Τρίτη 3 Δεκεμβρίου 2013

ΕιρΑθ 5845/2013 Έκδοση διαταγής πληρωμής με βάση μήνυμα ηλεκτρ. αλληλογραφίας (email)



Η κρινόμενη αίτηση της πιο πάνω αιτούσας, η οποία είναι δικαιούχος απαίτησης από το παρακάτω αναφερόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail) αναγνώρισης χρέους, με την οποία διώκεται η έκδοση διαταγής πληρωμής, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 14 παρ. 1, 625 και 33 ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη στηριζόμενη στις διατάξεις 623 επ. και 443, 444, 445, 448 του ΚΠολΔ.

Ως ηλεκτρονικό έγγραφο θεωρείται το σύνολο των εγγραφών δεδομένων στο μαγνητικό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας, αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο, είτε στην οθόνη του μηχανήματος, είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή του. Το ηλεκτρονικό έγγραφο δεν συγκεντρώνει μεν τα στοιχεία του (παραδοσιακού) εγγράφου κατά τον ΚΠολΔ, λόγω κυρίως της έλλειψης του στοιχείου της σταθερότητας κατά την ενσωμάτωσή του σε υλικό που παρουσιάζει διάρκεια ζωής, αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοψίας (όπως κατά μία άποψη υποστηρίζεται), αλλά πρόκειται για μία ενδιάμεση μορφή, την οποία ο νομοθέτης ορθώς εξομοίωσε προς τα ιδιωτικά έγγραφα, εν όψει της εγγύτητας προς αυτά (βλ. Κουσούλη, Σύγχρονες Μορφές Έγγραφης Συναλλαγής, 1992, 138-142). Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) ως μέσου επικοινωνίας στο διαδίκτυο, απαιτείται, εκτός της συνδέσεως με κάποιον διαμετακομιστή, ο οποίος παρέχει την υπηρεσία αυτή, μέσω ειδικού λογισμικού το οποίο έχει εγκαταστήσει μόνιμα ο χρήστης στον υπολογιστή του, η χρήση ενός ειδικού κωδικού, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται (ο χρήστης) στο σύστημα, είτε ως αποστολέας, είτε ως λήπτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο κωδικός αυτός αποτελεί την ηλεκτρονική διεύθυνση (e-mail) του χρήστη, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται κατά πρωτότυπο τρόπο από τον ίδιο με τη χρήση χαρακτήρων της επιλογής του, οι οποίοι συνδυάζονται με το σύμβολο «@» και με χαρακτήρες που θέτει ο διαμετακομιστής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο συγκεκριμένος συνδυασμός να αφορά μόνο στον χρήστη που τον έχει ορίσει, χωρίς να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί νόμιμα από άλλον. Η απεικόνιση της διεύθυνσης του αποστολέα πάνω στο μήνυμα, καθιστά αυτόν απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυσή του με άλλο χρήστη του ίδιου συστήματος, ενώ η ταύτισή του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι άρρηκτη. Κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους κανόνες των άρθρων 443 και 444 του ΚΠολΔ αποτελεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του, διότι αυτό δεν είναι απλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο το οποίο υπάρχει αποθηκευμένο στο λογισμικό ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ενός εγγράφου του οποίου η απεικόνιση μεταφέρεται ενσύρματα ή ασύρματα (τηλεομοιοτυπία, τηλετύπημα). Η τεχνική της αποστολής οδηγεί υποχρεωτικά στην ταύτιση μηνύματος και αποστολέα, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι μη μεταβιβάσιμο το μήνυμα, αν δε συνοδεύεται από την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και βεβαίως αν δεν έχει και συγκεκριμένο, υπαρκτό παραλήπτη. Αυτό έχει ως λογική συνέπεια ότι κατά την αποστολή ενός μηνύματος μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η δήλωση βουλήσεως του αποστολέα ταυτίζεται με την ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή τεχνικά η παραλαβή της από τον παραλήπτη και φυσικά είναι ήσσονος σημασίας η μορφή ή η διάταξη με την οποία απεικονίζεται μηχανικά στο έντυπο.
Ο καθορισμός συνεπώς της ηλεκτρονικής διεύθυνσης κατά τρόπο μοναδικό, από τον ίδιο το χρήστη και η δήλωσή της σε κάθε αποστελλόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα συνιστά απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη του και κατ’ αναλογίαν με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 του ΚΠολΔ, η μηχανική του απεικόνισή του σε έντυπο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 444 περ. 3 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, με αποδεικτική δύναμη εις βάρος του εκδότη του (συνδυασμός των άρθρων 443, 444, 445 του ΚΠολΔ), διότι αυτή ακριβώς η μοναδική για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση, που έχει ορισθεί και εφαρμοστεί από τον ίδιο τον αποστολέα, έχει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, έστω και αν δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της τελευταίας. Τα ανωτέρω ισχύουν ανεξαρτήτως της θέσεως στην οποία εμφανίζεται η ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα σε σχέση με το κείμενο, το οποίο συνοδεύει, κατά την εμφάνισή του στην οθόνη του υπολογιστή, ή τη μηχανική του απεικόνιση σε χαρτί, και αυτό διότι θα πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη ότι η πιστοποίηση του προσώπου του αποστολέα και η δέσμευσή του με την δήλωση βουλήσεως που περιλαμβάνει το μήνυμα, προκαλείται από τη συνολική οργάνωση της συγκεκριμένης διαδικασίας, με την έννοια ότι το οποιοδήποτε κείμενο ως ηλεκτρονικό σήμα συνδυάζεται μόνο με την συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση σε ένα ενιαίο σύνολο, ανεξάρτητα με το με ποιες μορφές μπορεί αυτό να απεικονισθεί με μηχανικό τρόπο και η οποία ουσιωδώς διαφέρει από την παραδοσιακή έννοια του εγγράφου (για την αντίθετη θέση βλ. την BGH JZ 1991 απόφαση του Γερμανικού Ακυρωτικού Δικαστηρίου σε Κουσούλη, ό.π., 26). Έτσι το επικυρωμένο κατά το νόμο αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη-αποστολέα του σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 445 του ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, η λειτουργία του συστήματος κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, είναι δυνατόν να υποκρύπτει τον κίνδυνο ότι η αποστολή του συγκεκριμένου μηνύματος έγινε από άλλο πρόσωπο από αυτό στο οποίο ανήκει η συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση, κάνοντας χρήση αυτής (με οποιοδήποτε τρόπο) χωρίς την έγκρισή του. Η ελαττωματικότητα αυτή του μηνύματος που εστάλη ευθέως παραπέμπει στις διατάξεις περί πλαστότητας του ΚΠολΔ (460 επ.), εγκαθιστώντας αναστροφή του βάρους αποδείξεως στον επικαλούμενο αυτήν (βλ. Κουσούλη, ό.π., σελ. 147), για τον λόγο ότι η λειτουργία του συστήματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρέχει εγγυήσεις για την πιστότητά της και η οποιαδήποτε παθολογία εμφανίζεται δεν προέρχεται από ελάττωμα του συστήματος, αλλά από επέμβαση τρίτου σε αυτό, γεγονός το οποίο ανήκει στη σφαίρα επιρροής του φερόμενου ως αποστολέα. Με δεδομένα τα ανωτέρω, περιορίζεται ουσιαστικά η ενέργεια της παρ. 4 του άρθρου 457 του ΚΠολΔ στο ζήτημα της ταυτότητας μεταξύ περιεχομένου του σκληρού δίσκου του ηλεκτρονικού υπολογιστή και μηχανικής απεικονίσεώς του, με το σκεπτικό ότι για τον λήπτη ένα ηλεκτρονικό μήνυμα είναι γι’ αυτόν, εισερχόμενο στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή και συνεπώς μπορεί να είναι υπεύθυνος για την πιστότητα του αντιγράφου αυτού που έχει παραλάβει.

Περαιτέρω, στις εμπορικές συμβάσεις η τήρηση τύπου είναι υποχρέωση που πηγάζει μόνον ευθέως από το νόμο ή από συμφωνία των συμβαλλομένων, με συνέπεια στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση, να εμφανίζεται αδυναμία του ως άνω μηχανισμού να λειτουργήσει, με συνέπεια να προκύπτει η αναγκαιότητα της νομοθετικής παρέμβασης προς την κατεύθυνση αυτή (βλ. Ε. Φιλιπποπούλου, Το νομικό πλαίσιο του ηλεκτρονικού εμπορίου, ΔΕΕ 2000,1088). Στις υπόλοιπες, άτυπες, συμβάσεις, η κατάρτισή τους μπορεί να γίνει μέσω ηλεκτρονικών εγγράφων και ειδικά μέσω του διαδικτύου είτε με συμπλήρωση στοιχείων σε προκαθορισμένες φόρμες των δικτυακών τόπων, είτε με ανταλλαγή δηλώσεων βουλήσεως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Με τις μεθόδους αυτές τα συμβαλλόμενα μέρη αναγνωρίζουν ότι συμβάλλονται εγκύρως, ακριβώς διότι δεν αμφισβητείται η ταυτότητα του αποστολέα και το περιεχόμενο της δηλώσεως βουλήσεώς του, έτσι όπως αυτή εξασφαλίζεται κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα με την αναφορά στο ηλεκτρονικό μήνυμα της ηλεκτρονικής διεύθυνσής του. Κατόπιν αυτών στις συμβάσεις οι οποίες καταρτίζονται μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στις οποίες εφαρμογή έχει το ελληνικό δίκαιο, η απόδειξη της δηλώσεως βουλήσεως των συμβαλλομένων είναι δυνατόν να συντελεσθή υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα μέσω επικυρωμένων από πληρεξούσιο δικηγόρο, αντιγράφων των περιεχομένων στο σκληρό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή, μηνυμάτων των συμβαλλομένων.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 8 παρ. 16 Ν 1882/1990 «Μέτρα για την περιστολή της φοροδιαφυγής κ.λπ.», συμφωνητικά που καταρτίζονται μεταξύ επιτηδευματιών τρίτων για οποιαδήποτε συναλλαγή θεωρούνται σε δέκα (10) ημέρες από την ημερομηνίας καταρτίσεως και υπογραφής από την αρμόδια ΔΟΥ, άλλως είναι ανίσχυρα και δεν έχουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Η διάταξη αυτή, στα πλαίσια των μέτρων που ο προαναφερόμενος νόμος θεσπίζει για την περιστολή της φοροδιαφυγής, ενόψει δε και του υπότιτλου αυτή; (διαδικασία υποβολής στοιχείων για τον προσδιορισμό του εισοδήματος των επιτηδευματιών), υποχρεώνει τους επιτηδευματίες, που συναλλάσσονται μεταξύ τους ή με τρίτους, να υποβάλλουν, στην αρμόδια οικονομική υπηρεσία (ΔΟΥ) για θεώρηση τα συμφωνητικά που αφορούν τέτοιες συναλλαγές, προκειμένου τα προερχόμενα από αυτές εισοδήματα, στον προσδιορισμό των οποίων αποβλέπει, να μη διαφεύγουν από την προβλεπόμενη γι’ αυτά φορολογία με την κατασκευή εκ των υστέρων ανακριβών φορολογικών στοιχείων και συνακόλουθα να διαπιστώνεται η πραγματική φοροδοτική ικανότητα των επιτηδευματιών και να επιβάλλεται το προσήκον φορολογικό βάρος.
Ενόψει του επιδιωκόμενου σκοπού της, με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 παρ. 16 Ν 1882/1990 είναι φανερό ότι δεν καθιερώνεται γενικώς το ανίσχυρο κάθε συμφωνητικού, εφόσον τούτο δεν έχει υποβληθεί εμπρόθεσμα προς θεώρηση στην αρμόδια ΔΟΥ, αλλά η δυσμενής αυτή συνέπεια ισχύει μόνον έναντι της φορολογικής αρχής, χωρίς η ακυρότητα να επεκτείνεται μεταξύ των συμβαλλομένων, δηλαδή η κύρωση της μη τήρησης της παραπάνω διατύπωσης δεν συνάπτεται με τη λειτουργία των δικαστηρίων και την απονομή της δικαιοσύνης και δεν σημαίνει ότι τα συμφωνητικά είναι ανεπίτρεπτα και απαγορευμένα ως αποδεικτικά μέσα της απαιτήσεως μεταξύ των ήδη διαδίκων, για μόνο το λόγο ότι δεν έχουν υποβληθεί εμπρόθεσμα στην αρμόδια ΔΟΥ για θεώρηση (βλ. ΑΠ 1968/2002 ΔΕΕ 2002,334 επ.)

Η αιτούσα ζητεί να εκδοθεί Διαταγή Πληρωμής κατά της καθ’ ης με βάση τα έγγραφα που αναφέρονται στην αίτησή της, ήτοι: 1) το νόμιμα χαρτοσημασμένο επικυρωμένο αντίγραφο του από 18:46:45 11 Oct 2012 ηλεκτρονικού μηνύματος (e-mail) που απέστειλε η καθ’ ης στην αιτούσα, και ειδικότερα ο νόμιμος εκπρόσωπός της, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ήτοι από την ηλεκτρονική διεύθυνσή του (m.@.com) στην ηλεκτρονική διεύθυνση της αιτούσας, και ειδικότερα στον διευθυντή του ξενοδοχείου της αιτούσας, ήτοι (@hotmail.com), με το οποίο η καθ’ ης επιβεβαίωσε- ανεγνώρισε το ποσό της προς την αιτούσα οφειλής της. Το εν λόγω από 18:46:45 11 Oct 2012 ηλεκτρονικό μήνυμα (e-mail), που απέστειλε η καθ’ ης στην αιτούσα, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, αποτελεί αποτύπωση από την εγγραφή δεδομένων στο μαγνητικό δίσκο του ηλεκτρονικού υπολογιστή της καθ’ ης, η οποία αφού έγινε αντικείμενο επεξεργασίας, με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατέστη αναγνώσιμη από τον εκτυπωτή της συσκευής του ηλεκτρονικού υπολογιστή της αιτούσας. Κατά τον τρόπο αυτό αποτυπώθηκε μηχανικά το γεγονός της αυτόματης μετάδοσης του μηνύματος σε δύο ταυτόσημα κείμενα, εκείνο που παραμένει στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της καθ’ ης-αποστολέα και εκείνο που καταχωρήθηκε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή της αιτούσας-αποδέκτη. Συνεπώς, το ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα, δεδομένου ότι περιήλθε στην αιτούσα, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη αποτελεί ιδιωτικό έγγραφο προερχόμενο από τον εκδότη, η ηλεκτρονική διεύθυνση του οποίου έχει αποτυπωθεί σε αυτό, παρέχει δε πλήρη απόδειξη για τα γεγονότα ή τα πράγματα που αναγράφει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 445 και 448 παρ. 2 ΚΠολΔ. 2) επικυρωμένο αντίγραφο του από 17:59:41 11 Oct 2012 ηλεκτρονικού μηνύματος (e-mail), που απέστειλε η αιτούσα στην καθ’ ης, μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, και ειδικότερα από τον διευθυντή του ξενοδοχείου της αιτούσας, ήτοι (@hotmail.com) στην ηλεκτρονική διεύθυνση του νόμιμου εκπροσώπου της καθ’ ης, ήτοι (m@.com). από το οποίο προκύπτει η αιτία της οφειλής της καθ’ ης προς την αιτούσα. Το ανωτέρω ηλεκτρονικό μήνυμα, δεδομένου ότι περιήλθε στην καθ’ ης, σύμφωνα με την ανωτέρω νομική σκέψη αποτελεί και αυτό ιδιωτικό έγγραφο προερχόμενο από τον εκδότη, η ηλεκτρονική διεύθυνση του οποίου έχει αποτυπωθεί σε αυτό, παρέχει δε πλήρη απόδειξη για τα γεγονότα ή τα πράγματα που αναγράφει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 445 και 448 παρ. 2 ΚΠολΔ. 3) Αντίγραφο του δημοσιευμένου υπ’ αριθμ. …/18.4.2008 ΦΕΚ ΑΕ – ΕΠΕ με θέμα την τροποποίηση του καταστατικού της καθ’ ης. 4) Αντίγραφο του δημοσιευμένου υπ’ αριθμ. …/10.7.2012 ΦΕΚ ΑΕ – ΕΠΕ με θέμα τη συγκρότηση ΔΣ της καθ’ ης από το οποίο προκύπτει ότι νόμιμος εκπρόσωπος της καθ’ ης το εν λόγω χρονικό διάστημα ήταν ο N.K., του οποίου το όνομα αναγράφεται και στα παραπάνω προσκομιζόμενα ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails) να εκπροσωπεί στην εν λόγω εμπορική συναλλαγή την καθ’ ης. 5) Την υπ’ αριθμ. …/19.12.2012 Έκθεση Επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ι. Τ. με την οποία επιδόθηκε στο νόμιμο εκπρόσωπο της καθ’ ης, Εξώδικη Δήλωση της αιτούσας προς την καθ’ ης με την οποία η αιτούσα όχλησε εκ νέου την καθ’ ης να την εξοφλήσει μέσα σε δύο μέρες από την κοινοποίηση, η τελευταία δε δεν ανταποκρίθηκε. 6) Επικυρωμένο αντίγραφο της από 30.10.2012 εξώδικης δήλωσης-αναγγελίας-γνωστοποίησης, με την οποία η αιτούσα ανήγγειλε και διαμαρτυρήθηκε στην Περιφερειακή Υπηρεσία Τουρισμού Κρήτης-ΠΥΤ για την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της καθ’ ης, και 7) την από 8.1.2013 συστημένη επιστολή την οποία της κοινοποίησε ο EOT αφού έλαβε υπόψη του την παραπάνω γνωστοποίηση αναγγελίας.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση, στηριζόμενη στα άρθρα 623 επ. ΚΠολΔ, νόμιμα και αρμόδια καθύλην και κατά τόπο κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, είναι δε νόμιμη, παραδεκτή και ορισμένη και αποδεικνύεται ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, από τα παραπάνω προσκομιζόμενα έγγραφα.

BILETA 29th Annual Conference

CALL FOR PAPERS
 
The theme of this year's international conference is: Legal regulation & Education: Doing the right thing? Delegates are invited to submit papers relating to law, technology and legal education that examine whether existing laws target the ‘right things' and provide adequate protection for rights. If not, what is the right thing to do? Are educationalists doing the right thing in developing moocs, spocs, virtual learning environments etc.?
Relevant topics include: Cybercrime & Cyberwarfare, Darknet, Data protection, Domain names, e-Democracy, e-Commerce, e-Government, e-Health, e-Learning and Legal Education, e-money, Human Rights, Intellectual Property, Intermediary Regulation, Net Neutrality, Pornography,  Professional Legal Practice and Surveillance.

Abstract Submission: An abstract (not exceeding 700words), which includes: Title, Theoretical/Empirical Framework and Argument should be submitted via Easy Chair: https://www.easychair.org/conferences/?conf=bileta2014
Deadlines:
a. 14th January 2014: Submission of abstracts (subject to double blind review).
b. 7th February 2014: Notification of acceptances.
c. 14th March 2014: Full Papers (between 7,000 and 10,000 words, excluding footnotes).

Postgraduate Prize: A prize of £100 will be awarded to the best postgraduate conference paper. To be eligible for the prize a full paper must be submitted by the 28th March 2014.
Conference Registration: Once the proposal is accepted, the author (or a minimum of one of the authors, if there are multiple authors) must also register for the conference so that the details can be included in the Final Conference Programme.
Publication Opportunities: Authors of full papers accepted and presented at the conference will be invited to submit their paper for consideration for publication in special editions of the following peer reviewed journals (print journal International Review of Law Computers & Technology) and (open access, online journals: European Journal of Law and Technology, and Script-ed).
Queries: Questions regarding submissions etc. should be directed to the Conference Organiser, Dr Karen Mc Cullagh, via: bileta2014@uea.ac.uk

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

e-JUSTICE: Προκλήσεις και προβλήματα στην κοινωνία της πληροφορίας

Ο Όμιλος Νομικού Προβληματισμού «Έρεισμα ΔΡΑσης» διοργανώνει επιστημονική εκδήλωση με θέμα «e-JUSTICE: Προκλήσεις και προβλήματα στην κοινωνία της πληροφορίας» στο Αμφιθέατρο του ΔΣΘ «Ιωάννης Μανωλεδάκης» (Τσιμισκή 103, Διαγώνιος) την Τετάρτη 4 Δεκεμβρίου και ώρα 19:00 με τους παρακάτω εισηγητές:

- Ιωάννης Ιγγλεζάκης 
Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ.
«Το δικαίωμα στην ψηφιακή λήθη» 

- Γεώργιος Νούσκαλης
Λέκτορας Τμήματος Νομικής Α.Π.Θ.
«Αξιόποινη επεξεργασία προσωπικών δεδομένων
στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης»

- Δημήτριος Παρλίτσης
Προϊστάμενος Διεύθυνσης Μηχανογράφησης Δ.Σ.Θ.
«Προβλήματα ασφάλειας στην ηλεκτρονική κατάθεση δικογράφων και τρόποι επίλυσής τους»

- Απόστολος Άνθιμος
Δ.Ν. Δικηγόρος
Παρέμβαση

Δευτέρα 11 Νοεμβρίου 2013

Προστασία Προσωπικών Δεδομένων - Σύγχρονες Θέσεις και Αναζητήσεις

Ημερίδα, Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου 2013
Προστασία Προσωπικών Δεδομένων - Σύγχρονες Θέσεις και Αναζητήσεις

Νομική Βιβλιοθήκη, Αίθουσα Ευρώπη, ώρα 16.00 μ.μ. - 19.00 μ.μ.http://events.ihrc.gr/cidp2013/
Διοργάνωση της e-Themis και της Νομικής Βιβλιοθήκης

Ομιλητές:

  1. Κωνσταντίνος Χριστοδούλου, Αν. Καθηγητής Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών: Προστασία προσωπικών δεδομένων στην ιδιωτική ασφάλιση
  2. Μαρία Κανελλοπούλου-Μπότη, Επίκουρη Καθηγήτρια Ιονίου Πανεπιστημίου: Η Τροποποίηση της Οδηγίας για τα προσωπικά δεδομένα-εξελίξεις
  3. Δρ. Φερενίκη Παναγοπούλου-Κουτνατζή, Ειδική Επιστήμων ΑΠΔΠΧ, Νομικός: Περί της οικιακής χρήσεως των προσωπικών δεδομένων
  4. Δρ. Δημήτριος Ζωγραφόπουλος, Ειδικός επιστήμων ΑΠΔΠΧ, Νομικός: Prophiling
  5. Ευανθία Χατζηλιάση, Ειδική Επιστήμων ΑΠΔΠΧ, Νομικός και Δρ. Αθηνά Μπούρκα, Ειδική Επιστήμων ΑΠΔΠΧ, Πληροφορικός: Βιομετρικά δεδομένα
  6. Δρ. Χριστίνα Ακριβοπούλου: Πρόσβαση σε στοιχεία περιουσιακής κατάστασης ανωτάτων αξιωματούχων και προστασία προσωπικών δεδομένων
  7. Δρ. Τάνια Κυριάκου, Δικηγόρος: Η πρόσβαση σε δημόσια έγγραφα
  8. Δημήτρης Αναστασόπουλος, Δικηγόρος, LLM

Πέμπτη 31 Οκτωβρίου 2013

CyNC 2013 – Cybercrime Network Conference

Sunday 8th December - Tuesday 10th December, 2013
New Science Centre, UCD, Dublin, Ireland



The conference, hosted by UCD Centre for Cybersecurity and Cybercrime Investigation, is the first of its kind. This inaugural event will bring together Cybercrime Centres of Excellence from across Europe to showcase the efforts taking place to combat crime in the cyber environment.
The conference agenda has been designed to appeal to all stakeholders working in the cyber sphere, including law enforcement, academia, industry and government.
The objective of the conference is to add tangible value to the fight against cybercrime, and will include demonstrations of open source forensic tools, investigator training workshops and updates from experts working in the field.
There will be opportunities for participants to network across the cyber sectors, view the outputs of the national Centres of Excellence and to engage in productive discussions on the future cyber landscape.
For information about the conference, please contact cci.info@ucd.iehttp://www.ucd.ie/cci/cync/

Κυριακή 27 Οκτωβρίου 2013

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΟΜΙΚΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ

-->

Ιωάννης Δ. Ιγγλεζάκης, Επικ. Καθηγητής Νομικής Σχολή ΑΠΘ, Δικηγόρος Θεσσαλονίκης

Η ιστορία της νομικής πληροφορικής είναι στενά συνυφασμένη με μια σημαντική τεχνολογική ανακάλυψη: την ανάκτηση πληροφορίας από νομικά κείμενα, η οποία δράττει δάφνες σήμερα, καθώς χρησιμοποιείται από τις μηχανές αναζήτησης, οι οποίες έχουν κεντρική σημασία στο σύγχρονο Διαδίκτυο. Η διαφορά αυτής της τεχνολογικής καινοτομίας από άλλες, αντίστοιχες, είναι ότι δεν αναπτύχθηκε στο πλαίσιο στρατιωτικών εφαρμογών. Αυτό, συνέβη όσον αφορά τον πρώτο ψηφιακό υπολογιστή, τον γνωστό ως ENIAC, ο οποίος αναπτύχθηκε για να χρησιμεύσει στην βαλιστική έρευνα και του οποίου η πρώτη αποστολή ήταν να εκτελεί υπολογισμούς σχετικά με τη δυνατότητα κατασκευής της βόμβας υδρογόνου. Το Διαδίκτυο, επίσης, αναπτύχθηκε, ως ένα στρατιωτικό δίκτυο, το ARPANET που έθεσε σε λειτουργία το 1969 η αμερικανική υπηρεσία ερευνών ARPA, και ως στόχο είχε να λειτουργεί ως ένα αποκεντρωμένο δίκτυο που θα λειτουργούσε ακόμα και αν τίθονταν εκτός λειτουργίας ένα μέρος του δικτύου μετά από επίθεση, λ.χ., με πυρηνικά όπλα.
Αντιθέτως, η ανάπτυξη της τεχνολογίας ανάκτησης πληροφοριών είχε ως σκοπό την προσαρμογή των νομοθετικών κειμένων στην πολιτική ορθότητα που επέβαλε το νέο πολιτικό κλίμα στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του ’50[1]. Συγκεκριμένα, με ένα νομοσχέδιο που κατατέθηκε το 1956 προς ψήφιση στην πολιτεία της Πενσυλβάνιας ορίσθηκε ότι ο όρος «καθυστερημένο παιδί» (retarded child) πρέπει να αντικατασταθεί με την πιο ουδέτερη φράση «ιδιαίτερο παιδί» (exceptional child). Ωστόσο, με βάση τη νομοθεσία της πολιτείας αυτής, ήταν απαραίτητο το νομοσχέδιο να καθορίζει τις νομικές διατάξεις που περιείχαν τον σχετικό όρο. Επειδή τούτο δεν ήταν ευχερές, οι νομοθέτες απευθύνθηκαν στη Σχολή Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου της Πενσυλβάνιας και ανέθεσαν στον καθηγητή John F. Horty να λύσει το πρόβλημα.
Μετά την αποτυχία των αρχικών προσπαθειών ανεύρεσης των επιμέρους διατάξεων με συμβατικές μεθόδους (χειρωνακτικά), ο καθηγητής Horty απευθύνθηκε για συνεργασία στο Κέντρο Επεξεργασίας Δεδομένων και Υπολογιστών και επιχείρησε να επιλύσει το πρόβλημα χρησιμοποιώντας μια ρηξικέλευθη για την εποχή προσέγγιση, την ανάκτηση πληροφορίας (information retrieval). Όλο το υλικό καταγράφηκε σε διάτρητες κάρτες και έγινε επαλήθευσή του με διπλή διάτρηση. Το σύστημα του Horty επεξεργαζόταν το πηγαίο κείμενο και δημιουργούσε δύο αρχεία, ένα αρχείο κειμένου με το αρχικό κείμενο μαζί με ένα ευρετήριο, το οποίο περιείχε τη διεύθυνση κάθε στοιχείου του κειμένου (π.χ., τμήμα 2, παράγραφος 3 αρχίζει στη θέση n στη μαγνητική κάρτα) και ένα δεύτερο αρχείο αναζήτησης, στο οποίο ταξινομούνταν όλες οι λέξεις του κειμένου με αλφαβητική σειρά και με τη διεύθυνση της λέξης. Το αρχείο αναζήτησης ήταν ένα είδος ευρετηρίου του κειμένου, το οποίο λειτουργούσε ως εξής: όταν ο χρήστης αναζητούσε μια λέξη, όπως π.χ. «παιδί», το σύστημα του επέστρεφε την πληροφορία ότι αυτή η λέξη απαντάται σε δύο τμήματα του νομοθετικού κειμένου που περιέχεται στη βάση δεδομένων. Έτσι, έδινε την εντύπωση στον χρήστη ότι κάνει αναζήτηση στο πλήρες κείμενο του νόμου.
Με τον τρόπο αυτό κατέστη ευχερές έργο η ανάγνωση από τον η/υ του υλικού και η ανάκτηση όλων των θέσεων στις οποίες αναφερόταν η λέξη «καθυστερημένο» και η λέξη «παιδί», καθώς και γραμματικές παραλλαγές του[2]. Το έργο της εύρεσης του σχετικού όρου στη νομοθεσία της υγείας μπόρεσε, έτσι, να ολοκληρωθεί, αλλά έγινε σαφές ότι η μέθοδος που χρησιμοποίησε ο καθηγητής Horty μπορούσε να αξιοποιηθεί και για την εύρεση οποιουδήποτε όρου αναζήτησης σε νομικά κείμενα[3].
Αυτός ήταν και ο λόγος που η τεχνολογία της ανάκτησης νομικών πληροφοριών παρουσιάσθηκε σε συνέδριο του αμερικανικού δικηγορικού συλλόγου (ΑΒΑ), ενώ στη συνέχεια χρησιμοποιήθηκε από μια ιδιωτική εταιρία, την Aspen (με αρχική ονομασία Automated Law Searching), η οποία μετάφρασε σε κώδικα τον Κώδικα των ΗΠΑ και νομοθετήματα όλων των πολιτειών και άλλους νόμους και νομολογία, ενώ παρείχε και άλλες υπηρεσίες, όπως κατάρτιση νομοσχεδίων, συλλογή νομοθεσιών σε έντυπη μορφή κλπ[4].
Η ανάκτηση νομικών πληροφοριών σήμερα, βεβαίως, έχει καταστεί κοινή πρακτική σε όλες τις προηγμένες χώρες του κόσμου και κατά τούτο, η σύλληψη του Horty υπήρξε επαναστατική και τον έφερε στην παγκόσμια τεχνολογική πρωτοπορία. Συνακόλουθα, διαπιστώνεται ότι η ανάγκη εξεύρεσης μιας μεθοδολογίας για την εύρεση της νομικής πληροφορίας οδήγησε σε μια τεχνολογική καινοτομία και ανύψωσε τους νομικούς επιστήμονες στην avant-garde της τεχνολογίας της πληροφορικής, η οποία έμελε να αναπτυχθεί ραγδαία κατά τις επόμενες δεκαετίες. Η τεχνολογία δε αυτή, της ανάκτησης πληροφορίας, είναι από τις τεχνολογίες-κλειδιά του Διαδικτύου σήμερα, καθώς η περιήγηση στο αχανές αυτό περιβάλλον είναι αδύνατη χωρίς τη βοήθεια ενός ευρετηρίου, όπως αυτό που διαθέτουν οι μηχανές αναζήτησης.
Σε θεωρητικό επίπεδο, η νομική πληροφορική θεμελιώθηκε από τον αμερικανό Lee Loevinger, ο οποίος εισήγαγε τον όρο δικαιομετρική (jurismetrics) στο νομικό λεξιλόγιο. Εκτός από τον Loevinger και άλλοι συγγραφείς υπογράμμισαν τη σημασία της εφαρμογής επιστημονικών μεθόδων για την ανάλυση νομικών κειμένων, όπως ο Baade[5], αλλά και οι Franken και De Mulder. Ο Franken όρισε το αντικείμενο της δικαιομετρικής ως την εφαρμογή ποσοτικών μεθόδων σε νομικά προβλήματα, αλλά στη βάση θεωρητικών αναζητήσεων, όπως είναι η θεωρία των κυβερνητικών συστημάτων, ενώ, αντίστοιχα, ο De Mulder προσεγγίζει τη δικαιομετρική ως τη μελέτη της εμπειρικής διάστασης του δικαίου[6].
Η δικαιομετρική παρουσιάζει ομοιότητες με την οικονομετρία και παρά το γεγονός ότι οι νομικοί – σε αντίθεση με τους οικονομολόγους – δεν είναι εξοικειωμένοι με την εφαρμογή μαθηματικών μεθόδων, η ανάλυση ιδίως της νομολογίας με τη δικαιομετρική και η μελέτη της νομικής γλώσσας παρουσιάζει ενδιαφέρον, διότι δύναται να παρέχει στοιχεία που μπορεί να βοηθήσουν στην εκτίμηση των κινδύνων και εξόδων νομικών υποθέσεων[7].  Ωστόσο, η έρευνα των εφαρμογών της δικαιομετρικών υπήρξε πολύ περιορισμένη, σε αντίθεση με την έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής που συγκεντρώνει το ενδιαφέρον πλήθους ερευνητών.
Η νομική πληροφορική ως ένας νέος κλάδος της νομικής επιστήμης άρχισε να γνωρίζει άνθηση στις ΗΠΑ κατά τη δεκαετία του 1960. Κυκλοφόρησαν τα πρώτα περιοδικά νομικής πληροφορικής: Law and Computer Journal, Jurimetrics Journal, Rutgers Journal of Law and Technology. Η σημαντικότερη εφαρμογή της πληροφορικής αφορούσε τη νομική τεκμηρίωση, καθώς εμφανίσθηκαν τα πρώτα εμπορικά συστήματα νομικής πληροφόρησης και σύντομα κυριάρχησαν τα μεγάλα συστήματα πληροφόρησης, οι τράπεζες πληροφοριών Westlaw και Lexis[8]. Η βάση δεδομένων LEXIS παρουσιάστηκε στην Ν. Υόρκη το 1970 και άρχισε τη λειτουργία της σε εμπορική κλίμακα το 1973, παρουσίασε δε μεγάλη επιτυχία και περί τα τέλη του 1970 λέγεται ότι όλες οι μεγάλες δικηγορικές εταιρίες των ΗΠΑ ήταν πελάτες της[9]. Ο μεγάλος ανταγωνιστής της LEXIS ήταν η εκδοτική εταιρία (στο χώρο των νομικών εκδόσεων) West. Η τελευταία ανέπτυξε το δικό της σύστημα νομικής τεκμηρίωσης, τη Westlaw, το 1975. Αρχικά, η βάση δεδομένων Westlaw περιείχε μόνο μια σύντομη περίληψη των δικαστικών αποφάσεων, αλλά το 1978 άλλαξε πολιτική και ενσωμάτωσε και το πλήρες κείμενο των αποφάσεων[10].

Την δεκαετία του 1960 αρχίζει η ερευνητική δραστηριότητα στον τομέα της νομικής πληροφορικής και στην Ευρώπη. Ο Βρετανός Bryan Niblett εμπνεύστηκε από το έργο του Horty κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ και επιχείρησε να δημιουργήσει ένα παρόμοιο σύστημα. Έτσι, κατασκεύασε ένα σύστημα νομικής τεκμηρίωσης, το STATUS, το οποίο όμως περιορίσθηκε στις ρυθμίσεις περί ατομικής ενέργειας. Ερευνητικές δραστηριότητες βασιζόμενες στο σύστημα STATUS επεκτάθηκαν και στην Αυστραλία, την Ολλανδία και τη Νορβηγία. Παρόμοια και ο Colin Tapper έχοντας υπόψη του την ερευνητική δραστηριότητα του Horty, πειραματίσθηκε στο Magdalene College της Οξφόρδης με συστήματα νομικής τεκμηρίωσης[11].
Στον Ευρωπαϊκό χώρο μεγάλη επιρροή άσκησε η μελέτη του Σπύρου Σημίτη με θέμα την πληροφοριακή κρίση του δικαίου, η οποία δημοσιεύθηκε το 1970[12]. Κεντρική ιδέα στο βιβλίο αυτό ήταν ότι με την αύξηση του ρυθμού προσφυγής των πολιτών στο σύγχρονο παρεμβατικό κράτος ήταν αναγκαίο να γίνει πιο αποδοτική η νομική έρευνα και για το σκοπό αυτό θεωρήθηκε απαραίτητη η χρησιμοποίηση συστημάτων νομικής πληροφόρησης.
Πράγματι, το εθνικό σύστημα νομικής πληροφόρησης της Γερμανίας άρχισε να σχεδιάζεται από το Υπουργείο Δικαιοσύνης ήδη το 1967 με την υποστήριξη καθηγητών Νομικής όπως ήταν ο Fiedler, ο Simitis και ο Klug. Ακολούθησε η έκδοση σχετικής έκθεσης το 1972[13], βάσει της οποίας τέθηκε σε λειτουργία το σύστημα JURIS. Παράλληλα, σημειώνεται αξιοσημείωτη επιστημονική δραστηριότητα στο σχετικό τομέα στη Γερμανία που τη φέρνει στην πρωτοπορία της έρευνας, στην Ευρώπη[14].
Αλλά και σε άλλες δυτικοευρωπαϊκές χώρες, άνθησε η έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής κατά τις δεκαετίας του 1960 και 1970 και τέθηκαν οι βάσεις για την περαιτέρω ανάπτυξή του. Στην Ιταλία αναπτύχθηκε στο Ακυρωτικό Δικαστήριο (Corte di Cassazione) ένα σύστημα νομικής τεκμηρίωσης βασισμένο στις περιλήψεις των αποφάσεων του δικαίου και με τη χρήση θησαυρού. Το σύστημα αυτό, ITALGIURE-FIND, επεκτάθηκε και αποτέλεσμα το παράδειγμα για τις δυνατότητες των ΤΠΕ. Στη Γαλλία ο καθηγητής Pierre Catala δημιούργησε το 1967 το Ερευνητικό Κέντρο IRETIJ[15], το οποίο είναι και το παλαιότερο στην Ευρώπη και στη συνέχεια ανέπτυξε το σύστημα τεκμηρίωσης δικαστικών αποφάσεων JURIDOC. Ακόμα, στο πλαίσιο του Conseil d’État δημιουργήθηκε το Κέντρο Ερευνών Νομικής Πληροφορικής CENIJ, το οποίο μετεξελίχθηκε στην υπηρεσία πληροφόρησης Legifrance.
Σημαντική ερευνητική προσπάθεια σημειώθηκε και σε χώρες, όπως είναι, μεταξύ άλλων, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Αυστρία[16]. Στη χώρα μας, ξεχωρίζει η δραστηριότητα του ερευνητικού κύκλου του καθηγητή Δ. Ευρυγένη, ο οποίος από το 1977 συγκρότησε ομάδα εργασίας και ανέπτυξε το σύστημα INNOMOS στο Σπουδαστήριο του Τομέα Ιδιωτικού Διεθνούς Συγκριτικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ με σκοπό την έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής και ειδικότερα, την ηλεκτρονική επεξεργασία δικαστικών αποφάσεων[17].
 Στη δεκαετία του 1980 η νομική πληροφορική περνά από το στάδιο του πειραματισμού στην πρακτική εφαρμογή. Όπως προαναφέρθηκε, ο λόγος είναι η εξέλιξη του προσωπικού υπολογιστή, αλλά και η τηλεματική, δηλ. η διασύνδεση των η/υ μέσω τηλεπικοινωνιακών δικτύων. Έτσι έγινε δυνατή η χρήση νομικών βάσεων δεδομένων, ενώ αναπτύχθηκαν και εφαρμογές για το νομικό γραφείο (προγράμματα οργάνωσης δικηγορικού γραφείου και συμβολαιογραφείου)[18]. Στη Χώρα μας, το 1985 αναπτύχθηκε το πληροφοριακό σύστημα LEX στις Νομικές Υπηρεσίες Διοικήσεως (ήδη ΝΣΚ), το οποίο μετεξελίχθηκε στο σύστημα ΕΛΛΑΣ LEX και το οποίο περιείχε περιλήψεις δικαστικών αποφάσεων και νομοθεσία[19]. Αργότερα και πιο συγκεκριμένα, τη δεκαετία του 1990 αναπτύχθηκε η βάση νομικών δεδομένων ΝΟΜΟΣ[20] που παρέχει ολοκληρωμένη νομική πληροφόρηση, καθώς και άλλες βάσεις δεδομένων, όπως είναι η τράπεζα πληροφοριών ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ[21] του ΔΣΑ, ενώ περιλήφθηκε και στο πρόγραμμα σπουδών της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και της Νομικής Σχολής του ΕΚΠΑ, το μάθημα της ηλεκτρονικής επεξεργασίας του δικαίου και το μάθημα της νομικής πληροφορικής, αντίστοιχα.
Επίσης, το 1987 διοργανώθηκε το πρώτο συνέδριο για την τεχνητή νοημοσύνη και τις εφαρμογές της στο δίκαιο (First International Conference on Artificial Intelligence and Law), το οποίο έκτοτε επαναλαμβάνεται τακτικά, υπό την αιγίδα της Διεθνούς Ένωσης για την τεχνητή Νοημοσύνη και το Δίκαιο (International Association for Artificial Intelligence and Law)[22]. Στη δεκαετία του 1980, άλλωστε, άνθησε η έρευνα για την εφαρμογή της εν λόγω τεχνολογίας στο δίκαιο, η οποία, όμως όπως προαναφέρθηκε, δεν απέδωσε τους αναμενόμενους καρπούς.
Στη συνέχεια, στη δεκαετία του ’90 η εκρηκτική ανάπτυξη του Διαδικτύου με την εμφάνιση του Παγκόσμιού Ιστού (World Wide Web), είχε ως αποτέλεσμα να ολοκληρωθεί η τεχνολογική επανάσταση της πληροφορικής και να καταστούν τα ψηφιακά προϊόντα και οι υπηρεσίες προσιτά σε όλους, καθιστώντας παράλληλα άλλες υπηρεσίες, όπως είναι η διάθεση βάσεων δεδομένων μέσω CD-ROM, ανεπίκαιρες. Πέρα από τη νομική τεκμηρίωση, η έρευνα στον τομέα της νομικής πληροφορικής προσανατολίζεται στην ανάπτυξη «ευφυών» συστημάτων, συστημάτων δηλ. που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη, ενώ η τεχνολογία του Διαδικτύου αλλάζει ριζικά τον τρόπο που λειτουργεί το νομικό γραφείο, όπως προαναφέρθηκε.
 Στη νέα χιλιετία, η έρευνα προσανατολίζεται, μεταξύ άλλων, στα ζητήματα που αφορούν τη διάθεση νομικού περιεχομένου στο Διαδίκτυο, την ανάπτυξη συστημάτων που βασίζονται στη γνώση (knowledge-based systems), το σχεδιασμό νομικών οντολογιών και σημασιολογικών λεξικών, τις νομικές εφαρμογές του σημασιολογικού Διαδικτύου, τα πρότυπα XML κοκ.



[1]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite: A bried History of Legal Information Retrieval, in: A History of Legal Informatics, Lefis Series Vol 9, number 4(2010), σελ. 23 επ.
[2]. Βλ. σχετικά J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 25 και επ.
[3]. Βλ. J. Bing, Handbook of Legal Information Retrieval, 1991, σελ. 258.
[4]. Βλ. J. Bing, Handbook of Legal Information Retrieval, ό.π., σελ. 260.
[5]. Βλ. παραπάνω, υπό 2.
[6]. Για τα παραπάνω βλ. R. De Mulder/K. v. Noortwijk/L. Combrink-Kuiters, Jurimetrics please!, in:  A History of Legal Informatics, Lefis Series Vol 9, number 4(2010), σελ. 147 επ. (149).
[7]. Βλ. R. De Mulder/K. v. Noortwijk/L. Combrink-Kuiters, σελ. 171 επ.
[8]. Βλ. G. Sartor, L’Informatica Giuridica e le Tecnologie dell’ Informazione, ό.π., σελ. 28.
[9]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 37.
[10]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 40.
[11]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 27-28.
[12]. Βλ. S. Simitis, Informationskrise des Rechts und Datenverarbeitung, 1970.
[13]. Βλ. Gesellschaft für Mathematik und Datenverarbeitung, Das Juristische Informationssystem, 1972.
[14]. Βλ. J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 31.
[15]. Βλ. P. Catala, Création d’un Laboratoire: L’Iretij, στο έργο του ίδιου, Le droit à l’épreuve du numérique, 1998, σελ. 41 επ.
[16]. Βλ. αναλυτικά J. Bing, Let there be Lite, ό.π., σελ. 33 επ.
[17]. Βλ. D.J. Evrigenis/A.J. Passias, Innomos: une expérience dans le domaine du stockage et du traitement électroniques de l’information juridique, στον τόμο: Α. Πασσιάς, Πληροφορική και Δίκαιο, 1987, σελ. 25 επ.
[18]. Βλ. G. Sartor, L’Informatica Giuridica e le Tecnologie dell’ Informazione, ό.π., σελ. 30 επ.
[19]. Βλ. Αραβαντινού, Εισαγωγή στη Νομοπληροφορική, ό.π., σελ. 141 επ.· Ν. Τζωρτζόπουλου, Το σύστημα νομικής πληροφορικής LEX, ΝοΒ 1986, σελ. 1362 επ.
[21]. Βλ. www.dsanet.gr