Κυριακή 11 Ιουνίου 2017

Διαγραφή δεδομένων από τις μηχανές αναζήτησης

Όπως είναι γνωστό, με την απόφαση  Google Spain SL και Google Inc. κατά Agencia Española de Protección de Datos (AEPD) και Mario Costeja González του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίσθηκε το δικαίωμα στη λήθη, έναντι - καταρχήν - των μηχανών αναζήτησης στο διαδίκτυο.

Ειδικότερα, η απόφαση δέχθηκε τα εξής:
..... ο φορέας εκμετάλλευσης μηχανής αναζήτησης υποχρεούται να απαλείφει από τον κατάλογο αποτελεσμάτων, ο οποίος εμφανίζεται κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο ενός προσώπου, συνδέσμους προς δημοσιευμένες από τρίτους ιστοσελίδες που περιέχουν πληροφορίες σχετικές με το πρόσωπο αυτό, και στην περίπτωση κατά την οποία το ονοματεπώνυμο αυτό ή οι πληροφορίες αυτές δεν έχουν διαγραφεί προηγουμένως ή ταυτοχρόνως από τις ως άνω ιστοσελίδες, η υποχρέωση δε αυτή ισχύει ακόμη και όταν αυτή καθαυτή η δημοσίευση των επίμαχων πληροφοριών στις εν λόγω ιστοσελίδες είναι νόμιμη.
 ...πρέπει μεταξύ άλλων να εξετάζεται αν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δικαίωμα να πάψει η σχετική με το πρόσωπό του πληροφορία να συνδέεται, επί του παρόντος, με το ονοματεπώνυμό του μέσω του καταλόγου αποτελεσμάτων ο οποίος προκύπτει κατόπιν αναζήτησης που έχει διενεργηθεί με βάση το ονοματεπώνυμο αυτό, χωρίς πάντως η αναγνώριση του δικαιώματος αυτού να προϋποθέτει ότι η εμφάνιση της επίμαχης πληροφορίας στον κατάλογο αποτελεσμάτων προκαλεί βλάβη στο υποκείμενο των δεδομένων.
Αυτό δεν ισχύει όταν, για ειδικούς λόγους, όπως ο ρόλος που διαδραματίζει το εν λόγω υποκείμενο στον δημόσιο βίο, προκύπτει ότι η επέμβαση στα θεμελιώδη δικαιώματα του υποκειμένου δικαιολογείται από το υπέρτερο συμφέρον του κοινού για πρόσβαση στην επίμαχη πληροφορία συνεπεία της εμφάνισής της στον προαναφερθέντα κατάλογο.

Κάνοντας πράξη την απόφαση αυτή, η Google και οι άλλες μηχανές αναζήτησης, έθεσαν σε λειτουργία συστήματα διαγραφής. Ειδικά, η Google, λειτουργεί στη σελίδα: https://www.google.com/webmasters/tools/legal-removal-request?complaint_type=rtbf&visit_id=1-636314061776069401-4215593786&rd=1&pli=1  ένα σύστημα κατάργησης συνδέσμων προς ιστοσελίδες, στο οποίο περιλαμβάνεται μια φόρμα που πρέπει να συμπληρώσει ο αιτούμενος τη διαγραφή.



Μέχρι σήμερα, η Google έχει λάβει έναν πολύ μεγάλο αριθμό αιτημάτων (727.522, παγκοσμίως και 3.337 αιτήματα στην Ελλάδα), τα αιτήματα δε αυτά προέρχονται σε ποσοστό 95% από πολίτες που επιθυμούν να προστατεύσουν προσωπικές και απόρρητες πληροφορίες και όχι από πολιτικά πρόσωπα ή εγκληματήσαντεςΓίνεται, έτσι, σαφές ότι το δικαίωμα στη λήθη δεν καλύπτει τις "ασχήμιες" του παρελθόντος, αλλά αφορά εύλογα αιτήματα με σκοπό την προστασία της ιδιωτικότητας.

Ως προς το ερώτημα, "με ποια κριτήρια θα αποφασίζουν οι μηχανές αναζήτησης για τη διαγραφή αποτελεσμάτων αναζήτησης;", η ομάδα εργασίας του άρθρου 29, εξέδωσε ένα σχετικό έγγραφο:

GUIDELINES ON THE IMPLEMENTATION OF THE COURT OF JUSTICE OF THE EUROPEAN UNION JUDGMENT ON “GOOGLE SPAIN AND INC V. AGENCIA ESPAÑOLA DE PROTECCIÓN DE DATOS (AEPD) AND MARIO COSTEJA GONZÁLEZ” C-131/12
Σε αυτό περιλαμβάνονται μια λίστα κριτηρίων, με βάση τα οποία θα πρέπει να γίνεται η αξιολόγηση των αιτημάτων διαγραφής. Εν περιλήψει, τα κριτήρια είναι τα εξής:

1. Το αποτέλεσμα αναζήτησης αφορά φυσικό πρόσωπο, δηλ. άτομο; Και το αποτέλεσμα αναζήτησης εμφανίζεται με βάση το όνομα του υποκειμένου των δεδομένων; 
2. το υποκείμενο των δεδομένων διαδραματίζει ρόλο στη δημόσια ζωή; Είναι δημόσιο πρόσωπο; 
3. Το υποκείμενο των δεδομένων είναι ανήλικος; 
4. Τα δεδομένα είναι ακριβή; 
5. Τα δεδομένα είναι συναφή κι όχι περισσότερα από όσα χρειάζονται; 
6. Αφορούν την επαγγελματική ζωή του υποκειμένου; 
7. Το αποτέλεσμα της αναζήτησης συνδέεται με πληροφορίες που φέρεται να συνιστούν ρητορική μίσους/συκοφαντία/δυσφήμιση ή ανάλογα αδικήματα στον τομέα της έκφρασης κατά του προσφεύγοντος; 
8. Τα δεδομένα αντικατοπτρίζουν προσωπική γνώμη ή φαίνεται να είναι επιβεβαιωμένο γεγονός; 
9. Είναι ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα; 
10. Είναι τα δεδομένα επικαιροποιημένα; Τα στοιχεία διατίθενται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο από όσο απαιτείται για τον επιδιωκόμενο σκοπό; 
11. Η δημοσιοποίηση των δεδομένων έχει δυσανάλογες αρνητικές επιπτώσεις για την ιδιωτική ζωή του υποκειμένου των δεδομένων; 
12. Το αποτέλεσμα της αναζήτησης συνδέεται με πληροφορίες που θέτουν το υποκείμενο των δεδομένων σε κίνδυνο; 
13. Ποιο είναι το περικείμενο μέσα στο οποίο δημοσιεύτηκαν τα δεδομένα; Δημοσιοποιήθηκαν τα δεδομένα αυτά από το ίδιο το υποκείμενο; Θα μπορούσε να υπάρξει εύλογη προσδοκία από το υποκείμενο ότι τα δεδομένα θα δημοσιοποιηθούν; 
14. Το αρχικό κείμενο έχει δημοσιευθεί στο πλαίσιο δημοσιογραφικών σκοπών; 
15. Ο εκδότης των δεδομένων έχει τη νομική δύναμη ή τη νομική υποχρέωση να καθιστά τα δεδομένα διαθέσιμα στο κοινό; 
16. Τα δεδομένα αφορούν σε ποινικό αδίκημα;

Στην Ελλάδα, η Αρχή προστασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα έχει εκδώσει τρεις σημαντικές αποφάσεις στο θέμα αυτό. Δείτε σχετικά: https://www.lawspot.gr/nomika-blogs/vasilis-karkatzoynis/dikaioma-sti-lithi-3-simantikes-apofaseis-tis-apdph-gia-tin

Κυριακή 14 Μαΐου 2017

ΔΕΕ: ερμηνεία του όρου "έννομο συμφέρον" στο άρθρο 7 στοιχ. στ΄ της οδηγίας 95/46/ΕΚ

Μια σημαντική απόφαση για την ερμηνεία των κανόνων του δικαίου προστασίας προσωπικών δεδομένων εξέδωσε στις 4.5.2017 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) στην υπόθεση C-13/16 «Rīgas satiksme». Συγκεκριμένα, το προδικαστικό ερώτημα αφορούσε την ερμηνεία της έννοιας του εννόμου συμφέροντος του υπεύθυνου επεξεργασίας ως λόγο που νομιμοποιεί τη νομιμότητα της επεξεργασίας δεδομένων (άρθρο 7 στοιχ. 7 της οδηγίας 95/46 και άρθρο 5 παρ. 2 στοιχ. ε΄ ν. 2472/1997, αντίστοιχα).

Η αίτηση υποβλήθηκε στο πλαίσιο ένδικης διαφοράς μεταξύ του αρμόδιου γραφείου  για τη βεβαίωση τροχαίων παραβάσεων του διοικητικού δικαίου και υπαγόμενου στην εθνική αστυνομική διεύθυνση ασφάλειας της περιφέρειας της Ρίγας, στη Λετονία και της εταιρίας τρόλεϊ της πόλεως της Ρίγας (Rīgas satiksme), με αντικείμενο αίτημα γνωστοποιήσεως των δεδομένων ταυτοποιήσεως του υπαιτίου του ατυχήματος. Στη συγκεκριμένη περίπτωση έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα και η Rīgas satiksme υπέβαλε αίτηση στην αστυνομία, με την οποία ζητούσε πληροφορίες για το πρόσωπο στο οποίο είχε επιβληθεί διοικητική κύρωση μετά το ατύχημα, καθώς και αντίγραφα των δηλώσεων του οδηγού του ταξί και του επιβάτη σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος, καθώς και το ονοματεπώνυμο, τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του επιβάτη του ταξί. Η αστυνομία δέχθηκε εν μέρει την αίτηση της Rīgas satiksme και της κοινοποίησε το ονοματεπώνυμο του επιβάτη, αλλά αρνήθηκε να κοινοποιήσει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση κατοικίας του. Η Rīgas satiksme άσκησε προσφυγή ενώπιον του πρωτοβάθμιου διοικητικού δικαστηρίου κατά της αποφάσεως της αστυνομίας, στο μέτρο που αρνήθηκε να της αποκαλύψει τον αριθμό δελτίου ταυτότητας και τη διεύθυνση του εμπλεκομένου στο ατύχημα επιβάτη. Συνακόλουθα, το δικαστήριο δέχθηκε την προσφυγή της Rīgas satiksme και η αστυνομία άσκησε αναίρεση. Το Δικαστήριο όμως είχε αμφιβολίες σχετικά με την αποτελεσματικότητα των τρόπων αποκτήσεως δεδομένων και διευκρίνισε ότι εάν η υποβαλλόμενη στο ληξιαρχείο αίτηση αναφέρει μόνον το όνομα του επιβάτη του ταξί, ενδέχεται να μην είναι δυνατή η ταυτοποίησή του χωρίς τον αριθμό δελτίου ταυτότητας, διότι είναι δυνατό να έχουν το ίδιο ονοματεπώνυμο πλέον του ενός πρόσωπα, καθώς και ότι ο αιτών πρέπει να γνωρίζει τουλάχιστον τη διεύθυνση του τόπου κατοικίας του καθού προκειμένου να ασκήσει αίτηση ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων. Συνακόλουθα, υπέβαλε προδικαστικό ερώτημα διότι εκτίμησε ότι υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με την ερμηνεία του όρου «απαραίτητη» στο άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής.

Συνακόλουθα, τα ενδιαφέροντα στοιχεία της απόφασης, με την οποία γίνεται ερμηνεία της κρίσιμης διάταξης, είναι τα εξής:

Σύμφωνα με το ΔΕΕ, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46 δεν επιβάλλει, καθ’ εαυτό, υποχρέωση, αλλά εκφράζει απλώς τη δυνατότητα επεξεργασίας δεδομένων, όπως η ανακοίνωση σε τρίτο των δεδομένων που είναι απαραίτητα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου εκ μέρους του εννόμου συμφέροντος. Βεβαίως, η διάταξη αυτή δεν αντιτίθεται σε μια τέτοια γνωστοποίηση, σε περίπτωση που αυτή πραγματοποιείται βάσει του εθνικού δικαίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπει η διάταξη αυτή.

Ειδικότερα, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46 προβλέπει τρεις σωρευτικές προϋποθέσεις για τη σύννομη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και δη, πρώτον, την επιδίωξη εννόμου συμφέροντος εκ μέρους του υπευθύνου της επεξεργασίας ή του τρίτου ή των τρίτων στους οποίους ανακοινώνονται τα δεδομένα, δεύτερον, την αναγκαιότητα της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου εννόμου συμφέροντος και, τρίτον, την προϋπόθεση ότι δεν προέχουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του προσώπου το οποίο αφορά η προστασία των δεδομένων.

Όσον αφορά την προϋπόθεση σχετικά με την επιδίωξη εννόμου συμφέροντος, το ΔΕΕ έκρινε ότι είναι έννομο το συμφέρον που έχει τρίτος να αποκτήσει τις προσωπικές πληροφορίες προσώπου το οποίο επέφερε ζημία στην περιουσία του, ώστε να εναγάγει το πρόσωπο αυτό για αποζημίωση.

Περαιτέρω, όσον αφορά την προϋπόθεση περί αναγκαιότητας της επεξεργασίας των δεδομένων πρέπει να υπομνησθεί ότι οι παρεκκλίσεις και οι περιορισμοί της αρχής της προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να υπερβαίνουν το αυστηρώς αναγκαίο μέτρο. Συνεπώς, η γνωστοποίηση μόνον του ονοματεπωνύμου του υπαιτίου της ζημίας δεν αρκεί για να εξακριβωθεί επαρκώς η ταυτότητά του ώστε να καταστεί δυνατό να εναχθεί αυτός ενώπιον δικαστηρίου. Είναι, συνεπώς, αναγκαίο για τον σκοπό αυτό να παρασχεθεί και η διεύθυνση και/ή ο αριθμός δελτίου ταυτότητας του προσώπου αυτού.

Τέλος, όσον αφορά την προϋπόθεση της σταθμίσεως των επίμαχων αντιτιθεμένων δικαιωμάτων και συμφερόντων, αυτή εξαρτάται, κατ’ αρχήν, από τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περιπτώσεως. Σχετικά, δε το Δικαστήριο έχει αποφανθεί ότι είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι η σοβαρότητα της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο αφορά η εν λόγω επεξεργασία μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με το εάν τα επίδικα δεδομένα περιλαμβάνονται ήδη σε προσβάσιμες στο κοινό πηγές.

Με βάση όλα τα παραπάνω, το Δικαστήριο έδωσε την απάντηση ότι: το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας 95/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 24ης Οκτωβρίου 1995, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, έχει την έννοια ότι δεν επιβάλλει την υποχρέωση γνωστοποιήσεως δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε τρίτο, προκειμένου αυτός να μπορέσει να ασκήσει αγωγή αποζημιώσεως ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων για τη ζημία που του προκάλεσε το πρόσωπο το οποίο αφορά η προστασία των δεδομένων αυτών. Εντούτοις, το άρθρο 7, στοιχείο στʹ, της οδηγίας αυτής δεν αντιτίθεται σε μια τέτοιου είδους γνωστοποίηση βάσει του εθνικού δικαίου.










Παρασκευή 12 Μαΐου 2017

Επιστημονική Εκδήλωση ΕΝΑΣ

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΈΝωσης ΑΣτικολόγων διοργανώνει επιστημονική εκδήλωση την 1η Ιουνίου 2017, ημέρα ΠΕΜΠΤΗ και ώρα 19:00, στην Αίθουσα Εκδηλώσεων του ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΑΘΗΝΩΝ, Ακαδημίας 60 (1ος όροφος), Αθήνα, με θέμα:
Ζητήματα από τον νέο Κανονισμό (ΕΕ) 2016/679 για την προστασία δεδομένων

Εισηγητές:
•       Ευγενία Αλεξανδροπούλου-Αιγυπτιάδου, Καθηγήτρια Τμήματος Εφαρμοσμένης Πληροφορικής Πανεπιστημίου Μακεδονίας: «Καινοτόμες ρυθμίσεις του Κανονισμού 2016/679, με έμφαση στην προστασία των προσωπικών δεδομένων ανηλίκων»

•       Ιωάννης Ιγγλεζάκης, Αναπληρωτής Καθηγητής Νομικής Σχολής ΑΠΘ: «Το δικαίωμα στη λήθη»
•       Λίλιαν Μήτρου, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Τμήματος Μηχανικών Πληροφοριακών και Επικοινωνιακών Συστημάτων Πανεπιστημίου Αιγαίου: «Η συγκατάθεση ως βάση νομιμότητας της επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων στον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων»




Τρίτη 2 Μαΐου 2017

Πώληση συσκευής ανάγνωσης πολυμέσων που παραβιάζει το δικαίωμα παρουσίασης στο κοινό


Με την απόφαση στην υπόθεση C-527/15 (Stichting Brein), το ΔΕΕ αποφάνθηκε ότι η πώληση συσκευής ανάγνωσης πολυμέσων, στην οποία ενσωματώνονται αρχεία λογισμικού (add-ons) που καθιστούν δυνατή την προβολή σε οθόνη τηλεόρασης περιεχομένου από ιστοτόπους που μεταδίδουν σε ζωντανή ροή, συνιστά παρουσίαση στο κοινό, κατά την έννοια της οδηγίας 2001/29.

Ειδικότερα, τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν ως εξής: Ο J. F. W. πωλεί σε διάφορους διαδικτυακούς τόπους, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται ο δικός του ιστότοπος , διάφορα μοντέλα μιας διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων. Η διάταξη αυτή, η οποία πωλείται με την ονομασία «filmspeler», είναι μια συσκευή που λειτουργεί ως μέσο συνδέσεως μεταξύ, αφενός, μιας πηγής οπτικών και/ή ηχητικών δεδομένων και, αφετέρου, μιας οθόνης τηλεοράσεως. Στη διάταξη αυτή εγκατέστησε ένα λογισμικό ανοιχτής πηγής που καθιστά δυνατή την ανάγνωση αρχείων σε ένα εύχρηστο περιβάλλον διεπαφής μέσω ευρετηρίων, στο οποίο ενσωμάτωσε διαθέσιμα στο διαδίκτυο και κατασκευασμένα από τρίτους συμπληρωματικά αρχεία λογισμικού (πρόσθετα), χωρίς να τα τροποποιήσει, ορισμένα εκ των οποίων κατευθύνουν τους χρήστες του διαδικτύου σε συγκεκριμένους ιστοτόπους, στους οποίους διατίθενται προστατευόμενα έργα χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους. Τα εν λόγω πρόσθετα περιέχουν συνδέσμους οι οποίοι, όταν ενεργοποιούνται με το τηλεχειριστήριο της συγκεκριμένης διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, τη συνδέουν με ιστοτόπους μεταδόσεως σε συνεχή ροή που εκμεταλλεύονται τρίτοι και ορισμένοι εκ των οποίων παρέχουν πρόσβαση σε ψηφιακά δεδομένα με την άδεια των δικαιούχων τους, ενώ άλλοι παρέχουν πρόσβαση σε τέτοιου είδους δεδομένα χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους. Ειδικότερα, η λειτουργία των προσθέτων συνίσταται στη λήψη του επιθυμητού περιεχομένου από ιστοτόπους μεταδόσεως σε συνεχή ροή και στην εκκίνηση προβολής τους με ένα απλό κλικ στη συνδεδεμένη με οθόνη τηλεοράσεως διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων που πωλεί ο J. F. W., ο οποίος διαφήμιζε τη διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων «filmspeler», δηλώνοντας ότι με αυτήν ήταν ιδίως δυνατή η δωρεάν και εύκολη προβολή σε οθόνη τηλεοράσεως του οπτικοακουστικού υλικού που ήταν διαθέσιμο στο διαδίκτυο χωρίς την άδεια των δικαιούχων.


To ΔΕΕ καταρχήν Το Δικαστήριο υπενθύμισε ότι, κατά πάγια νομολογία, για να συντρέχει «παρουσίαση στο κοινό» πρέπει ένα προστατευόμενο έργο να παρουσιάζεται με ειδικό τεχνικό τρόπο, διαφορετικό από όσους έχουν χρησιμοποιηθεί μέχρι πρότινος ή, άλλως, σε «νέο κοινό», δηλαδή κοινό το οποίο δεν είχε ήδη ληφθεί υπόψη από τους δικαιούχους όταν επέτρεψαν την αρχική παρουσίαση του έργου τους στο κοινό (αποφάσεις της 7ης Μαρτίου 2013, , C‑607/11, EU:C:2013:147, σκέψη 26 της 13ης Φεβρουαρίου 2014, , C-466/12, EU:C:2014:76, σκέψη 24, καθώς και της 8ης Σεπτεμβρίου 2016, , C-160/15, EU:C:2016:644, σκέψη 37). Και επίσης, έχει σημασία αν η παρουσίαση στο κοινό, κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, έχει κερδοσκοπικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με το Δικαστήριο, δεν πρόκειται, εν προκειμένω, για παροχή «απλώς» των υλικών μέσων με σκοπό να διευκολυνθεί ή να πραγματοποιηθεί η παρουσίαση. Πράγματι, όπως υπογράμμισε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 53 και 54 των προτάσεών του, ο J. F. W., έχοντας πλήρη επίγνωση των συνεπειών της συμπεριφοράς του, εγκαθιστά εκ των προτέρων, στη διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων «filmspeler» που εμπορεύεται, πρόσθετα τα οποία παρέχουν συγκεκριμένα στους αγοραστές της τη δυνατότητα προσβάσεως στα προστατευόμενα έργα, τα οποία έχουν αναρτηθεί σε ιστοτόπους μεταδόσεως σε συνεχή ροή χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους, και τη δυνατότητα προβολής των έργων αυτών στην οθόνη της τηλεοράσεώς τους (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 7ης Δεκεμβρίου 2006, , C-306/05, EU:C:2006:764, σκέψη 42). Η παρέμβαση αυτή, η οποία καθιστά δυνατή την άμεση διασύνδεση μεταξύ των διαδικτυακών τόπων που μεταδίδουν παρανόμως τα προστατευόμενα έργα και των αγοραστών της εν λόγω διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, χωρίς την οποία οι εν λόγω αγοραστές θα μπορούσαν δυσχερώς να έχουν πρόσβαση στα έργα αυτά, διαφέρει από την παροχή απλώς των υλικών μέσων, για την οποία γίνεται λόγος στην αιτιολογική σκέψη 27 της οδηγίας 2001/29.  

Το πιο κρίσιμο είναι, βεβαίως, ότι η παρουσίαση αυτή απευθύνεται σε απροσδιόριστο αριθμό δυνητικών αποδεκτών και αφορά σημαντικό αριθμό προσώπων. Έτσι, προκύπτει ότι, με την επίμαχη στην κύρια δίκη παρουσίαση, τα προστατευόμενα έργα παρουσιάζονται όντως σε «κοινό» κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.

Επίσης, τονίζεται ότι, όταν αποδεικνύεται ότι ένα πρόσωπο που προσφέρει άμεση πρόσβαση σε προστατευόμενα έργα γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ότι ο υπερσύνδεσμος που τοποθέτησε παρέχει πρόσβαση σε παρανόμως αναρτημένο στο διαδίκτυο έργο, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η παροχή του συγκεκριμένου υπερσυνδέσμου συνιστά «παρουσίαση στο κοινό», κατά την έννοια του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29.

Λόγω του ότι η πώληση της διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων «filmspeler» γινόταν εν πλήρη γνώσει του γεγονότος ότι τα πρόσθετα που περιείχαν προεγκατεστημένους στην εν λόγω διάταξη υπερσυνδέσμους παρέχουν πρόσβαση σε έργα παρανόμως αναρτημένα στο διαδίκτυο και η παροχή της εν λόγω διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων γίνεται με σκοπό το κέρδος, το δε τίμημα για την αγορά της διατάξεως αυτής καταβάλλεται ιδίως με σκοπό την άμεση πρόσβαση στα προστατευόμενα έργα, τα οποία είναι διαθέσιμα σε ιστοτόπους μεταδόσεως σε συνεχή ροή χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους.

Έτσι, δίδεται η απάντηση ότι η «παρουσίαση στο κοινό», στο πλαίσιο του άρθρου 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, έχει την έννοια ότι καλύπτει την πώληση διατάξεως αναγνώσεως πολυμέσων, όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, στην οποία έχουν προηγουμένως εγκατασταθεί πρόσθετα διαθέσιμα στο διαδίκτυο και περιέχοντα υπερσυνδέσμους προς ελευθέρως προσβάσιμους στο κοινό ιστοτόπους, οι οποίοι παρέχουν στο κοινό πρόσβαση σε έργα προστατευόμενα από το δικαίωμα του δημιουργού χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους.

Το άλλο ερώτημα στο οποίο δόθηκε απάντηση ήταν αν οι  πράξεις προσωρινής αναπαραγωγής, σε διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έργου προστατευόμενου από το δικαίωμα του δημιουργού και λαμβανόμενου μέσω συνεχούς ροής από ιστότοπο τρίτου, στον οποίο έχει αναρτηθεί το έργο αυτό χωρίς την άδεια του δικαιούχου του, πληρούν τις προϋποθέσεις των εν λόγω διατάξεων.

Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, μια πράξη αναπαραγωγής εξαιρείται του δικαιώματος αναπαραγωγής του άρθρου 2 της οδηγίας αυτής μόνον εάν πληροί πέντε προϋποθέσεις, ήτοι όταν:
–        η πράξη αυτή είναι προσωρινή·
–        είναι μεταβατική ή παρεπόμενη·
–        αποτελεί αναπόσπαστο και ουσιώδες τμήμα μιας τεχνολογικής μεθόδου·
–        έχει ως αποκλειστικό σκοπό να επιτρέψει την εντός δικτύου μετάδοση μεταξύ τρίτων μέσω διαμεσολαβητή ή τη νόμιμη χρήση ενός έργου ή άλλου προστατευόμενου αντικειμένου και
–        η εν λόγω πράξη δεν έχει καμία ανεξάρτητη οικονομική σημασία.
Σημειώνεται ότι οι προϋποθέσεις αυτές πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς υπό την έννοια ότι, εάν δεν πληρούται έστω και μία εξ αυτών, η πράξη αναπαραγωγής δεν εξαιρείται, βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29, του δικαιώματος αναπαραγωγής.

Σχετικά, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι πράξεις προσωρινής αναπαραγωγής, σε διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έργων προστατευόμενων από το δικαίωμα δημιουργού και λαμβανόμενων μέσω συνεχούς ροής από ιστοτόπους τρίτων, στους οποίους έχουν αναρτηθεί τα έργα αυτά χωρίς την άδεια των δικαιούχων τους, αντίκεινται στην κανονική εκμετάλλευση των έργων αυτών και θίγουν αδικαιολογήτως τα έννομα συμφέροντα του δικαιούχου, καθόσον, όπως επισήμανε ο γενικός εισαγγελέας στα σημεία 78 και 79 των προτάσεών του, συνεπάγονται συνήθως μείωση των σχετικών με τα συγκεκριμένα προστατευόμενα έργα νομίμων συναλλαγών, η οποία προκαλεί αδικαιολόγητη ζημία στους δικαιούχους

Κατόπιν τούτων, δίδεται η απάντηση ότι οι διατάξεις του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 5, της οδηγίας 2001/29 έχουν την έννοια ότι πράξεις προσωρινής αναπαραγωγής, σε διάταξη αναγνώσεως πολυμέσων όπως η επίμαχη στην κύρια δίκη, έργου προστατευόμενου από το δικαίωμα δημιουργού και λαμβανόμενου μέσω συνεχούς ροής από ιστότοπο τρίτου, στον οποίο έχει αναρτηθεί το έργο αυτό χωρίς την άδεια του δικαιούχου του, δεν πληρούν τις προϋποθέσεις των εν λόγω διατάξεων της οδηγίας.

Σάββατο 29 Απριλίου 2017

The Proposed EU Directives on Digital Contracts: An Important Step for Legal Harmonization in the area of e-commerce in Europe

Ioannis Iglezakis
Associate Professor, Faculty of Law, Aristotle University of Thessaloniki

Α. Introduction
Europe is on the way to be transformed into a digital marketplace. For that purpose, it adopted the Digital Single Market Strategy on the 6th of May 2015, which aims to open up digital opportunities for people and business and enhance Europe’s position  as a world leader in the digital economy.[1]
To promote the objectives of that strategy and more particularly, to fully exploit the growth potential of e-commerce, the EU Commission submitted two Directive Proposals on 9 December 2015, which provide for contract rules for the supply of digital content and the online sales of goods, i.e., (a) a proposal for a Directive on certain aspects concerning contracts for the supply of digital content[2], hereinafter referred to as the Digital Content Directive, and (b) a proposal for a Directive on certain aspects concerning contracts for the online and other distance sales of goods, referred to as the Online Sales and Distance Sales Directive[3].
These two proposals and the proposal for a Regulation on cross-border portability of online content services were the first legislative initiatives adopted under the Digital market Strategy. The objective of the Directives is to harmonize in a targeted way the key mandatory rights and obligations of contract parties and thus, to contribute to faster growth of the Digital Single Market.[4]  The harmonization of the aspects covered by the Directives is considered necessary for the achievement of a genuine digital single market by the EU Commission.[5]
Furthermore, the proposals acknowledge that commercial and technological transformations take place speedily due to digitalization and legislation cannot keep up. Thus, the effort of the EU is to ensure that business standards and consumer rights will be set in accordance with EU rules that respect a high-level of consumer protect, while at the same time, provide for a modern business friendly environment. Businesses require a simplified regulatory framework in the EU, to increase their competitiveness and participation in digital markets. Consumers, on the other hand, should be offered protection to cope with problems related to distance transactions.
These new measures were proposed after a Regulation Proposal on a Common European Sales Law[6] (“CESL”) was withdrawn, as it was subjected to criticism because its scope was considered as too broad by many Member States. The influence of the CESL on the proposals is, however, manifest, since the directive provisions derive from that.
It is notable that the rules included in the Directives aim at full harmonization[7] and complement one another. Thus, they build an integral part of a legal framework on the civil law aspects of the digital environment, which needs to be consistent throughout the European Union.

B. Online Sales and Distance Sales Directive
The proposed Directive includes provisions for distance sales contracts concluded between the seller and the consumer, in particular rules on conformity of goods, remedies in case of non-conformity and the modalities for the exercise of these remedies. Thus, the scope of the proposal is restricted to contracts for movables in B2C and does not apply to distance contracts for the provision of services. It also does not apply to the sale of tangible items containing digital content, such as DVDs and CDs, which fall within the ambit of the Digital Content Directive. It should also be noted that the Directive does not include rules for consumer sales contracts concluded online, but it regulates sales contracts concluded at a distance.
The Directive provides detailed rules on conformity (Art. 4 – 8). Conformity with the contract is the key criterion for the seller’s liability. Of central importance is the provision of Article 4 providing that  the seller shall ensure that, in order to conform with the contract, the goods shall, where relevant: (a) be of the quantity, quality and description required by the contract, which includes that where the seller shows a sample or a model to the consumer, the goods shall possess the quality of and correspond to the description of this sample or model; (b) be fit for any particular purpose for which the consumer requires them and which the consumer made known to the seller at the time of the conclusion of the contract and which the seller has accepted; and (c) possess the qualities and performance capabilities indicated in any pre-contractual statement which forms an integral part of the contract.  The provisions of Articles 4-8 follow Article 2 of Directive 1999/44 and Articles 99 ff. of the CESL, while the main criterion for conformity has been applied in the Member States which transposed the Directive since 2002.
What is new in the proposal is that Article 7 requires that at the time relevant for establishing the conformity with the contract, the goods must be free from any right of a third party, including intellectual property rights, and also Article 8 specifies at which time the lack of conformity must exist. This is the time at which: (a) the consumer or a third party indicated by the consumer and other than the carrier has acquired the physical possession of the goods; or (b) the goods are handed over to the carrier chosen by the consumer, where that carrier was not proposed by the seller or where the seller proposes no means of carriage. Another specific provision is concerning incorrect installation of the goods, providing that in such case lack of conformity with the contract of goods exists if: a) the goods were installed by the seller or under the seller’s responsibility or b) the goods, were installed by the consumer and the incorrect installation was due to a shortcoming in the installation instructions.
The reversal of the burden of proof is regulated differently than in the Consumer Sales  Directive. Article 14 in connection with Article 8 Online Sales and Distance Sales Directive basically provides that this period is two years after the consumer has obtained physical possession of the goods or the goods have been installed, while Article 8 (3) provides for a presumption of lack of conformity within a period of two years. In the contrary, the Consumer Sales Directive provides in Art. 5 (3) for a presumption of a lack of conformity which becomes apparent within six months of delivery of the goods.
The directive proposal provides for a two-step remedy system which is similar to the consumer sales directive. Accordingly, the consumer must first claim repair or replacement, which should be completed by the seller within a reasonable time, and only in the second stage he/she is entitled to claim price reduction of termination. The rationale is to keep the contract intact for as long as possible and also, minimize costs.
The right to terminate the contract is central to the regulation of consumer rights and is included within the system of consumer’s remedies for the lack of conformity with the contract. Accordingly, the consumer shall exercise this right by notice to the seller given by any means in the circumstances defined in Art. 9 (3), that is, when repair or replacement are impossible. Furthermore, in accordance with the proposal, termination is also possible in case of minor defects, whereas, new rules on modalities and on consequences of termination are provided for.

C. Digital Content Directive
The Digital Content Directive applies to any contract for the supply of digital content to consumers by a supplier to a consumer, in exchange of which, a price is to be paid or the consumer provides counter-performance other than money in the form of personal data or any other data (Art. 3). It applies regardless of whether the contract was concluded at a distance and of the way in which the digital content is delivered (e.g., on a durable medium, by means of a download, by way of streaming, etc.). And, it also applies both to contracts under which the consumer obtains control over the digital content and contracts under which the supplies solely supplies services (e.g., streaming, cloud services, social media, etc.).
The definition of digital content is provided for in Article 2 s.1. It includes (a) data which is produced and supplied in digital form, for example video, audio, applications, digital games and any other software, (b) a service allowing the creation, processing or storage of data in digital form, where such data is provided by the consumer, and (c) a service allowing sharing of and any other interaction with data in digital form provided by other users of the service.
The basic obligation of the supplier, according to Article 5, is to supply the digital content to the consumer or to a third party designated by him/her, i.e. a physical or virtual facility through which the digital content is made available or accessible to the consumer, e.g. an internet host providing cloud storage. The supply must take place immediately after the conclusion of the contract, unless the parties have agreed otherwise. When the supplier fails to supply the digital content, the consumer can terminate the contract immediately.
The central provision in the Directive is Article 6, which regulates conformity of digital content. It provides that the digital content must comply with the specific purpose for which the consumer has purchased the digital content, in as far as these specific purposes have been disclosed to the supplier before the conclusion of the contract, and with the information that has been provided by the supplier before or at the conclusion of the contract. This applies to the purchase of software or games and to the supply of online services such as Netflix. In addition, unless agreed otherwise, the supplier must deliver the latest version of the digital content that was in circulation at the time of contract conclusion.
Objective standards for the assessment of conformity apply only in case the parties did not made any specific arrangements concerning the requirements with which the digital content should conform (Article 6 (2)).
The installation of digital content is also of importance, as it often needs to be installed to function properly. Respectively, Article 7 provides that the supplier is liable for a lack of conformity which results from the incorrect integration of the digital content into the consumer’s digital environment, provided that: (a) the digital content was integrated by the supplier or under the supplier’s responsibility; or (b) the digital content was intended to be integrated by the consumer and the incorrect integration was due to shortcomings in the integration instructions.
Similarly, as in the Online and Distance Sales Directive, the Digital Content Directive provides that at the time the digital content is supplied to the consumer, the digital content shall be free of any right of a third party, including based on intellectual property, so that the digital can be used in accordance with the contract. This also applies where the digital content is supplied over a period of time.
Regarding the reversal of the burden of proof, the proposal adopts an innovative solution. It provides namely that the burden of proof as regards the conformity with the contract shall be on the supplier, without time restriction. However, the supplier does not bear the burden of proof if he/she proves that the digital environment of the consumer is not compatible with the interoperability requirements and other technical requirements of the digital content and the supplier had informed the consumer before the conclusion of the contract of these requirements. This provision includes basically a requirement on the part of the supplier of the digital content to obtain information from the consumer before the conclusion of the contract.
Another essential regulation concerns the liability of the supplier in Art. 10, which provides that the supplier is liable to the consumer, firstly, for any failure to supply the digital content, which give him/her the right to terminate the contract, and secondly, for any lack of conformity existing at the time the digital content is supplied or for such that occurs during the period of time for which it is supplied. The remedies for the lack of conformity with the contract include: a) the right of the consumer to have the digital content brought into conformity with the contract free of charge, b) the right to terminate the contract, or c) the right to a reduction of the price.
If the consumer chooses to exercise the right to have the digital content brought into conformity, it is at the discretion of the supplier how to comply with the consumer’s demand. The supplier may provide an update or a patch or ask the consumer to download a new copy of the digital content. This remedy is free of charge and is provided within a reasonable period and without causing significant inconvenience to the consumer. The consumer does, however, not have a right to have the digital content brought into conformity if this would be impossible, disproportionate or unlawful.
The consumer has the right to either a proportionate price reduction of the price where the digital content is supplied in exchange for a payment of a price, or terminate the contract in the following cases: (a) if the remedy to bring the digital content in conformity is impossible, disproportionate or unlawful; (b) if the supplier has not completed the remedy within reasonable time; (c) if the remedy to bring the digital content in conformity would cause significant inconvenience to the consumer; or (d) if the supplier has declared, or it is equally clear from the circumstances, that the supplier will not bring the digital content in conformity with the contract.
The consumer may terminate the contract only if the lack of conformity with the contract impairs functionality, interoperability and other main performance features of the digital content such as its accessibility, continuity and security. The burden of proof that the lack of conformity with the contract does not impair functionality, interoperability and other main performance features of the digital content is on the supplier.
Where termination of the contract is performed, the supplier shall reimburse the consumer the price paid within 14 days. Upon termination, the supplier may prevent any further use of the digital content of the consumer. However, the consumer is not liable to pay for any use made of the digital content before the termination of the contract.
The supplier is also  required to offer the consumer the possibility to retrieve, free of charge, within a reasonable period and in a commonly used format, the digital content provided by the consumer (e.g., digital content in the supplier’s cloud) and any data that was produced or generated by the consumer and which has been retained by the supplier.
The Digital Content Directive differs from the relevant Directives, in that it includes a provision on damages. Article 14 (1) provides that the supplier shall be liable to the consumer for any economic damage to the digital environment of the consumer caused by a lack of conformity with the contract or a failure to supply the digital content. It also states that damages shall put the consumer as nearly as possible into the position in which the consumer would have been if the digital content had been duly supplied and been in conformity with the contract.
Long-terms contracts may be modified by the supplier of digital content in certain conditions, according to Article 15. In particular, this is possible where: (a) the contract so stipulates; (b) the consumer is notified reasonably in advance of the modification by an explicit notice on a durable medium; (c) the consumer is allowed to terminate the contract free of any charges within no less than 30 days from the receipt of the notice; and (d) upon termination of the contract, the consumer is provided with technical means to retrieve all content provided.
In long-term contracts the consumer has the right to terminate the contract any time after the expiration of the first 12 months period.

Conclusion
The Directive proposals presented here, once adopted, they will contribute to the development of a common European sales law. They are also important for the regulation of the civil law aspects of e-commerce.  



[1] Commission Communication 'A Digital Single Market Strategy for Europe' COM (2015) 192 final, available at: http://ec.europa.eu/priorities/digital-single-market/
[2] COM(2015) 634 final.
[3] COM(2015) 635 final.
[4] See, in particular, Communication, Digital contracts for Europe – Unleashing the potential of e-commerce, COM (2015) 633 final.
[5] Digital Content Directive , Recital Nr. 2; Online and Distance Sales Directive, Recital Nr. 2.
[6] Proposal for a Regulation on a Common European Sales Law (COM (2011) 635 final.
[7] Article 3 of Online and Distance Sales Directive; Article 4 of Digital Content Directive.

Διεθνές Συνέδριο, με θέμα: «Ιατρική, Δίκαιο και Διαδίκτυο»




Το Εργαστήριο Μελέτης Ιατρικού Δικαίου και Βιοηθικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο Δικηγορικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης και ο Ιατρικός Σύλλογος Θεσσαλονίκης διοργανώνουν Διεθνές Συνέδριο, με θέμα: «Ιατρική, Δίκαιο και Διαδίκτυο», που θα πραγματοποιηθεί στη Θεσσαλονίκη, από τις 4 ως τις 6 Μαΐου 2017, στο Συνεδριακό Κέντρο της Τράπεζας Πειραιώς ( Κατούνη 12 – 14). 

Συμμετέχουν διεθνούς φήμης επιστήμονες και ερευνητές στο πεδίο των πολιτικών δημόσιας υγείας, της βιοηθικής, του δικαίου, των θεμελιωδών δικαιωμάτων των πολιτών, της ιατρικής και του Διαδικτύου. Στόχος του συνεδρίου είναι να αναδειχθούν οι κίνδυνοι που δημιουργούνται για τη δημόσια υγεία και τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών από την ευρεία χρήση του διαδικτύου καθώς και τα δυσχερή νομικά ζητήματα που ανακύπτουν και απασχολούν με διαρκώς αυξανόμενη ένταση την πράξη.
Πιο συγκεκριμένα, τα θέματα που θα εξεταστούν κατά τη διάρκεια του συνεδρίου είναι:
  • Ιατρικά και νομικά ζητήματα που ανακύπτουν από την προσφορά ή ζήτηση υπηρεσιών ή βιολογικού υλικού μέσω διαδικτύου.
  • Εμπορικές πρακτικές στο πλαίσιο της παροχής υπηρεσιών υγείας μέσω του διαδικτύου και των μέσων κοινωνικής δικτύωσης
  • Ιατρικά και νομικά ζητήματα σχετικά με το ηλεκτρονικό εμπόριο φαρμάκων.
  • Τηλεϊατρική.
  • Ηλεκτρονική διαχείριση ιατρικών δεδομένων.
  • Ο ρόλος του διαδικτύου στην άσκηση της ιατρικής και την ανάδειξη της σύγκρουσης συμφερόντων.
  • Δυσφημιστικές ενέργειες σε βάρος ιατρών μέσω διαδικτύου και νομική τους αξιολόγηση.

Ιστοσελίδα Συνεδρίου: http://medlawlab.web.auth.gr/news/14

Πέμπτη 6 Απριλίου 2017

Ηλεκτρονικό πινάκιο, καταχώριση διάταξης στο ηλεκτρονικό βιβλίο διατάξεων και ηλεκτρονική ενημέρωση των διαδίκων

Δημοσιεύθηκε το Π.Δ. 19/2017 (ΦΕΚ Α΄, αρ. φύλλου 33, 17.3.2017) με τίτλο "Εγγραφή της υπόθεσης στο ηλεκτρονικό πινάκιο, καταχώριση της διάταξης στο ηλεκτρονικό βιβλίο διατάξεων και ηλεκτρονική ενημέρωση των διαδίκων, κατά το άρθρο 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας."

Με το Π.Δ. αυτό υλοποιούνται οι επιταγές του άρθρου 237 ΚΠολΔ που αφορούν την εγγραφή των υποθέσεων στο ηλεκτρονικό πινάκιο.

Ειδικότερα, προβλέπονται τα εξής:


Άρθρο 1
Σκοπός
Με τις διατάξεις του παρόντος ορίζεται η διαδικασία εγγραφής της υπόθεσης στο ηλεκτρονικό πινάκιο, της καταχώρισης της διάταξης στο ηλεκτρονικό βιβλίο διατάξεων και της ηλεκτρονικής ενημέρωσης των διαδίκων, σύμφωνα με τις παραγράφους 4 και 6 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 2
Ορισμοί
Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, ισχύουν οι κάτωθι ορισμοί:
α. Ως «ηλεκτρονικό πινάκιο» ορίζεται το βιβλίο της παραγράφου 3 του άρθρου 226 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το οποίο τηρείται ηλεκτρονικά.
β. Ως «ηλεκτρονικό βιβλίο διατάξεων» ορίζεται το οικείο βιβλίο της παραγράφου 6 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας το οποίο τηρείται ηλεκτρονικά.

Άρθρο 3
Στοιχεία ηλεκτρονικού πινακίου
1. Το ηλεκτρονικό πινάκιο διαθέτει τα ακόλουθα στοιχεία: α) ημερομηνία, β) αύξοντα αριθμό πινακίου, γ) δικαστήριο, δ) κτίριο, ε) αίθουσα, στ) γενικό ή/και ειδικό αριθμό κατάθεσης, ζ) όνομα και επώνυμο διαδίκων και η) όνομα και επώνυμο πληρεξουσίων δικηγόρων.
2. Η καταχώριση των στοιχείων των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων γίνεται, όπου αυτό είναι εφικτό, με την αξιοποίηση βάσεων δεδομένων των Δικηγορικών Συλλόγων ή της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος.
3. Στοιχεία ταυτοποίησης του πληρεξουσίου δικηγόρου ή και της δικηγορικής εταιρείας ορίζονται τα ακόλουθα: α) αριθμός μητρώου οικείου Δικηγορικού Συλλόγου, β) όνομα, γ) επώνυμο, δ) διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.

Άρθρο 4
Ηλεκτρονικό βιβλίο διατάξεων
Το ηλεκτρονικό βιβλίο διατάξεων διαθέτει τα πληροφοριακά στοιχεία του πινακίου και επιπλέον πεδίο καταχώρισης της διάταξης στο οποίο εμφανίζεται ο χρόνος έκδοσης της και ο αύξων αριθμός αυτής. Το πεδίο αυτό συνέχεται με την εφαρμογή του ηλεκτρονικού πινακίου και εμφανίζεται ως διακριτή στήλη.

Άρθρο 5
1. Με απόφαση του αρμόδιου για την κατάρτιση του κανονισμού εσωτερικής υπηρεσίας οργάνου, η οποία αναρτάται στον πίνακα ανακοινώσεων του δικαστηρίου, διαπιστώνεται η ύπαρξη της κατάλληλης τεχνικής υποδομής και καθορίζεται η ημερομηνία εφαρμογής των άρθρων 3 και 4.
2. Με την ίδια απόφαση μπορεί να ορίζεται ότι από την ημερομηνία αυτή καταργείται το βιβλίο διατάξεων.

Άρθρο 6
Αρμοδιότητες Γραμματείας Δικαστηρίων
1. Ο γραμματέας που είναι υπεύθυνος για τη σύνταξη του πινακίου εγγράφει την υπόθεση στο ηλεκτρονικό πινάκιο.
2. Ο γραμματέας που είναι υπεύθυνος για την καταχώριση της διάταξης στο οικείο βιβλίο καταχωρίζει τη διάταξη στο ηλεκτρονικό βιβλίο διατάξεων
3. Η ηλεκτρονική εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο και η ηλεκτρονική καταχώριση της διάταξης ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Με πρωτοβουλία του γραμματέα γνωστοποιείται η δικάσιμος που ορίστηκε με αποστολή ηλεκτρονικού μηνύματος στη διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου των διαδίκων.
4. Αντίγραφο του ηλεκτρονικού μηνύματος τίθεται από το γραμματέα στο φάκελο της υπόθεσης.

Άρθρο 7
Τήρηση ηλεκτρονικού αρχείου
1. Τα δικαστήρια τηρούν τα ως άνω ηλεκτρονικά αρχεία σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 42 του ν. 3659/2008.
2. Η αναζήτηση των πληροφοριών από το ηλεκτρονικό αρχείο πραγματοποιείται με τη χρήση αλφαβητικού ευρετηρίου των διαδίκων και αριθμητικού ευρετηρίου των αριθμών κατάθεσης.
3. Τα τηρούμενα ηλεκτρονικά αρχεία πρέπει να πληρούν τους όρους και προϋποθέσεις ασφαλείας και να εγγυώνται ιδίως την ακεραιότητα, αυθεντικότητα, εμπιστευτικότητα και την ποιότητα των εγγράφων καθώς και των δεδομένων και πληροφοριών που περιέχονται σε αυτά.

Άρθρο 8
Δημοσιοποίηση στοιχείων
Το ηλεκτρονικό πινάκιο και το ηλεκτρονικό βιβλίο διατάξεων αναρτώνται σε ιστοσελίδα.
Τα δικαστήρια μπορούν να δημοσιοποιούν σε ηλεκτρονική σελίδα που είναι προσβάσιμη στο κοινό τα κάτωθι στοιχεία του ηλεκτρονικού πινακίου και του ηλεκτρονικού βιβλίου διατάξεων: α) αριθμό κατάθεσης αγωγής, β) γενικό αριθμό κατάθεσης, γ) ημερομηνία κατάθεσης, δ) αύξοντα αριθμό πινακίου, ε) ημερομηνία εκδίκασης της υπόθεσης και στην περίπτωση της παραγράφου 6 του άρθρου 237 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας στοιχεία της διάταξης που διατάζει επανάληψη της συζήτησης.
Το άρθρο 5 παρ.1 εφαρμόζεται αναλόγως.

Άρθρο 9
Έναρξη ισχύος
Η ισχύς του παρόντος αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Στον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αναθέτουμε τη δημοσίευση και εκτέλεση του παρόντος διατάγματος.
Αθήνα, 23 Φεβρουαρίου 2017

European Parliament Resolution with regard the Privacy Shield Rules


The Commission adopted on 12 July 2016 its decision on the EU-U.S. Privacy Shield.
See: http://europa.eu/rapid/press-release_IP-16-2461_en.htm

This new framework protects the fundamental rights of anyone in the EU whose personal data is transferred to the United States as well as bringing legal clarity for businesses relying on transatlantic data transfers. The new arrangement includes:
  • strong data protection obligations on companies receiving personal data from the EU
  • safeguards on U.S. government access to data;
  • effective protection and redress for individuals;
  • annual joint review to monitor the implementation.

The new arrangement lives up to the requirements of the European Court of Justice. On 6 October 2015, the Court of Justice of the European Union had declared the Commission’s 2000 Decision on EU-US Safe Harbour invalid. So far, more than 1,900 companies have joined the scheme.

However, new rules were adopeted recently, which allow the US National Security Agency (NSA) to share private data with other US agencies without court oversight. Moreover, recent revelations about surveillance activities by a US electronic communications service provider and vacancies on US oversight bodies have brought about concerns raised by MEPs in a resolution passed on Thursday.

In the resolution, adopted by 306 votes to 240, with 40 abstentions, MEPs call on the EU Commission to conduct a proper assessment and ensure that the EU-US “Privacy Shield” for data transferred for commercial purposes provides enough personal data protection for EU citizens to comply with the EU Charter of Fundamental Rights and new EU data protection rules. The first annual review of the Privacy Shield framework is expected in September.

"This resolution aims to ensure that the Privacy Shield stands the test of time and that it does not suffer from critical weaknesses”, said Civil Liberties Committee Chair Claude Moraes (S&D, UK). “We acknowledge the significant improvements made compared to the former EU-US Safe Harbour, but there are clearly deficiencies that remain to be urgently resolved to provide legal certainty for the citizens and businesses that depend on this agreement”, he added.

MEPs are particularly worried about recent revelations about surveillance activities conducted by a US electronic communications service provider at the request of the NSA and FBI in 2015, one year after Presidential Policy Directive 28 limited the amount of data intelligence that can be collected and processed, new rules that from January 2017 allow the NSA to share vast amounts of private data, gathered without warrant, court orders or congressional authorisation, with 16 other agencies, including the FBI, the rejection of rules to protect the privacy of broadband customers by the Senate and the House of Representatives in March, which “ eliminates (…) rules that would have required internet service providers to get consumers’ explicit consent before selling or sharing web browsing data and other private information with advertisers and other private companies”, vacancies on the Privacy and Civil Liberties Oversight Board, which means that it lost its quorum on 7 January, making it more limited in its authority, while at the same time the Federal Trade Commission, which enforces the Privacy Shield, has three of its five seats vacant, insufficient independence of the Ombudsperson mechanism set up by the US Department of State plus the fact that the incoming US administration has not appointed a new Ombudsperson , and the fact that neither the Privacy Shield Principles nor letters from the US administration demonstrate the existence of effective judicial redress rights for EU individuals whose data are transferred to the US.

Source: http://www.europarl.europa.eu/news/en/news-room/20170329IPR69067/data-privacy-shield-meps-alarmed-at-undermining-of-privacy-safeguards-in-the-us

Σάββατο 18 Μαρτίου 2017

Άρση απορρήτου όταν αντικείμενο έρευνας αποτελούν δεδομένα που είναι αποθηκευμένα στο νέφος (cloud storage)

ΣυμβΠλημΑθ 613/2016

Με τη διάταξη του Συμβουλίου κρίθηκε το ζήτημα αν θα πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία περί άρσης απορρήτου των επικοινωνιών (Ν. 2225/1994) για την ανεύρεση και χρήση σε δίκη αρχείων πορνογραφίας ανηλίκων αποθηκευμένα σε μια υπηρεσία αποθήκευσης στο νέφος (cloud storage), όπως dropbox, skydrive, google drive κτλ, με τα οποία ήταν συνδεδεμένοι υπολογιστές και κινητά τηλέφωνα υπόπτου για διακίνηση υλικού παιδικής πορνογραφίας. 

Το ερώτημα αυτό τίθεται διότι στην περίπτωση της νεφοϋπολογιστικής τα δεδομένα αποθηκεύονται σε έναν απομακρυσμένο, εξωτερικό, σκληρό δίσκο, στον οποίο ωστόσο αυτά αποστέλλονται μέσω δικτύου. Η αποστολή δεδομένων στο νέφος, συνεπώς, συνιστά επικοινωνία και συνεπώς, τίθεται θέμα άρσης του απορρήτου της επικοινωνίας που προστατεύονται συνταγματικά βάσει του άρθρου 19 Συντ., αντίθετα απ' ό,τι υποστηρίζεται από τη μειοψηφία στην άνω διάταξη: 
 (...) Δηλαδή, όπως στην περίπτωση ενός εξωτερικού σκληρού δίσκου ή άλλου υλικού φορέα, ο οποίος ανήκει στον ύποπτο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος, οι διωκτικές Αρχές έχουν π.χ. το δικαίωμα κατάσχεσης και ελέγχου αυτού, έτσι και στην περίπτωση του λογαριασμού του δράστη σε υπολογιστικό νέφος, οι διωκτικές Αρχές νομιμοποιούνται να έχουν άμεση πρόσβαση σε αυτόν, χωρίς να απαιτείται άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, αφού, οι υπηρεσίες αποθήκευσης, από μόνες τους δεν συνιστούν μορφή επικοινωνίας, με αποτέλεσμα, για την εργαστηριακή επεξεργασία των στοιχείων αυτών να μην απαιτείται η διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών.

Κρίσιμη για το υπό κρίση ζήτημα είναι η Γνωμοδότηση υπ' αριθ. 6/2008 του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στην οποία αναφέρονται τα εξής: 
(...) ο σκληρός δίσκος ενός υπολογιστή, εξαρτήματα και σύνεργα αυτού ως και πειστήρια ήχου, δεν αποτελούν είδος επικοινωνίας. Κατ' ακολουθίαν τούτου, τα στοιχεία τα οποία βρίσκονται αποθηκευμένα στο σκληρό δίσκο ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε εξαρτήματα αυτών, σε ψηφιακή φωτογραφική μηχανή ή σε άλλο φορέα που ανήκει στον ύποπτο τέλεσης ορισμένου εγκλήματος και τα οποία δεν αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκριση ή επικοινωνία με οποιονδήποτε τρόπο, δεν εμπίπτουν στη προστατευτική σφαίρα του απορρήτου της επικοινωνίας με αποτέλεσμα, για την εργαστηριακή επεξεργασία των στοιχείων αυτών, να μην απαιτείται η διαδικασία άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών. Εάν όμως τα αποθηκευμένα στοιχεία αναφέρονται σε κάποιας μορφής ανταπόκρισης ή επικοινωνίας, το απόρρητο των επικοινωνιών καταλαμβάνει και τα στοιχεία αυτά και τότε για την επεξεργασία και χρήση των στοιχείων αυτών απαιτείται η τήρηση των όρων και της διαδικασίας της άρσης του απορρήτου των επικοινωνιών, όπως προβλέπονται στο Ν. 2225/1994, το Ν. 3115/2003 και το ΠΔ 47/2005.

Συνακόλουθα, η διάταξη δέχθηκε κατά πλειοψηφία ότι πρέπει να τηρηθεί η διαδικασία των άρθρων 4 παρ. 4 και 5 του Ν. 2225/1994 και διέταξε την άρση του απορρήτου των επικοινωνιών, κάνοντας ορισμένες κρίσιμες επισημάνσεις. Προηγουμένως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε σχέση με το ζήτημα αν το απόρρητο καλύπτει τα εξωτερικά δεδομένα επικοινωνίας, αναφέρεται ως επικρατούσα η άποψη ότι τα εξωτερικά δεδομένα ταυτοποίηση προστατεύονται ως απόρρητη επικοινωνία (βλ. ΑΠ 924/2009, contra ΓνωμΕισΑΠ 9/2011). Επιπλέον, η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών αναφέρεται όχι μόνο σε επιστολές, αλλά και σε ηλεκτρονικά (και άλλα) μηνύματα, όπως δέχθηκε η πρόσφατη, υπ' αριθ. 1/2017 απόφαση του Αρείου Πάγου: "η προστασία του απορρήτου αφορά όχι μόνο τα γραπτά μηνύματα (επιστολές) αλλά και οποιαδήποτε μορφή ιδιωτικής, δηλαδή μη δημόσιας επικοινωνίας, όπως τηλεγραφήματα, τηλεφωνήματα, τηλεομοιοτυπικά μηνύματα, ηλεκτρονικά μηνύματα (e-mails), που είναι η σύγχρονη μορφή των επιστολών. Και τούτο, είτε η επικοινωνία πραγματοποιείται από την κατοικία είτε από τον χώρο εργασίας των επικοινωνούντων."

Σχετικά με το κύριο ζήτημα της άρσης απορρήτου αναφορικά με δεδομένα που αποθηκεύονται στο cloud, αναφέρονται κατά λέξη τα εξής:
(...)και σε αυτές τις περιπτώσεις πρέπει καταρχήν να τηρηθεί η διαδικασία των άρθρων 4 παρ. 4 και 5 του Ν 2225/1994 (βλ. άρθρο 253Α παρ. 1 εδ. γ΄ του ΚΠΔ). Και τούτο διότι πρωτίστως όλες οι πολιτικές απορρήτου των παρόχων των υπηρεσιών αποθήκευσης, δηλαδή των ιδιοκτητών ή μισθωτών των διακομιστών (servers), δεν εξασφαλίζουν την άμεση πρόσβαση προς χρήση όλων αυτών των αρχείων - δεδομένων, αλλά παρατηρείται ακριβώς το αντίθετο. Ειδικότερα σε όλες τις περιπτώσεις οι πάροχοι [ιδιοκτήτες ή μισθωτές των διακομιστών (servers)] ενημερώνουν το χρήστη ότι ναι μεν δεν μπορεί να ανεβάζει, να διατηρεί και να διακινεί παράνομο περιεχόμενο, ωστόσο η κύρωση από τη μη τήρηση αυτών των όρων είναι το κλείσιμο του λογαριασμού του χρήστη από τον πάροχο. Οι πάροχοι ενημερώνουν ότι μπορούν να δώσουν στοιχεία σε περίπτωση υποβολής νομότυπου αιτήματος και ότι η ικανοποίηση άλλων αιτημάτων επαφίεται στη διακριτική τους ευχέρεια (βλ. ηλεκτρονικές σελίδες www.apple.com/leaal/internetservices/icloud/en/term.html για το icloud, https://support.google.com/drive/answer/ και www.google.com/policies/privacy/ για το google drive και www.drop.com/privacy για το dropbox). Το τελευταίο δεν είναι απλά αποθηκευτικός χώρος αλλά χρησιμοποιείται κυρίως για μεταφορά αρχείων μεγάλης χωρητικότητας και στην πολιτική απορρήτου του ο πάροχος δηλώνει ρητά ότι αντιτίθεται στη διαρροή οποιουδήποτε μέρους τεχνογνωσίας προκειμένου να γίνει χρήση ακόμη και από κρατικές υπηρεσίες και ότι δεν ικανοποιεί κυβερνητικά αιτήματα που αναφέρονται σε μεγάλο αριθμό προσώπων και τα οποία δεν σχετίζονται με συγκεκριμένη έρευνα.
(...) Όταν επομένως έχει μεσολαβήσει η δημιουργία λογαριασμού και η χρήση κωδικών πρόσβασης για τη χρήση της υπηρεσίας αποθήκευσης στο διακομιστή (server) του παρόχου, είναι αμφίβολο το αν μπορεί το υπολογιστικό αυτό νέφος (cloud storage) που ενδεχομένως βρίσκεται και σε άλλη ήπειρο να θεωρηθεί τμήμα υπολογιστή και ακολούθως να θεωρηθεί νόμιμη η χωρίς τις εγγυήσεις των άρθρων 253 και 253Α του ΚΠΔ χρήση των δεδομένων αυτών σε δίκη. Μετά την τήρηση της διαδικασίας άρσης απορρήτου θα θεωρείται ότι τα αποκτηθέντα δεδομένα θα εξασφαλίζουν τις εγγυήσεις περί δίκαιης δίκης, αν ληφθούν υπόψη και οι επιφυλάξεις που έχουν διατυπωθεί ως προς το άρθρο 2 Ν 4267/2014 λόγω της αλόγιστης επέκτασης της έννοιας της «ημεδαπής».  
Η κρίση αυτή του Συμβουλίου είναι, ασφαλώς, ορθή, διότι για την αποθήκευση δεδομένων στο νέφος πρέπει να προηγηθεί μια επικοινωνία από τον υπολογιστή του χρήστη προς έναν κεντρικό διακομιστή της υπηρεσίας νεφοϋπολογιστικής, η οποία εμπίπτει ασφαλώς στο απόρρητο της επικοινωνίας, η οποία προστατεύεται με βάση τις διατάξεις του ν. 3471/2006 και συγκεκριμένα, τις διατάξεις του άρθρου 4 του νόμου αυτού. 

Διαφορετικό είναι, βέβαια, το ζήτημα αν η πληρούται η αντικειμενική υπόσταση της κατοχής υλικού παιδικής πορνογραφίας όταν τα σχετικά δεδομένα αποθηκεύονται στο υπολογιστικό νέφος. Σχετικά υποστηρίζεται ότι ο χρήστης που διατηρεί πορνογραφικά δεδομένα αποθηκευμένα στο υπολογιστικό νέφος έχει τις ίδιες εξουσίες που θα είχε και εάν τα αποθήκευε σε ένα τοπικό αποθηκευτικό μέσο, καθώς μπορεί να τα διαχειριστεί κατά τη βούλησή του, εφόσον όμως έχει πλήρη δικαιώματα πρόσβασης στην τοποθεσία αυτή του νέφους (βλ. Π. Ανδρεάδη-Παπαδημητρίου, Η πορνογραφία ανηλίκων στην εποχή του υπολογιστικού νέφους, ΠοινΔικ 5/2015, σ. 460). Αυτό είναι σχεδόν αυτονόητο, διότι άλλως δεν θα μπορούσε ο χρήστης να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του υπολογιστικού νέφους. Εν πάση περιπτώσει, αν ένας χρήστης έχει αποθηκεύσει πορνογραφικά δεδομένα σε μια υπηρεσία απομακρυσμένης πρόσβασης και δεν έχει πλήρη δεδομένα πρόσβασης, η συμπεριφορά αυτή θα θεωρείται ως απόκτηση πρόσβασης σε πορνογραφικό υλικό που τιμωρείται επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 348Α παρ. 5 ΠΚ.









Πέμπτη 16 Μαρτίου 2017

Eυθύνη του ιδιοκτήτη ιστολογίου για ανώνυμο δυσφημιστικό σχόλιο

Με την απόφασή του στην υπόθεση Pihl κατά Σουηδίας (αίτηση 74742/14), το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) έκρινε ότι δεν υφίσταται ευθύνη του ιδιοκτήτη ιστολογίου για τη δημοσίευση ενός ανώνυμου δυσφημιστικού σχολίου από έναν τρίτο στο εν λόγω ιστολόγιο και, συνεπώς, έκρινε ομόφωνα ως απαράδεκτη την προσφυγή ενώπιον του (βλ. το Ανακοινωθέν Τύπου της 9.3.2017). Το Δικαστήριο δέχθηκε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να γίνεται στάθμιση του δικαιώματος στην προστασία της ιδιωτικής ζωής και του δικαιώματος στην ελευθερία της έκφρασης και παρόλο που, στη συγκεκριμένη περίπτωση αναρτήθηκε ένα επιθετικό σχόλιο σε μια ανάρτηση στο ιστολόγιο μιας ΜΚΟ, αυτό δεν είχε το χαρακτήρα μισαλλόδοξου λόγου ούτε υποκινούσε σε βία. Μάλιστα, το σχόλιο διαγράφηκε την επόμενη ημέρα μετά την καταγγελία του θιγόμενου και παρέμεινε δημοσιευμένο μόλις εννέα ημέρες.

Ειδικότερα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, στο ως άνω ιστολόγιο δημοσιεύθηκε μια ανάρτηση στην οποία αναφερόταν ότι ο κ. Pihl ήταν μέλος ναζιστικού κόμματος και ένας τρίτος δημοσίευσε ανωνύμως ένα σχόλιο, αναφέροντας ότι είναι τοξικομανής. Μετά από καταγγελία του θιγόμενου, το ιστολόγιο διέγραψε το ιστολόγιο και ζήτησε συγνώμη, πλην όμως, αυτός άσκησε αγωγή αποζημίωσης για συμβολικό ποσό, λόγω δυσφήμισης, η οποία απορρίφθηκε τόσο σε πρώτο βαθμό, όσο και κατ' έφεση, ενώ και η αναίρεσή του δεν έγινε, οπότε άσκησε προσφυγή στον Επίτροπο επί της Δικαιοσύνης για παραβίαση του άρθρου 8 της ΕΣΔΑ που επίσης απορρίφθηκε. Για το λόγο αυτό άσκησε προσφυγή στο ΕΔΔΑ.

Το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι το σχόλιο του τρίτου, παρ' ότι δεν μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ρητορική μίσους, ήταν δυσφημιστικό. Ωστόσο, για να κριθεί το αν υφίσταται ευθύνη του παρόχου έπρεπε να γίνει στάθμιση της προσβολής με το δικαίωμα στην ελευθερία της έκφρασης. Σχετικά λήφθηκε υπόψη ότι εν προκειμένω κρινόταν η ευθύνη του διαμεσολαβητή στο διαδίκτυο και οι παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση του δικαστηρίου είναι, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο αναφοράς, τα μέτρα που λαμβάνει ο πάροχος για να αποφύγει τη δημοσίευση δυσφημιστικών σχολίων ή να τα αφαιρέσει, η ευθύνη του προσώπου που κάνει το σχόλιο, εναλλακτικά σε σχέση με την ευθύνη του παρόχου και οι συνέπειες που επισύρει το εθνικό δίκαιο. Το ΕΔΔΑ έλαβε εδώ υπόψη του ότι η οργάνωση που διατηρούσε το ιστολόγιο δεν είχε μεγάλη εμβέλεια και δεν ήταν ευρύτερα γνωστή, έτσι, δε, δεν μπορούσε να αναμένει τη δημοσίευση μεγάλου αριθμού σχολίων στις αναρτήσεις της. Μάλιστα, το ΕΔΔΑ δέχθηκε ότι δεν μπορεί να απαιτηθεί από το ιστολόγιο να αναμένει ότι κάποια σχόλια που δεν φιλτράρονται θα παραβίαζαν το νόμο, διότι μια τέτοια απαίτηση για εκτεταμένο έλεγχο θα οδηγούσε σε παραβίαση του δικαιώματος διάδοσης πληροφοριών μέσω του διαδικτύου. Βεβαίως, η οργάνωση δεν είχε εποπτεία των σχολίων πριν τη δημοσίευσή τους, αλλά απλώς ενημέρωνε όσους κάνουν σχόλια ότι πρέπει να είναι προσεκτικοί. Και ακόμα, το σχόλιο αφαιρέθηκε από το ιστολόγιο άμεσα, όπως προαναφέρθηκε.

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην περίπτωση αυτή ακολουθείται μια διαφορετική αντιμετώπιση από το ΕΔΔΑ όσον αφορά την ευθύνη του παρόχου περιεχομένου για σχόλια που αναρτούν τρίτοι, ανωνύμως.  Στις αποφάσεις Delfi SA κατά Εσθονίας και MTZ και Index.hu κατά Ουγγαρίας, το ΕΔΔΑ έκρινε ότι υφίσταται ευθύνη του παρόχου, ωστόσο στις περιπτώσεις αυτές καθοριστικό ήταν το γεγονός ότι τα σχόλια δεν ήταν απλώς δυσφημιστικά, αλλά περιείχαν μισαλλόδοξο λόγο. Έτσι, με την απόφαση Pihl κατά Σουηδίας το ΕΔΔΑ επαναφέρει μια ισορροπία και καταδεικνύει ότι δεν είναι μονόδρομος η προσέγγιση που οδηγεί στη θεμελίωση ευθύνης για σχόλια τρίτων σε ιστοσελίδες και ιστολόγια.


Βλ. σχετικά και elawyer: To Eυρωπαϊκό Δικαστήριο αθωώνει μπλογκ για ανώνυμο υβριστικό σχόλιο.