ που ορίζει ότι "απαγορεύεται η χρήση αποδεικτικών μέσων που έχουν αποκτηθεί κατά παράβαση του άρθρου αυτού και των άρθρων 9 και 9Α", προβαίνει σε πρωτότυπη ερμηνεία και συνάγει την απαγόρευση χρήσης αποδεικτικών μέσων από τις συνταγματικές διατάξεις, με τις οποίες κατοχυρώνεται η προστασία του ιδιωτικού βίου (άρθρο 9 Σ.) και η προστασία του απορρήτου της επικοινωνίας (άρθρο 19 Σ.) και θεωρεί ότι η χρήση ενός αποδεικτικού μέσου που έχει ληφθεί χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία της άρσης του απορρήτου (ν. 2225/1994), προσβάλλει τα ως άνω δικαιώματα.

2. Εξαιρετικά θετικό είναι το ότι εφαρμόζει τη διάταξη του άρθρου 4 του π.δ. 47/2005, βάσει της οποίας το περιεχόμενο των μηνυμάτων SMS αποτελούν περιεχόμενο τηλεφωνικής επικοινωνίας και ως τέτοιο, η αποκάλυψή τους προϋποθέτει να έχει γίνει άρση απορρήτου.

3. Θα πρέπει να τονισθεί ότι η απόφαση κατέληξε στην κρίση περί μη αξιοποίησης του εν λόγω αποδεικτού υλικού, δίχως να έχει προηγηθεί ένσταση ή άλλος ισχυρισμός από έναν από τους διαδίκους, αλλά κρίνει ότι το κύρος των αποδεικτικών μέσων κρίνεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Αυτό, βεβαίως, ισχυροποιεί έτι περαιτέρω την προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών και τον κανόνα της απαγόρευσης χρήσης παράνομων αποδεικτικών μέσων.

4. Περαιτέρω, θα πρέπει να σημειωθεί ότι αποδέκτες του συνταγματικού δικαιώματος του απορρήτου της επικοινωνίας είναι τόσο η κρατική όσο και οι ιδιώτες, καθώς η διακινδύνευσή του μπορεί να προέλθει εξίσου ή και περισσότερο από τους ιδιώτες, ενόψει του ότι οι εταιρίες τηλεπικοινωνιών είναι σήμερα ιδιωτικές. Ζήτημα γεννάται αν το απόρρητο ισχύει και έναντι αυτού προς τον οποίο απευθύνεται ο λόγος, όπως είναι, εν προκειμένω ο παραλήπτης ενός μηνύματος SMS. H νομολογία του Αρείου Πάγου, την οποία δέχεται και επαναλαμβάνει η απόφαση δέχεται ότι "η εν αγνοία ενός των συνομιλητών μαγνητοφώνηση ιδιωτικής συνομιλίας ενέχει παγίδευσή του και συνεπώς, περιορισμό στην ελεύθερη άσκηση της επικοινωνίας" και ότι έτσι "ο καθένας θα ζούσε με το καταθλιπτικό συναίσθημα ότι κάθε αστόχαστη ή υπερβολική έκφρασή του στα πλαίσια μιας προφορικής ή ιδιωτικής συζητήσεως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του (βλ. ΑΠ 1/2001 (Ολ.), ΕλλΔνη 2001, 374, ΑΠ 1434 και 1718/2001, ΕλλΔνη 2002, 1646 επ.)

Η αντίθετη άποψη που εκφράστηκε στη θεωρία (Κ. Χρυσόγονος, Ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, σελ. 260) και στην παλαιότερη νομολογία (ΑΠ 717/1984, ΤοΣ 1985, 79, ΑΠ 1060/1997, ΝοΒ 1998, 549), θεωρεί ότι ο παραλήπτης της επικοινωνίας δεν δεσμεύεται από την απαγόρευση που τίθεται από το Σύνταγμα, καθώς δεν συντρέχει η θεμελιώδης προϋπόθεση της ιδιωτικότητας της συζήτησης ή συνομιλίας, αλλά μόνο όταν ο ομιλών αναφέρεται σε θέματα του ιδιωτικού βίου του, αντίθετα, ένα υβριστικό ή παραπλανητικό τηλεφώνημα (ή μήνυμα) δεν συνιστά ιδιωτική συζήτηση, στην περίπτωση αυτή και το θύμα έχει δικαίωμα να το καταγράψει και να το χρησιμοποιήσει ως αποδεικτικό μέσο.



Ι. Ιγγλεζάκης
Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ
iglezakis.gr









Τρίτη 1 Δεκεμβρίου 2015

Recommendations for Cyber Security




The Greek Cybecrime Center published its Guide to Cyber Security, on December, 1st, 2015. The Guide is available at: http://www.cybercc.gr/m/GCC_POLICY_RECOMMENDATIONS_FOR_CYBER_SECURITY.pdf

The Guide includes a Legal Component and the most important Security Principles, as well as Advices on Security, and Gaps and Recommendations for Policy Makers.


Some information on the Greek Cybercrime Center:

The Greek Cybercrime Center (www.cybercc.gr), provided a first step in the following fields:  LEA Information and Training. The Consortium organized three 2-day seminars where Law Enforcement Agencies, judicial authorities and industry employees took part. Divided to parallel sessions, the attendees had the opportunity to choose the topic they were interested in and learn more about how to address an incident of cybercrime not only in theory but also in practice. In the seminars speakers from core scientific organizations of cybercrime, such as ENISA, Cyber Crime Unit of the Greek Police, Law School of University of Athens, Europol, Democritus University of Thrace, EC3, Hellenic Data Protection Authority, Hellenic Ministry of the Interior, Hellenic Telecommunications Organizations, ISACA, etc. were invited. Therefore, expertise from academia, LEA, industry could be combined.  Research. The Consortium carried out research which was focused (i) on monitoring and detecting infected machines and (ii) on social forensics. Additionally, GCC through the publications in Journals and Conferences and presentations in Conferences contributed in the field of information security.  Education at the University Level. At Law School of Aristotle University of Thessaloniki, a new course title “Legal Aspects of Cybercrime” was added in the list of modules. The module referred to crimes that occur in cyberspace and the legal framework that is currently in place. At the national level, the Greek Cybercrime Center empowered its constituency through periodic advisory board meetings. Representatives from LEA, judicial authorities, ISPs, industry, independent governmental authorities participated and shared views and experiences with other bodies/authorities. At the international level, the Center is part of a European-wide activity to create a network of similar Centers of Excellence that will facilitate sharing of expertise and best practices. By publishing this guide, the Center hopes to contribute in raising awareness in the area of cybercrime and to identify gaps and recommendations at the policy level that can make the Internet a Safer Place for personal and professional use.

Πέμπτη 26 Νοεμβρίου 2015

«Προς μια νέα ψηφιακή δεοντολογία: δεδομένα, αξιοπρέπεια και τεχνολογία»

Περίληψη της γνωμοδότησης αριθ. 4/2015 του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων με θέμα «Προς μια νέα ψηφιακή δεοντολογία: δεδομένα, αξιοπρέπεια και τεχνολογία»
(Το πλήρες κείμενο της παρούσας γνωμοδότησης είναι διαθέσιμο στην αγγλική, γαλλική και γερμανική γλώσσα στον δικτυακό τόπο του ΕΕΠΔ www.edps.europa.eu)
(2015/C 392/08)
Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων (ΕΕΠΔ) είναι ανεξάρτητος θεσμός της ΕΕ, επιφορτισμένος βάσει του άρθρου 41 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (1)«όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα […] να εξασφαλίζει ότι τα όργανα και οι οργανισμοί της Κοινότητας σέβονται τα θεμελιώδη δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ιδίως την ιδιωτική τους ζωή», και «[…] για την παροχή συμβουλών προς τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και προς τα υποκείμενα των δεδομένων για κάθε θέμα που αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα». Ο ΕΕΠΔ διορίστηκε τον Δεκέμβριο του 2014, μαζί με τον Αναπληρωτή Επόπτη, με την ειδική εντολή να ενεργεί με πιο εποικοδομητικό και προορατικό τρόπο. Ο ΕΕΠΔ δημοσίευσε τον Μάρτιο του 2015 μια πενταετή στρατηγική, στην οποία εκθέτει τους τρόπους με τους οποίους προτίθεται να εκπληρώσει την εν λόγω εντολή και να λογοδοτεί για τις ενέργειές του.
Η παρούσα γνωμοδότηση εκδίδεται σε συνέχεια της προηγούμενης γνωμοδότησης του ΕΕΠΔ σχετικά με τον γενικό κανονισμό για την προστασία δεδομένων, που είχε ως στόχο να συνδράμει τα βασικά θεσμικά όργανα της ΕΕ για την επίτευξη κατάλληλης συναίνεσης όσον αφορά μια ευέλικτη, προσανατολισμένη προς το μέλλον δέσμη κανόνων που ενισχύει τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του ατόμου. Όπως και η γνωμοδότηση σχετικά με την κινητή υγεία που εκδόθηκε στις αρχές του 2015, η παρούσα γνωμοδότηση αντιμετωπίζει την πρόκληση της ψηφιακής μετάβασης της προστασίας δεδομένων —τον τρίτο στόχο της στρατηγικής του ΕΕΠΔ— «μέσω της προσαρμογής των υφιστάμενων αρχών για την προστασία δεδομένων ούτως ώστε να ενταχθούν κατάλληλα στην παγκόσμια ψηφιακή σφαίρα», λαμβανομένων επίσης υπόψη των σχεδίων της ΕΕ για την ψηφιακή ενιαία αγορά. Συνάδει δε με την προσέγγιση της ομάδας εργασίας του άρθρου 29 σχετικά με τις πτυχές της προστασίας δεδομένων που άπτονται της χρήσης νέων τεχνολογιών, όπως είναι το «διαδίκτυο των πραγμάτων», στην οποία ο ΕΕΠΔ συνεισέφερε ως πλήρες μέλος της ομάδας.
«Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απαραβίαστη. Πρέπει να είναι σεβαστή και να προστατεύεται.»
Άρθρο 1, Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ
Τα θεμελιώδη δικαιώματα της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα καθίστανται πλέον σημαντικότερα από ποτέ για την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Κατοχυρώνονται στις Συνθήκες της ΕΕ και στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Παρέχουν σε κάθε άτομο τη δυνατότητα να αναπτύσσει την προσωπικότητά του, να ζει ανεξάρτητα, να καινοτομεί και να ασκεί άλλα δικαιώματα και ελευθερίες. Οι αρχές που διέπουν την προστασία δεδομένων, όπως ορίζονται στον Χάρτη της ΕΕ —αναγκαιότητα, αναλογικότητα, νομιμότητα, ελαχιστοποίηση των δεδομένων, περιορισμός του σκοπού, συναίνεση και διαφάνεια— εφαρμόζονται στην επεξεργασία δεδομένων συνολικά, στη συλλογή καθώς και στη χρήση τους.
Η τεχνολογία δεν πρέπει να υπαγορεύει αξίες και δικαιώματα, ούτε όμως πρέπει η μεταξύ τους σχέση να οδηγεί σε ψευδή διλήμματα. Η ψηφιακή επανάσταση υπόσχεται οφέλη για την υγεία, το περιβάλλον, τη διεθνή ανάπτυξη και την οικονομική αποδοτικότητα. Σύμφωνα με τα σχέδια της ΕΕ για μια ψηφιακή ενιαία αγορά, το υπολογιστικό νέφος, το «διαδίκτυο των πραγμάτων», τα μαζικά δεδομένα και άλλες τεχνολογίες θεωρούνται καίριοι παράγοντες για την ανταγωνιστικότητα και την ανάπτυξη. Τα επιχειρηματικά μοντέλα εκμεταλλεύονται τις νέες δυνατότητες για τη μαζική συλλογή, τη στιγμιαία μετάδοση, τον συνδυασμό και την περαιτέρω χρήση προσωπικών πληροφοριών για μη προβλεπόμενους σκοπούς, και βασίζονται σε μακροχρόνιες και απαραβίαστες πολιτικές για την προστασία της ιδιωτικής ζωής. Δημιουργούνται, κατά συνέπεια, συνθήκες νέων πιέσεων για τις αρχές που διέπουν την προστασία δεδομένων, εξέλιξη που απαιτεί νέο τρόπο σκέψης σε ό,τι αφορά την εφαρμογή τους.
Στο σημερινό ψηφιακό περιβάλλον δεν αρκεί η τήρηση του νόμου· πρέπει να εξετάζεται και η δεοντολογική διάσταση της επεξεργασίας δεδομένων. Το κανονιστικό πλαίσιο της ΕΕ ήδη αφήνει περιθώρια για ευέλικτες, κατά περίπτωση, αποφάσεις και εγγυήσεις κατά τον χειρισμό προσωπικών πληροφοριών. Η μεταρρύθμιση του κανονιστικού πλαισίου θα αποτελέσει ένα ικανοποιητικό βήμα προόδου. Υπάρχουν όμως και βαθύτερα ζητήματα που αφορούν τις επιπτώσεις των τάσεων που επικρατούν σε μια κοινωνία που βασίζεται στα δεδομένα για την αξιοπρέπεια, την ατομική ελευθερία και τη λειτουργία της δημοκρατίας.
Τα ζητήματα αυτά έχουν προεκτάσεις τεχνικής, φιλοσοφικής, νομικής και ηθικής φύσεως. Στην παρούσα γνωμοδότηση αναδεικνύονται ορισμένες σημαντικές τεχνολογικές τάσεις που ενδέχεται να συνεπάγονται απαράδεκτη επεξεργασία προσωπικών πληροφοριών ή να συνιστούν επέμβαση στο δικαίωμα προστασίας της ιδιωτικής ζωής. Περιγράφεται ένα «οικοσύστημα προστασίας μαζικών δεδομένων» τεσσάρων επιπέδων, με στόχο την ανταπόκριση στην ψηφιακή πρόκληση: μια συλλογική προσπάθεια, η οποία στηρίζεται σε δεοντολογικές παραμέτρους.
1)
Προσανατολισμένη προς το μέλλον κανονιστική ρύθμιση της επεξεργασίας δεδομένων και σεβασμός των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και της προστασίας δεδομένων.
2)
Λογοδοσία των υπευθύνων της επεξεργασίας που καθορίζουν την επεξεργασία προσωπικών πληροφοριών.
3)
Ενσωμάτωση του σεβασμού της ιδιωτικής ζωής στη μηχανική και στον σχεδιασμό των προϊόντων και υπηρεσιών επεξεργασίας δεδομένων.
4)
Παροχή περισσότερων δυνατοτήτων ελέγχου στα φυσικά πρόσωπα.
Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων επιθυμεί να δώσει το έναυσμα για μια ανοιχτή και τεκμηριωμένη συζήτηση εντός και εκτός ΕΕ, με τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών, των σχεδιαστών, των εταιρειών, της πανεπιστημιακής κοινότητας, των δημόσιων αρχών, καθώς και των ρυθμιστικών φορέων. Η νέα επιτροπή δεοντολογίας για την προστασία δεδομένων της ΕΕ, η οποία πρόκειται να συσταθεί στους κόλπους του ΕΕΠΔ, θα συμβάλει στον καθορισμό νέας ψηφιακής δεοντολογίας, που θα καταστήσει δυνατή την καλύτερη πραγμάτωση των οφελών της τεχνολογίας για την κοινωνία και την οικονομία με τρόπους που θα ενισχύουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων.
4.   Συμπέρασμα: Είναι καιρός για διεξοδικότερη συζήτηση
Η προστασία της ιδιωτικής ζωής και των δεδομένων αποτελούν μέρος της λύσης, όχι του προβλήματος. Προς το παρόν, η τεχνολογία ελέγχεται από τον άνθρωπο. Δεν είναι εύκολο οι εν λόγω δυνητικές εξελίξεις να κατηγοριοποιηθούν με σαφήνεια ως θετικές ή αρνητικές, επιθυμητές ή επιβλαβείς, ωφέλιμες ή επιβαρυντικές, καθόσον μάλλον ορισμένες πιθανές τάσεις πρέπει να εξεταστούν στο πλαίσιο του περιβάλλοντος στο οποίο εντάσσονται. Οι φορείς χάραξης πολιτικής, οι φορείς ανάπτυξης τεχνολογίας, οι φορείς ανάπτυξης επιχειρηματικής δραστηριότητας και όλοι εμείς πρέπει να εξετάσουμε σοβαρά αν και με ποιον τρόπο θέλουμε να επηρεάσουμε την ανάπτυξη της τεχνολογίας και την εφαρμογή της. Εξίσου σημαντικό όμως είναι να εξετάσει και η ΕΕ επειγόντως τη δεοντολογία και τη θέση που θα κατέχει η ανθρώπινη αξιοπρέπεια στις τεχνολογίες του μέλλοντος.
Οι αρχές που διέπουν την προστασία δεδομένων έχουν αποδειχθεί ικανές να διαφυλάξουν τα φυσικά πρόσωπα και την ιδιωτική ζωή τους από τους κινδύνους της ανεύθυνης επεξεργασίας δεδομένων. Πλην όμως, οι τάσεις της σημερινής εποχής απαιτούν μια εντελώς νέα προσέγγιση. Επομένως, ανοίγουμε νέο διάλογο σχετικά με τον βαθμό στον οποίο επαρκεί η εφαρμογή των αρχών όπως o θεμιτός χαρακτήρας και η νομιμότητα. Η κοινότητα της προστασίας δεδομένων μπορεί να διαδραματίσει νέο ρόλο κάνοντας χρήση υφιστάμενων εργαλείων όπως οι εκ των προτέρων έλεγχοι και εγκρίσεις —καθώς δεν υπάρχουν άλλοι φορείς κατάλληλα εξοπλισμένοι για την ενδελεχή εξέταση τέτοιου είδους επεξεργασίας δεδομένων. Με την τεχνολογία, την παγκόσμια καινοτομία και την ανθρώπινη διασύνδεση να αναπτύσσονται με ιλιγγιώδη ταχύτητα, έχουμε μια ευκαιρία να προσελκύσουμε την προσοχή, να κινήσουμε το ενδιαφέρον και να επιτύχουμε συναίνεση.
Με την παρούσα γνωμοδότηση, ευελπιστούμε να παράσχουμε ένα πλαίσιο για ευρύτερη και βαθύτερη συζήτηση σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η ΕΕ μπορεί να διασφαλίσει την ακεραιότητα των αξιών της, αποδεχόμενη παράλληλα τα οφέλη των νέων τεχνολογιών.
Βρυξέλλες, 11 Σεπτεμβρίου 2015.
Giovanni BUTTARELLI
Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων

Πέμπτη 19 Νοεμβρίου 2015

New Directive on e-payments

European Commission - Press release

European Parliament adopts European Commission proposal to create safer and more innovative European payment

The European Commission welcomes today's adoption by the European Parliament of the revised Directive on Payment Services (PSD2). This new law, proposed by the European Commission in July 2013, enhances consumer protection, promotes innovation and improves the security of payment services. PSD2 is the latest in a series of laws recently adopted by the EU in order to provide for modern, efficient and cheap payment services and to enhance protection for European consumers and businesses.

Commissioner Jonathan Hill, responsible for Financial Stability, Financial Services and Capital Markets Union, said: "European consumers want to know that their payments are safe when they shop or make a payment online. The new Payment Services Directive will ensure that electronic payments in Europe become more secure and more convenient for European shoppers. This legislation is a step towards a digital single market; it will benefit consumers and businesses, and help the economy grow. I want to thank the European Parliament for the work it has put into reaching this agreement, and pay tribute to the work of rapporteur Antonio Tajani, Vice-President of the European Parliament.”

Commissioner Margrethe Vestager, responsible for competition policy, said: "We have already used EU competition rules to ensure that new and innovative players can compete for digital payment services alongside banks and other traditional providers. Today's vote by the Parliament builds on this by providing a legislative framework to facilitate the entry of such new players and ensure they provide secure and efficient payment services. The new Directive will greatly benefit European consumers by making it easier to shop online and enabling new services to enter the market to manage their bank accounts, for example to keep track of their spending on different accounts".
Following the Parliament's vote, the Directive will be formally adopted by the EU Council of Ministers in the near future. The Directive will then be published in the Official Journal of the EU. From that date, Member States will have two years to introduce the necessary changes in their national laws in order to comply with the new rules.  
Some of the changes that the new rules introduce are:
  • Introduction of strict security requirements for the initiation and processing of electronic payments and the protection of consumers' financial data;
  • Opening the EU payment market for companies offering consumer or business-oriented payment services based on the access to information about the payment account – the so called "payment initiation services providers" and "account information services providers";
  • Enhancing consumers’ rights in numerous areas, including reducing the liability for non-authorised payments, introducing an unconditional ("no questions asked") refund right for direct debits in euro; and
  • Prohibition of surcharging (additional charges for the right to pay e.g. with a card) whether the payment instrument is used in shops or online.

For more information:
http://ec.europa.eu/finance/payments/framework/index_en.htm#151008
FAQ
http://ec.europa.eu/finance/payments/framework/index_en.htm