Τετάρτη 6 Μαΐου 2015

Προσβολή προσωπικών δεδομένων από εισπρακτική εταιρία




ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός Απόφασης 1437/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ 
 (..)
Ο ενάγων (ήδη εφεσίβλητος) με την αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθετε ότι η εναγομένη (ήδη εκκαλούσα) τραπεζική εταιρία προέβη σε παράνομη επεξεργασία των συλλεγέντων από αυτήν -κατά την κατάρτιση δανειακής συμβάσεως - προσωπικών δεδομένων του, με τη διαβίβαση προς εταιρία διαχείρισης απαιτήσεων στοιχείων τηλεφωνικών του συνδέσεων καθώς και της πληροφορίας περί του χρέους του, παραλείποντας να τον ενημερώσει, όπως όφειλε, αφ' ενός κατ' άρθρο 11 παρ. 1 Ν. 2472/1997 με τρόπο σαφή για τους σκοπούς της επεξεργασίας κατά το στάδιο συλλογής των δεδομένων αυτών κατά το χρόνο καταρτίσεως της επίδικης συμβάσεως δανείου, αφετέρου δε κατ' άρθρο 1.1, παρ. 3 του ιδίου νόμου, κατά το χρόνο πριν από τη διαβίβαση τους στην επικαλούμενη από τον ίδιο εισπρακτική εταιρία (αποδέκτρια) για τη μέλλουσα ανακοίνωση των προσωπικών του δεδομένων προς αυτήν. Ότι η εισπρακτική εταιρία παρανόμως επεξεργάσθηκε ως αποδέκτρια τα ως άνω προσωπικά του δεδομένα, τα οποία μη νομίμως συνέλεξε από την εναγομένη και καταχώρησε αυτά στο αρχείο της (ηλεκτρονικό υπολογιστή), ακολούθως δε τα χρησιμοποίησε δια της αναφερομένης στην αγωγή προστηθείσας υπαλλήλου της, η οποία τον κάλεσε τηλεφωνικώς στις 26-11-2008 στο κινητό του τηλέφωνο και στο τηλέφωνο της οικίας του και, αιφνιδιάζοντας τον, του ζητούσε την επιβεβαίωση των γνωστών σε εκείνη προσωπικών του δεδομένων (στοιχεία ταυτότητας κλπ), καθώς και του χρεωστικού υπολοίπου της δανειακής του σύμβασης, χωρίς να τον ενημερώνει για την επωνυμία της εταιρίας εκ μέρους της οποίας τον καλούσε. Ότι με τις παραπάνω παράνομες πράξεις και παραλείψεις η εναγομένη τραπεζική εταιρία του προκάλεσε μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή. Ζήτησε δε, μετά νόμιμη μετατροπή του καταψηφιστικού αιτήματος σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει νομιμοτόκως το ποσό των 80.000 ευρώ για χρηματική του ικανοποίηση προς αποκατάσταση της προκληθείσης σ' αυτόν εκ της άνω αιτίας ηθικής βλάβης. Η υπόθεση εκδικάσθηκε αντιμωλία των διαδίκων και εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει. Την απόφαση αυτή προσβάλλει η εναγομένη με την έφεση της και παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της ώστε να απορριφθεί η αγωγή. 

 (..)
Από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η ρύθμιση του Ν.2472/1997 συμπληρώνει το προϋπάρχον αυτού νομικό πλαίσιο (άρθρα 2 παρ.1, 5 παρ.1, 9 παρ. 1. εδ.2 και 19 του Συντάγματος, άρθρο 57 του ΑΚ κλπ.), συγκεκριμενοποιεί τον ευρύτερο κανόνα προστασίας της προσωπικότητας του άρθρου 57 του ΑΚ και διευρύνει την έννοια των παράνομων προσβολών της προσωπικότητας σε σχέση με το άρθρο 57 ΑΚ, ώστε να θεωρείται — κατ' αρχήν - απαγορευμένη κάθε επέμβαση στα προσωπικά δεδομένα άλλου (ευμενή ή δυσμενή), χωρίς την τήρηση ορισμένων διατυπώσεων που τάσσονται από τις διατάξεις του νόμου (βλ, μελέτη Μιχ. Σταθόπουλου σε ΝοΒ 48, σελ. 1-19). Έτσι, ο Ν. 2472/1997 απαγορεύει την επεξεργασία των προσωπικών δεδομένων φυσικού προσώπου, όταν γίνεται, πλην άλλων περιπτώσεων, και χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του υποκειμένου των δεδομένων, δικαίωμα που προστατεύεται αυτοτελώς, αλλά αποτελεί και την προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση των δικαιωμάτων πρόσβασης και αντίρρησης του υποκειμένου των δεδομένων (βλ. εισηγ. έκθεση ν. 2472/1997 στο ΝοΒ 1997. 505). Σύμφωνα δε με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει - μετά τη συλλογή των σχετικών δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους σε τρίτους - να ενημερώνει για τη συλλογή και διαβίβαση τα υποκείμενα των δεδομένων, μεταξύ άλλων, και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες αποδεκτών των δεδομένων του (είτε πρόκειται για αποδέκτες στους οποίους προβλέπεται η μεταβίβαση των δεδομένων ήδη από το στάδιο της συλλογής, είτε πρόκειται για αποδέκτες που προστέθηκαν αργότερα). Η σχετική ενημέρωση πρέπει να γίνεται το αργότερο πριν από τη μετάδοση των προσωπικών δεδομένων στους αποδέκτες - τρόπους, Εξάλλου, ο τρίτος - αποδέκτης, ο οποίος κατά το ν.2472/1997 (άρθρο 2 παρ.δ) ασκεί και αυτός επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, οφείλει μόλις έλθει σε πρώτη επαφή με το υποκείμενο των δεδομένων να το ενημερώσει εγγράφως για την πρόθεση του να κάνει χρήση των δεδομένων του, για το σκοπό της χρήσης και για τον υπεύθυνο επεξεργασίας αυτών, από το αρχείο του οποίου θα γίνει η άντληση των δεδομένων (σύμφωνα με τις με αρ. 050/20-1-2000 και 109/31-3-1999 Αποφάσεις της Αρχής). Τέλος, εάν στο υποκείμενο των δεδομένων έχει προκληθεί ηθική βλάβη από πράξεις του υπευθύνου επεξεργασίας και του αποδέκτη αυτών (ή των οργάνων τους) κατά παράβαση των διατάξεων του ν,2472/1997 (παράνομα) και όταν αυτοί όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της βλάβης, τότε παρέχεται στον πρώτο η κατά το άρθρο 932 ΑΚ αξίωση χρηματικής ικανοποίησης για την ηθική του βλάβη, η οποία ορίζεται κατ' ελάχιστο όριο στο ποσό των 2,000,000 δρχ. (ή 5.869,61 ευρώ), εκτός αν ζητήθηκε μικρότερο ποσό ή η παράβαση που προκάλεσε την ηθική βλάβη οφείλεται σε αμέλεια (Εφ.Αθ. 3833/2003, ΤΝΙΊ ΝΟΜΟΣ). Η ευθύνη εξάλλου του προκαλούντος ηθική βλάβη στο υποκείμενο των προσωπικών δεδομένων για χρηματική ικανοποίηση του τελευταίου είναι νόθος αντικειμενική και προϋποθέτει συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) που παραβιάζει τις διατάξεις του ν.2472/1997 ή (και) των κατ' εξουσιοδότηση αυτού κανονιστικών πράξεων της Αρχής, β) ηθική βλάβη, γ) αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της συμπεριφοράς και της ηθικής βλάβης» και δ) υπαιτιότητα, ήτοι γνώση ή υπαίτια άγνοια, αφενός των περιστατικών που συνιστούν την παράβαση και αφετέρου της πιθανότητας να επέλθει η ηθική βλάβη, Η. ύπαρξη υπαιτιότητας τεκμαίρεται και ως εκ τούτου ο προκαλών την ηθική βλάβη, προκειμένου να απαλλαγεί από την ευθύνη του, έχει το βάρος να αποδείξει ότι ανυπαι,τίως αγνοούσε τα θεμελιωτικά του πταίσματος του πραγματικά γεγονότα (ΑΠ. 1923/2006, ΕφΑΘ 2887/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 
Από τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, και από την νομοτύπως και μετ' εμπρόθεσμη κλήτευση της αντιδίκου, ενώπιον της συμβ/φου Νέας Ερυθραίας ... ληφθείσης ενόρκου βεβαιώσεως του ..., περί της οποίας η υπ' αριθμ. .../2010 πράξη της άνω συμβ/φου, απεδείχθησαν τ' ακόλουθα: Ο ενάγων είχε καταρτίσει με την εναγομένη στις 21-12-2004 την υπ' αριθμ. ... σύμβαση προσωπικού δανείου ποσού 25.000 ευρώ εξοφλητέου σε 48 μηνιαίες δόσεις. Κατά την κατάρτιση της εν λόγω συμβάσεως η εναγομένη τράπεζα συνέλεξε από τον ίδιο τον ενάγοντα τα αναγκαία προς τούτο απλά προσωπικά δεδομένα αυτού, όπως επώνυμο, όνομα, όνομα πατρός, ημερομηνία γέννησης, αριθμό ταυτότητας, διεύθυνση κατοικίας, αριθμό τηλεφώνου (σταθερού και κινητού), επάγγελμα (βλ. την από 16-12-2004 αίτηση για χορήγηση δανείου). Η αποπληρωμή του δανείου δεν εξελίχθηκε ομαλά, διότι ο ενάγων καθυστέρησε την καταβολή των τριών τελευταίων δόσεων συνολικού ύψους 1.865,83 ευρώ. Έχοντας αξίωση η εναγομένη τράπεζα από τις καθυστερούμενες δόσεις του δανείου, ανέθεσε την είσπραξη της οφειλής αυτής στην εταιρία με την επωνυμία «ΥΠΗΡΕΣΙΑ 800 - ΤΕΛΕΠΕΡΦΟΡΜΑΝΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ», διαβιβάζοντας σ' αυτήν τα παραπάνω προσωπικά δεδομένα του ενάγοντος, μεταξύ το)ν οποίων το τηλέφωνο κατοικίας του ..., το κινητό ...και το σταθερό .... που είχε ο ίδιος δηλώσει ως τηλέφωνο επικοινωνίας στην από 30-5-2007 αίτηση του στην εναγομένη για χορήγηση πιστωτικής κάρτας, καθώς επίσης και το δυσμενές οικονομικό δεδομένο της οφειλής, χωρίς προηγουμένως να έχει ενημερώσει τον ενάγοντα για τη διαβίβαση αυτή. Η εναγομένη με τις πρωτόδικες προτάσεις της ισχυρίσθηκε ότι κατά τη συλλογή των ως άνω προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος για τη σύμβαση του δανείου είχε προβεί σε σχετική ενημέρωση με την προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ... σύμβαση, με τον όρο 13 της οποίας ο ενάγων παρείχε στην Τράπεζα «... την ρητή και ανεπιφύλακτη συγκατάθεση του και εξουσιοδότηση να τηρεί σε ηλεκτρονικό ή μη αρχείο και να επεξεργάζεται τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία δηλώθηκαν στην Τράπεζα με την υποβολή της αίτησης για την χορήγηση του δανείου, τα οποία μπορούν να γνωστοποιούνται προς χρήση από συνεργαζόμενα με την Τράπεζα φυσικά και νομικά πρόσωπα, όπως και δεδομένα που προκύπτουν από τη λειτουργία της παρούσας σύμβασης». Το κείμενο όμως αυτό της προσκομιζόμενης ως άνω σύμβασης, της οποίας το περιεχόμενο είναι σαφές και αναμφίβολο, ουδόλως αποδεικνύεται από την εναγομένη - που έχει το βάρος απόδειξης της ενημέρωσης κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη - ότι αυτή κατά τον παραπάνω χρόνο της συλλογής των δεδομένων είχε ενημερώσει τον ενάγοντα κατά τρόπο σαφή για το σκοπό της επεξεργασίας (διαβίβασης) και για τους αποδέκτες ή τις κατηγορίες των αποδεκτών, όπως απαιτείτο κατ' άρθρο 1.1 παρ. 1 β, γ. Η εναγομένη εξάλλου δεν επικαλέσθηκε, ούτε απέδειξε ότι είχε προβεί σε τέτοια ενημέρωση μεταγενέστερα, μετά τη συλλογή των δεδομένων και πριν από τη διαβίβαση τους στην ως άνω εισπρακτική εταιρία. Η τελευταία προέβη σε περαιτέρω επεξεργασία (χρήση) των ως άνω παρανόμως διαβιβασθέντων σ' αυτήν από την εναγομένη προσωπικών δεδομένων του ενάγοντος, καλώντας αυτόν τηλεφωνικώς στο κινητό του στις 26-11-2008 και περί ώρα 12.30', αλλά και στο σταθερό .... (που είχε δηλωθεί από τον ίδιο και ανήκε στην επιχείρηση της συζύγου του) στις 26-11-2008 και περί ώρα 13.00 δια προστηθείσης υπαλλήλου της, η οποία αιφνιδιάζοντας τον υιό του ενάγοντος του ζητούσε - χωρίς μάλιστα να τον ενημερώνει για λογαριασμό ποιας εταιρίας τον καλούσε - να της επιβεβαιώσει τα σχετικά με τη ρύθμιση της επίδικης οφειλής του, προκαλώντας τόσο στον ίδιο όσο και στον ενάγοντα μεγάλη ψυχική αναστάτωση, θυμό και οργή από το γεγονός ότι τα απόρρητα κατά τον ως άνω νόμο προσωπικά του δεδομένα είχαν ανακοινωθεί και διαρρεύσει χωρίς καμμιά δική του ενημέρωση σε τρίτους. Οι προαναφερόμενες παρανομίες και υπαίτιες (από πρόθεση) πράξεις και παραλείψεις της εναγομένης (δια των προστιθέντων οργάνων της) προσέβαλαν την προσωπικότητα του ενάγοντος και προκάλεσαν σ' αυτόν σημαντική ηθική βλάβη, ενώ τα όργανα της εναγομένης, κατά την επεξεργασία (διαβίβαση, λήψη, καταχώρηση, χρήση) των προσωπικών δεδομένων αυτού, χωρίς την προηγούμενη ενημέρωση του, όφειλαν να γνωρίζουν την πιθανότητα επέλευσης της προαναφερόμενης ηθικής βλάβης. Ενόψει δε του είδους του θιγομένου αγαθού, του μεγέθους της προσβολής, των συνθηκών τέλεσης αυτής, του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της εναγομένης και της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των διαδίχων μερών, η καταβλητέα εύλογη χρηματική ικανοποίηση πρέπει να ορισθεί στο ποσό των 6.000 ευρώ, Η εκκαλουμένη, άρα, η οποία έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και καλώς τις αποδείξεις εκτίμησε, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους της εφέσεως της εναγομένης είναι αβάσιμα και απορριπτέα, καθώς και η υπό κρίση έφεση στο σύνολο της. Τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας βαρύνουν την εναγομένη, επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ' αντιμωλία των διαδίκων,

Δέχεται τυπικά την έφεση και την απορρίπτει κατ' ουσίαν. 

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

The General EU Court denied trademark protection for Skype



Judgment in Cases T-423/12, T-183/13 and T-184/13 Skype Ultd v OHIM


In 2006, British Sky Broadcasting Group, now Sky plc and Sky IP International, filed a notice of opposition, pleading the likelihood of confusion with its earlier Community word mark SKY, filed in 2003 for identical goods and services. Figurative/word sign applied for / SKYPE Word mark relied on in support of opposition SKY By decisions of 2012 and 2013, OHIM upheld the opposition, considering, in essence, that there existed a likelihood of confusion of the signs at issue on account, in particular, of their average degree of visual, phonetic and conceptual similarity and that the conditions for establishing a reduction of that likelihood had not been satisfied. Skype seeks annulment of those decisions before the General Court.

In the above mentioned judgments, the Court has dismissed Skype’s actions and by so doing confirmed that there exists a likelihood of confusion between the figurative and word sign SKYPE and the word mark SKY. As regards the visual, phonetic and conceptual similarity of the signs at issue, the Court has confirmed that the pronunciation of the vowel ‘y’ is no shorter in the word ‘skype’ than it is in the word ‘sky’. In addition, the word ‘sky’, part of the basic vocabulary of the English language, remains clearly identifiable in the word ‘skype’, in spite of the fact that the latter is written as only one word. Last, the element ‘sky’ in the word ‘skype’ can perfectly well be identified by the relevant public, even if the remaining element ‘pe’ has no specific meaning.

Moreover, the fact that, in the figurative sign applied for, the word element ‘skype’ is surrounded by a jagged border in the shape of a cloud or a bubble does not affect the average degree of visual, phonetic and conceptual similarity. Visually, the figurative element does no more than highlight the word element and is, therefore, perceived as a mere border. Phonetically, the figurative element in the shape of a border cannot produce any phonetic impression, this latter remaining determined solely by the word element. Conceptually, the figurative element conveys no concept, except perhaps that of a cloud, which would further increase the likelihood of the element ‘sky’ being recognised within the word element ‘skype’, for clouds are to be found ‘in the sky’ and thus may readily be associated with the word ‘sky’. So far as concerns the argument that the ‘skype’ signs are highly distinctive because they are known by the public, the Court declares that, even if the term ‘skype’ had acquired a meaning of its own for identifying the telecommunications services provided by the company Skype, it would be a generic, and consequently descriptive, term for services of that kind.

Lastly, the Court confirms that account cannot be taken of the peaceful coexistence of the signs at issue as a factor that could reduce the likelihood of confusion, the conditions in that connection not being satisfied. The peaceful coexistence of those signs in the United Kingdom concerns only one isolated, highly specific service (namely, peer-to-peer communications services) and cannot, therefore, lessen the likelihood of confusion in respect of the many other goods and services covered by the signs. In addition, that coexistence has not lasted long enough to give grounds for the assumption that it was based on the absence of any likelihood of confusion in the mind of the relevant public.

Source: General Court of the European UnionPRESS RELEASE No 50/15


Τρίτη 7 Απριλίου 2015

Call for Chapters


Recently we have undertaken the task to edit a volume titled  Digital Tools for Computer Music Production and Distribution under the auspices of IGI Global, an international publisher of progressive academic research. 
We would like to invite you to contribute with your expertise, either alone, or in conjunction with your research associates, in promoting a chapter focused on:
  • The Phonation Mechanism
  • Mechanics of the Auditory Apparatus
  • Neurology, Otology and Synaesthesia
  • Language Disorders in Children
  • Acoustics and Psychoacoustics
  • Digital Music and Sound Design
  • Music Formalization, Music Theory and Analysis, Semiology and Semiotics
  • Representations and Strategies for Algorithmic Composition
  • Electroacoustic Music, Sound Synthesis and MIDI Control
  • Techniques for Artistic Applications: Sound & Light
  • From Sound Spatialization to Location Services and Analytics
  • Music and Intermedia and Production Interfaces: the road to Mobile Devices
  • Music and Speech: from Ethnomusicology to Global Audience Communication
  • System Interconnections and Flowcharting: Producing Music over the Web and on the Cloud
  • Beyond Intonation: Non Linear Systems and micro-Tuning
  • Jurisdictional and Choice of Law Problems for Enforcement Across Borders
  • Criminal Penalties for Persons Responsible: Producers, Internet Service Providers, Advertisers, Promoters, Users of Illegally Obtained Music
  • Intrusion and e-Crime: Forensic Engineering & Technical Expertise
  • Mobility, Dissimulation, and Anonymity for Inter-Language & Cross-border Music Production
  • Audio Cultures, Music Education Communities, and Social Networks
  • Open Source Music, Creative Commons, and the Professional's role within the Music Industry 
We emphasize that the book to be seeks to retort scientific expertise from the everyday interaction of professionals with music and audio equipment. Apart from these explicitly noted focal points, merit is given to resurgent technologies like brain-computer interfaces, cochlear implants, mobile interfaces etc.

We would be delighted to receive from the involved ones a 1-2 pages résumé till March 30, 2015. 

Dr. Dionysios Politis (Dept. of Informatics, Aristotle University of Thessaloniki, Greece)
 Dr. Miltiadis Tsaligopoulos (AHEPA University Hospital, Thessaloniki, Greece)
 Dr. Ioannis Iglezakis (School of Law, Aristotle University of Thessaloniki, Greece) 

Παρασκευή 3 Απριλίου 2015

ΔικΕΕ: Καμία προστασία για το Live-Streaming με βάση την κοινοτική οδηγία 2001/29



Στην απόφαση της 26-3-2015 στην υπόθεση C More Entertainment AB κατά Linus Sandberg (C‑279/13) το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε προδικαστικό ερώτημα σχετικά με την εφαρμογή της οδηγίας 2001/29 επί ζωντανής μετάδοσης μέσω ιστοσελίδας (Live-Streaming) και δέχθηκε ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται όταν ένας τρίτος μεταδίδει το περιεχόμενο αυτό μέσω υπερσυνδέσμου (link) χωρίς την άδεια του δημιουργού.

Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι ο κάτοχος του δικαιώματος μένει νομικά ακάλυπτος, διότι μπορεί η εθνική νομοθεσία να επεκτείνει το αποκλειστικό δικαίωμα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και σε πράξεις παρουσίασης στο κοινό που πραγματοποιούνται απευθείας στο διαδίκτυο.


Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τα πραγματικά περιστατικά έχουν ως εξής: 

Η C More Entertainment είναι ένας συνδρομητικός τηλεοπτικός σταθμός ο οποίος, μεταξύ άλλων, μεταδίδει απευθείας στον ιστότοπό του, επί πληρωμή, αγώνες χόκεϊ επί πάγου. Το φθινόπωρο του 2007, η C More Entertainment μετέδωσε στον εν λόγω ιστότοπο διάφορους αγώνες χόκεϊ επί πάγου, στους οποίους οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να έχουν πρόσβαση πληρώνοντας το ποσό των 89 σουηδικών κορονών (SEK) (περίπου 9,70 ευρώ) ανά αγώνα. O L. Sandberg δημιούργησε στον ιστότοπό του υπερσυνδέσμους που παρείχαν τη δυνατότητα παρακάμψεως της τεχνικής προστασίας που είχε εγκαταστήσει η C More Entertainment. Μέσω των υπερσυνδέσμων αυτών, οι χρήστες του διαδικτύου μπόρεσαν έτσι να αποκτήσουν δωρεάν πρόσβαση στις μεταδόσεις των δύο αγώνων χόκεϊ που πραγματοποιήθηκαν απευθείας από τη C More Entertainment στις 20 Οκτωβρίου και 1 Νοεμβρίου 2007. Πριν από τον πρώτο από τους αγώνες αυτούς, η C More Entertainment ζήτησε, τηλεφωνικώς, από τον L. Sandberg να αφαιρέσει τους υπερσυνδέσμους που αυτός είχε τοποθετήσει στον ιστότοπό του, χωρίς όμως επιτυχία. Μετά τον αγώνα αυτό, η C More Entertainment προειδοποίησε εγγράφως τον L. Sandberg για το ότι εκτιμούσε ότι η προσθήκη των υπερσυνδέσμων αυτών είχε προσβάλει τα δικαιώματά της.Κατά τη μετάδοση του δευτέρου από τους αγώνες αυτούς, η C More Entertainment εγκατέστησε έναν τεχνικό μηχανισμό που είχε ως αποτέλεσμα να εμποδίζει κάθε πρόσβαση στη μετάδοση αυτή μέσω των υπερσυνδέσμων που είχε δημιουργήσει ο L. Sandberg.

Ο ως άνω τηλεοπτικός σταθμός άσκησε ποινική δίωξη κατά του Sandberg και η υπόθεση έφθασε στο ανώτατο Δικαστήριο της Σουηδίας, το οποίος εκτίμησε ότι από την οδηγία 2001/29 δεν συνάγεται ότι η τοποθέτηση ενός υπερσυνδέσμου σε ιστότοπο συνιστά πράξη παρουσίασης στο κοινό, ωστόσο, η εθνική νομοθεσία προβλέπει συγγενικά δικαιώματα ευρύτερα αυτών του άρθρου 3 παρ. 2 της οδηγίας 2001/29. Συνακόλουθα, το Ανώτατο Δικαστήριο απηύθυνε το εξής προδικαστικό ερώτημα προς το ΔικΕΕ:

«Μπορούν τα κράτη μέλη να παρέχουν στον κάτοχο του δικαιώματος του δημιουργού ευρύτερο αποκλειστικό δικαίωμα, προβλέποντας ότι η παρουσίαση στο κοινό περιλαμβάνει περισσότερες πράξεις από αυτές που διαλαμβάνονται στο άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας [2001/29];»


Στην απάντησή του στο ερώτημα αυτό, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα εξής:

 Το άρθρο 3 της οδηγίας αυτής, με τίτλο «Δικαίωμα παρουσίασης έργων στο κοινό και δικαίωμα διάθεσης άλλων αντικειμένων στο κοινό», προβλέπει τα ακόλουθα:
«1.      Τα κράτη μέλη παρέχουν στους δημιουργούς το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν κάθε παρουσίαση στο κοινό των έργων τους, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, καθώς και να καθιστούν προσιτά τα έργα τους στο κοινό κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος.
2.      Τα κράτη μέλη παρέχουν το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση σε αυτά όπου και όταν επιλέγει ο ίδιος:
[...]
δ)      στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, που μεταδίδονται ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, συμπεριλαμβανομένης της καλωδιακής ή δορυφορικής μετάδοσης.»

Όπως συνάγεται από το γράμμα της διάταξης, αυτή αναφέρεται στη διάθεση στο κοινό των ραδιοτηλεοπτικών εκπομπών, αλλά όσον αφορά την υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους και, συνεπώς, δεν εκτείνεται στην απευθείας μετάδοση στο διαδίκτυο εκπομπών, όπως οι επίμαχες εκπομπές.

Το Δικαστήριο διαπίστωσε, όμως, ότι η εναρμόνιση που επιδιώκεται μέσω της οδηγίας 2001/29 δεν είναι πλήρης. Μάλιστα, η οδηγία 2006/115 που ρυθμίζει τα συγγενικά δικαιώματα, μεταξύ αυτών και τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές, αναγνωρίζει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να προβλέπουν διατάξεις πιο προστατευτικές, όσον αφορά τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση και την παρουσίαση στο κοινό εκπομπών που πραγματοποιούνται από ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, απ’ ό,τι αυτές που πρέπει να θεσπιστούν, σύμφωνα με το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής. Η δυνατότητα αυτή συνεπάγεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να παρέχουν, στους ραδιοτηλεοπτικούς οργανισμούς, το αποκλειστικό δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν πράξεις παρουσιάσεως στο κοινό των εκπομπών τους που πραγματοποιούνται υπό συνθήκες που διαφέρουν από αυτές που προβλέπει το εν λόγω άρθρο 8, παράγραφος 3, ιδίως δε εκπομπών στις οποίος οποιοσδήποτε μπορεί να έχει πρόσβαση από όπου αυτός επιλέγει, εξυπακουομένου ότι ένα τέτοιο δικαίωμα δεν πρέπει, όπως προβλέπει το άρθρο 12 της οδηγίας 2006/115, κατ’ ουδένα τρόπο να θίγει την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι δεν αντιτίθεται σε εθνική νομοθεσία που επεκτείνει το αποκλειστικό δικαίωμα των ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών, που διαλαμβάνονται στο εν λόγω άρθρο 3, παράγραφος 2, στοιχείο δ΄, και όσον αφορά πράξεις παρουσιάσεως στο κοινό τις οποίες θα μπορούσαν να συνιστούν μεταδόσεις αθλητικών συναντήσεων πραγματοποιούμενες απευθείας στο διαδίκτυο, όπως οι επίμαχες στην κύρια δίκη, υπό την προϋπόθεση ότι η επέκταση αυτή δεν θίγει την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού.
ως 
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι το ελληνικό δίκαιο δεν θεσπίζει ευρύτερη προστασία από το κοινοτικό δίκαιο, αλλά κατ' αντιγραφή της οδηγίας 2001/29, προβλέπεται στο άρθρο 48 παρ. 1 περ. ζ΄ Ν. 2121/1993 ότι οι ραδιοτηλεοπτικοί οργανισμοί έχουν το δικαίωμα να επιτρέπουν ή να απαγορεύουν τη διάθεση στο κοινό, ενσυρμάτως ή ασυρμάτως, κατά τρόπο ώστε οποιοσδήποτε να έχει πρόσβαση στην υλική ενσωμάτωση των εκπομπών τους, όπου και όταν ο ίδιος επιλέγει.

Ο περιορισμός του δικαιώματος διάθεσης στο κοινό μόνο σε ό,τι αφορά την πρόσβαση στην υλική ενσωμάτωση των εκπομπών σημαίνει ότι δεν καλύπτεται η πράξη διάθεσης, όπως στην επίδικη υπόθεση, όπου γίνεται ζωντανή μετάδοση ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής μέσω ιστοσελίδας.

Βλ. σχετ.:  Institut für Urheber- und Medienrecht, EUGH: Live-Stream nach EU-Recht nicht geschützt
Ο






Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

The French Government's Drift on Surveillance

The information shared today by Le Figaro regarding the upcoming French Bill on Intelligence, ahead of its presentation before the Council of ministers on Thursday 19 March, only confirms earlier concerns. While this new law was announced as an important overhaul aimed at protecting fundamental rights, the securitarian instrumentalisation of the deadly events of January is bound to lead to an incredible drift in state surveillance practices. La Quadrature du Net calls on citizens and their elected representatives to oppose this bill.
Behavioural surveillance of all users by all sorts of technical intermediates in order to detect suspicious behaviours, real time access to connection data, access to the content of emails and key loggers etc.: the reach of the new powers to be given to law enforcement agencies (police, border-police, etc.) without any judiciary supervision is of an unprecedented scale.
Without drawing any lessons from the case law of the European Union Court of Justice (Digital Rights Ireland Ltd etc., C-293/12, 594/12), which condemns the overly long and broad retention of citizen's personal data, the bill will propose to rise up to five years of the retention of the data by intelligence services.
To control the dangerous restrictions of the fundamental right to privacy by surveillance and profiling, the government only plans a consultative commission with limited powers. Citizens will only be able to resort to a a posteriori procedure with no substantial due process guarantee.
While waiting on the formal adoption of the bill by the government, La Quadrature du Net already urges the members of the French parliament to do their duty of controlling, reasoning and of defending the civil rights of citizens against this dangerous bill, and calls citizens to mobilise against it.
While studies show that everywhere in the world mass surveillance does not lower the risk of violent crimes, the path taken by the French government is bound to establish a new era of general suspicion, marking historical drawback for the separation of powers and for fundamental rights. If the French parliament accept to pass these measures, the conditions for a correct exercise of democracy in France will not be met anymore.


Source: https://www.laquadrature.net/en/intelligence-reform-the-french-governments-disastrous-drift-on-surveillance

VIDÉO - «Une loi qui s'adapte à la menace terroriste», explique Sébastien Pietrasanta, député PS et rapporteur du projet de loi sur le renforcement de la lutte contre le terrorisme http://bcove.me/rib82alh






Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Review of EU Data Protection Law: A Future with a Past



On 15 September 2014 the European Data Protection Supervisor (EDPS) has made available the thourough data protection review article entitled "EU Data Protection Law: The Review of Directive 95/46/EC and the Proposed General Data Protection Regulation" by Peter Hustinx which is based on a course given at the European University Institute's Academy of European Law in July 2013.

The article reminds the reader of the origins of data protection which were about the rights and interests of individuals and not mainly about the data relating to those individuals and then not only takes stock of where EU data protection law currently is but also takes a closer look at some of the key data protection issues.

EU Data Protection Authorities: Guidelines for Global Implementation of "Right to be Forgotten"




Art. 29 Data Protection Working Party, WP 225, adopted on 26 November 2014



On 26 November 2014, the European data protection authorities assembled in the Article 29 Working Party (WP29) have adopted guidelines on the implementation of the judgment of the Court of Justice of European Union (CJEU) of 13 May 2014 in Google Spain SL and Google Inc. v Agencia Española de Protección de Datos (AEPD) and Mario Costeja González (C-131/12), CRi 2014, p. 77 with remarks from US perspective by Spelman/Towle, p. 85, and remarks from an Irish perspective by Tobin, p. 87. These Guidelines contain the common interpretation of the ruling as well as the common criteria to be used by the data protection authorities when addressing complaints. The Guidelines request effective implementation of the CJEU's judgment on a global scale including all relevant ".com" domains which makes it all the more interesting to realise how such "right to be forgotten" constitutes a challenge to free speech rights recognized by the Constitution of the United States(see Brown, "The Right to be Forgotten: U.S. Rulings on Free Speech Won’t Let Google Forget", CRi 6/2014, pp. 161).


Background


The CJEU's judgment in Google Spain SL and Google Inc. v AEPD and Mario Costeja González (C-131/12)sets a milestone for EU data protection in respect of search engines and, more generally, in the online world. It grants the possibility to data subjects to request to search engines, under certain conditions, the de-listing of links appearing in the search results based on a person’s name.


WP29 Guidelines
Applicability of Data Protection Directive to Search Engines


The WP29 guidelines recall that the CJEU ruling confirmed the applicability of Directive 95/46/EC to a search engine insofar as the processing of personal data is carried out in the context of the activities of a subsidiary on the territory of a Member State, set up to promote and sell advertising space on its search engine in this Member State with the aim of making that service profitable.
Scope of "Right to be Forgotten"


The CJEU's judgment expressly states that the right only affects the results obtained from searches made on the basis of a person’s name and does not require deletion of the link from the indexes of the search engine altogether. That is, the original information will still be accessible using other search terms, or by direct access to the source.
Effective Implementation: National EU-Domains as well as All Relevant ".com"-Domains


The WP29 considers that in order to give full effect to the data subject’s rights as defined in the Court’s ruling, de-listing decisions must be implemented in such a way that they guarantee the effective and complete protection of data subjects’ rights and that EU law cannot be circumvented. In that sense, limiting de-listing to EU domains on the grounds that users tend to access search engines via theirnational domains cannot be considered a sufficient means to satisfactorily guarantee the rights of data subjects according to the ruling. In practice, this means that in any case de-listing should also be effective on all relevant .com domains.
Eligibility to "Right to be Forgotten"


Under EU law, everyone has a right to data protection. In practice, DPAs will focus on claims where there is a clear link between the data subject and the EU, for instance where the data subject is a citizen or resident of an EU Member State.
List of Common Criteria for Harmonised Handling of Complaints Against Search Engine's De-Listing Refusal


The guidelines also contain the list of common criteria which the data protection authorities will apply to handle the complaints filed with their national offices following refusals of de-listing by search engines. The list contains 13 main criteria and should be seen as a flexible working tool to help DPAs during the decision-making processes. Criteria will be applied on a case by case basis and in accordance with the relevant national legislations.


No single criterion is, in itself, determinative. Each of them has to be read in the light of the principles established by the CJEU and in particular in the light of the “the interest of the general public in having access to [the] information”.

Digital privacy: EU-wide logo and “data protection impact assessments” aim to boost the use of RFID systems

New EU-wide technical standards have been agreed that will help users of Radio Frequency Identification (RFID) smart chips and systems comply with EU Data Protection rules and the Commission’s 2009 recommendation on RFID. A “data protection impact assessment” process has also been agreed.
Practical effects of these new standards will include:

  • People using electronic travel passes, or buying clothes and supermarket items with RFID tags in the label, will know that smart chips are present thanks to the RFID sign (see right).
  • Retailers can use RFID technology to improve stock management and prevent theft, confident that they are respecting current EU data protection rules.
  • RFID application developers can rely on the Privacy Impact Assessment standards to ensure “data protection by design” within EU data protection rules.
In sectors such as healthcare and banking where RFID use is exploding, this rapid set of changes will take place in the legal mainstream rather than in a grey zone.
European Commission Vice President @NeelieKroesEU said: "Smart tags and systems are part of everyday life now, they simplify systems and boost our economy. But it is important to have standards in place which ensure those benefits do not come at a cost to data protection and security of personal data". According to reports, the global market for RFID applications is expected to grow to $9.2 billion in 2014. Consumers should not face surveillance from RFID chips, they should be deactivated by default immediately and free-of-charge at the point of sale.
Companies or public authorities using smart chips should:

  • give consumers clear and simple information so that they understand if their personal data will be used, the type of collected data (such as name, address or date of birth, for example when registering for a travel subscription card) and for what purpose.
  • provide clear labelling to identify the devices that 'read' the information stored in smart chips, and provide a contact point for citizens to obtain more information.
  • should conduct privacy and data protection impact assessments, reviewed by national data protection authorities, before using smart chips.
Retail associations and organisations should promote consumer awareness on products containing smart chips through the use of a common European sign.


Source: http://europa.eu/rapid/press-release_IP-14-889_en.htm

Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: Άννα Τσιφτσόγλου, Δημόσια Ασφάλεια και Ιδιωτικότητα




Πρόλογος: Σπυρίδων Ι. Φλογαϊτης
Καθηγητής Νομικής Σχολής Παν/μιου Αθηνών


Οι αποκαλύψεις Snowden το 2013 σχετικά με τα σκάνδαλα μαζικής παρακολούθησης εκ μέρους της βρετανικής και αμερικανικής κυβέρνησης εξέθεσαν απροκάλυπτα δείγματα της νέας πραγματικότητας. Παγκόσμιο χαρακτηριστικό αυτής είναι η σταδιακή μετεξέλιξη του σύγχρονου κράτους σε κράτος παρακολούθησης. Παράλληλα, οι αποκαλύψεις έδειξαν πως το δίκαιο της ανάγκης που επικαλέστηκαν πολιτικοί και νομικοί μετά την 11η Σεπτεμβρίου έχασε μάλλον την παροδικότητά του. Απεναντίας, τα έκτακτα μέτρα έγιναν ο κανόνας παρά η εξαίρεση, η νέα δικαιϊκή νόρμα.

Η παρούσα μονογραφία εστιάζει στη σύγκρουση δημόσιας ασφάλειας και ιδιωτικότητας μέσα στη νέα πραγματικότητα του κράτους πρόληψης και παρακολούθησης. Η διελκυστίνδα αυτή εκφράζεται μέσα από σταθμίσεις νομοθετικές και δικαστικές, εντοπίζεται σε δύο κυρίως πεδία- τις ηλεκτρονικές επικοινωνίες και τις γενετικές πληροφορίες- και αναδεικνύει θεσμικές επιλογές κοινοβουλίων και δικαστηρίων σε εθνικό αλλά και υπερεθνικό επίπεδο. Παράλληλα, η σύγκρουση εξετάζεται και μέσα από ένα σώμα αποφάσεων των ελληνικών ανεξάρτητων διοικητικών αρχών, αντλώντας πολύτιμα στοιχεία και από το ευρωπαϊκό παράδειγμα, ανιχνεύοντας το θεσμικό τους ρόλο στην επίλυση της αξιακής σύγκρουσης.  

Μεθοδολογικά, ακολουθείται το σχήμα θέμα – πράξη – θεσμοί, δηλαδή η τριμερής (θεωρητική, πρακτική και θεσμική) προσέγγιση της θεματικής μας. Αξιοποιείται συγκριτικά πρωτογενές υλικό από τέσσερις τουλάχιστον έννομες τάξεις (Ελλάδα, ΗΠΑ, ΕΕ και ΕΣΔΑ), αλλά και επιστημονική βιβλιογραφία και ειδησεογραφία που καλύπτει τρεις τουλάχιστον γλώσσες (ελληνική, αγγλική και γαλλική).

Στόχος του έργου είναι τόσο η ανάδειξη όσο και η επαναδιαπραγμάτευση της σχέσης των δύο αντίπαλων αξιών μέσα από συγκριτική μελέτη μιας πληθώρας πηγών ιδίως σε περιόδους κρίσης, όπως η βιωθείσα παγκοσμίως κατά τη δεκαετία μετά από τις τρομοκρατικές επιθέσεις στις ΗΠΑ.  





Κυριακή 1 Μαρτίου 2015

Περιορισμοί στην πρόσβαση σε ιστοτόπους με παράνομο περιεχόμενο. Η απόφαση του ΔΕΕ στην υποθ. C-314/12 (UPC Telekabel)


Το Δικαστήριο της ΕΕ έκρινε στην απόφαση της 27.3.2014 σχετικά με την έννοια του διαμεσολαβητή κατά την οδηγία 2001/29 και εάν οι περιορισμοί στην πρόσβαση σε ιστοτόπους που παραβιάζουν δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας προσκρούουν στα θεμελιώδη δικαιώματα της Ένωσης.

Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης έχουν ως εξής: Η Constantin Film και η Wega, δύο εταιρίες παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών, αφού διαπίστωσαν ότι ιστότοπος πρότεινε, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, είτε την τηλεφόρτωση είτε την παρακολούθηση μέσω «streaming» [υπηρεσίας ροής δεδομένων] ορισμένων ταινιών παραγωγής τους, ζήτησαν από τον δικαστή ασφαλιστικών μέτρων την έκδοση διατάξεως απαγορεύουσας στην UPC Telekabel, φορέα παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο, να επιτρέπει την πρόσβαση των πελατών της στον επίμαχο ιστότοπο, καθόσον ο ιστότοπος αυτός θέτει στη διάθεση του κοινού, χωρίς τη συγκατάθεσή τους, κινηματογραφικά έργα επί των οποίων έχουν συγγενικό του δικαιώματος του δημιουργού δικαίωμα. Με διάταξη της 13ης Μαΐου 2011, το Handelsgericht Wien (Αυστρία) απαγόρευσε στην UPC Telekabel να παράσχει στους πελάτες της την πρόσβαση στον επίμαχο ιστότοπο, η δε απαγόρευση αυτή έπρεπε, μεταξύ άλλων, να πραγματοποιηθεί με τον αποκλεισμό του ονόματος χώρου και τη φραγή της ενεργού διευθύνσεως IP («Internet Protocol») του ιστότοπου αυτού καθώς και κάθε άλλη διεύθυνση IP του εν λόγω ιστότοπου, την οποία μπορεί να εντοπίσει η UPC Telekabel. Τον Ιούνιο του 2011 ο επίμαχος ιστότοπος διέκοψε τη λειτουργία του κατόπιν παρεμβάσεως των γερμανικών αστυνομικών αρχών εις βάρος των διαχειριστών του. Με διάταξη της 27ης Οκτωβρίου 2011, το Oberlandesgericht Wien (Αυστρία), δικάζον σε δεύτερο βαθμό, μεταρρύθμισε εν μέρει τη διάταξη του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καθόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εσφαλμένως, προσδιόρισε τα μέτρα τα οποία πρέπει να εφαρμόσει η UPC Telekabel για να προβεί στον αποκλεισμό του επίμαχου ιστότοπου και, συνακολούθως, να εκτελέσει τη διάταξη. Στη συνέχεια, έκρινε ότι, παρέχοντας στους πελάτες της πρόσβαση σε περιεχόμενο που διατίθεται παρανόμως, η UPC Telekabel πρέπει να θεωρηθεί ως διαμεσολαβητής του οποίου οι υπηρεσίες χρησιμοποιούνται για την προσβολή συγγενικού προς το δικαίωμα του δημιουργού δικαίωμα, οπότε η Constantin Film και η Wega δικαιούνταν να ζητήσουν την έκδοση διατάξεως κατά της εταιρίας αυτής. Εντούτοις, όσον αφορά την προστασία του δικαιώματος του δημιουργού, το Oberlandesgericht Wien έκρινε ότι στην UPC Telekabel μπορούσε να επιβληθεί μόνον, υπό μορφή υποχρεώσεως επιτεύξεως αποτελέσματος, η απαγόρευση προσβάσεως των πελατών της στον επίμαχο ιστότοπο, αλλά η UPC Telekabel έπρεπε να έχει την ελεύθερη επιλογή των προς εφαρμογή μέσων. Η UPC Telekabel άσκησε αίτηση αναιρέσεως («Revision») ενώπιον του Oberster Gerichtshof. Προς στήριξη της αιτήσεώς της αναιρέσεως, η UPC Telekabel προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι υπηρεσίες της χρησιμοποιούνται για την προσβολή του δικαιώματος του δημιουργού ή συγγενικού δικαιώματος κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29, διότι δεν διατηρεί καμία εμπορική σχέση με τους διαχειριστές του επίμαχου ιστότοπου και δεν αποδείχθηκε ότι οι πελάτες της ενήργησαν παρανόμως. Εν πάση περιπτώσει, η UPC Telekabel υποστηρίζει ότι τα διάφορα μέτρα αποκλεισμού τα οποία δύνανται να τεθούν σε εφαρμογή μπορούν όλα να καταστρατηγηθούν τεχνικώς και ορισμένα είναι εξαιρετικώς δαπανηρά.

Το αυστριακό Δικαστήριο υπέβαλε τα εξής προδικαστικά ερωτήματα προς το ΔΕΕ:

«1)      Πρέπει το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29 […] να ερμηνεύεται υπό την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο διαθέτει προστατευόμενα αντικείμενα στο διαδίκτυο χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου (άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας 2001/29) χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες των φορέων παροχής προσβάσεως [στο διαδίκτυο], πελάτες των οποίων είναι τα πρόσωπα που αποκτούν πρόσβαση στα εν λόγω αντικείμενα;
Σε περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα:
2)      Επιτρέπονται η αναπαραγωγή για ιδιωτική χρήση (άρθρο 5, παράγραφος 2, στοιχείο β΄, της οδηγίας 2001/29) και η μεταβατική και παρεπόμενη αναπαραγωγή (άρθρο 5, παράγραφος 1, της οδηγίας 2001/29) μόνον όταν το πρωτότυπο της αναπαραγωγής έχει αναπαραχθεί, διανεμηθεί ή διατεθεί στο κοινό νομίμως;
Σε περίπτωση που δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ή στο δεύτερο ερώτημα με αποτέλεσμα να πρέπει να διαταχθεί, δυνάμει του άρθρου 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29, η λήψη ασφαλιστικών μέτρων κατά του φορέα που παρέσχε πρόσβαση [στο διαδίκτυο] στον χρήστη:
3)      Συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως στο πλαίσιο της αναγκαίας σταθμίσεως μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εμπλεκομένων, η επιβολή στον φορέα παροχής προσβάσεως [στο διαδίκτυο] μιας γενικής απαγορεύσεως (δηλαδή, χωρίς διαταγή λήψης συγκεκριμένων μέτρων), ώστε να μην επιτρέπεται να καθιστά δυνατή την πρόσβαση των πελατών του σε συγκεκριμένο ιστότοπο στον οποίο διατίθεται αποκλειστικώς ή ως επί το πλείστον περιεχόμενο χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων του, εάν οι ποινές που προβλέπονται σε περίπτωση παραβιάσεως της εν λόγω απαγορεύσεως δεν επιβάλλονται στον φορέα παροχής προσβάσεως εφόσον αυτός αποδείξει ότι είχε λάβει ούτως ή άλλως κάθε εύλογο μέτρο;
Σε περίπτωση που δοθεί αρνητική απάντηση στο τρίτο ερώτημα:
4)      Συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, ιδίως στο πλαίσιο της αναγκαίας σταθμίσεως μεταξύ των θεμελιωδών δικαιωμάτων των εμπλεκομένων, η επιβολή στον φορέα παροχής προσβάσεως [στο διαδίκτυο] της υποχρεώσεως να λάβει συγκεκριμένα μέτρα προκειμένου να δυσχεράνει την πρόσβαση των πελατών του σε ιστότοπο με περιεχόμενο το οποίο διατίθεται παρανόμως, εφόσον τα μέτρα αυτά απαιτούν σημαντική δαπάνη, ενώ είναι δυνατόν να καταστρατηγηθούν χωρίς ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις;»
Ως προς το 1ο ερώτημα το ΔΕΕ δέχθηκε:

(32) Στη συνέχεια, δεδομένου ότι ο φορέας παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο, για κάθε διαδικτυακή μετάδοση προσβολής προστατευόμενου έργου, μεσολαβεί κατ’ ανάγκη μεταξύ ενός από τους πελάτες του και ενός τρίτου, εφόσον, παρέχοντας την πρόσβαση στο δίκτυο, καθιστά τη μετάδοση αυτή εφικτή (βλ., συναφώς, διάταξη της 19ης Φεβρουαρίου 2009, C‑557/07, LSG-Gesellschaft zur Wahrnehmung von Leistungsschutzrechten, Συλλογή 2009, σ. I‑1227, σκέψη 44), πρέπει να θεωρηθεί ότι ο φορέας παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο, όπως αυτός της κύριας δίκης, ο οποίος παρέχει στους πελάτες του τη δυνατότητα να έχουν πρόσβαση σε προστατευόμενα αντικείμενα που τίθενται στη διάθεση του κοινού στο διαδίκτυο από τρίτον, είναι διαμεσολαβητής οι υπηρεσίες του οποίου χρησιμοποιούνται για την προσβολή δικαιώματος του δημιουργού ή συγγενικό δικαίωμα κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29.

Η απάντησή του, συμπερασματικά, ήταν ότι:

(40) Λαμβανομένων υπόψη των προηγουμένων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29 έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο θέτει στη διάθεση του κοινού σε ιστότοπο προστατευόμενα αντικείμενα χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες φορέα παροχής διαδικτυακής προσβάσεως στα πρόσωπα που αποκτούν πρόσβαση στα αντικείμενα αυτά, ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ως διαμεσολαβητής κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29.

Ακολούθως, δέχθηκε ότι δεδομένης της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο ερώτημα, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα.


Ως προς το τρίτο ερώτημα, το Δικαστήριο έκανε ενδιαφέρουσες σκέψεις.

Συγκεκριμένα δέχθηκε ότι η διάταξη, όπως αυτή της κύριας δίκης που επιβάλλει στον αποδέκτη της περιορισμούς στην ελεύθερη χρήση των πόρων που διαθέτει, καθόσον τον υποχρεώνει να λάβει μέτρα τα οποία μπορεί να αντιπροσωπεύουν μεγάλο κόστος γι’ αυτόν, να έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην οργάνωση των δραστηριοτήτων του ή να απαιτούν δυσχερείς και περίπλοκες τεχνικές λύσεις. Πάντως, τέτοιου είδους διάταξη δεν προσβάλλει προφανώς την ουσία του δικαιώματος της επιχειρηματικής ελευθερίας φορέα παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο, όπως αυτού της κύριας δίκης.

Ως προς τα μέτρα που λαμβάνει φορέας παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο, το ΔΕΕ έκρινε ότι όταν ο αποδέκτης διατάξεως, όπως αυτή της κύριας δίκης, επιλέγει τα προς λήψη μέτρα προκειμένου να συμμορφωθεί προς τη διάταξη αυτή, οφείλει να μεριμνά για την τήρηση του θεμελιώδους δικαιώματος της ελευθερίας πληροφορήσεως των χρηστών του διαδικτύου. Εν προκειμένω, όχι το ΔΕΕ, αλλά τα εθνικά δικαστήρια πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να εξετάζουν αν πρόκειται περί αυτού.

Ωστόσο, στην περίπτωση διατάξεως, όπως αυτή της κύριας δίκης, επισημαίνεται ότι, αν ο φορέας παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο λαμβάνει μέτρα βάσει των οποίων μπορεί να εφαρμόζει την επιβληθείσα απαγόρευση, τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν τη δυνατότητα να προβούν στον έλεγχο αυτό στο στάδιο της εκτελεστικής διαδικασίας, εφόσον δεν υπάρχει αμφισβήτηση επ’ αυτού. Στη συνέχεια, για να μην προσκρούει η έκδοση διατάξεως, όπως αυτή της κύριας δίκης, στα αναγνωριζόμενα από το δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη δικαιώματα, απαιτείται οι εθνικοί δικονομικοί κανόνες να προβλέπουν τη δυνατότητα των χρηστών του διαδικτύου να προβάλλουν τα δικαιώματά τους ενώπιον του δικαστή, αφού γνωστοποιηθούν τα εκτελεστικά μέτρα που έλαβε ο φορέας παροχής προσβάσεως στο διαδίκτυο.

Ως προς το τέταρτο ερώτημα, το Δικαστήριο έκρινε ότι παρέλκει η εξέτασή του.

Εν τέλει, η απάντηση του Δικαστηρίου είναι ότι:

1)      Το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 22ας Μαΐου 2001, για την εναρμόνιση ορισμένων πτυχών του δικαιώματος του δημιουργού και συγγενικών δικαιωμάτων στην κοινωνία της πληροφορίας, έχει την έννοια ότι πρόσωπο το οποίο θέτει στη διάθεση του κοινού σε ιστότοπο προστατευόμενα αντικείμενα χωρίς τη συγκατάθεση του δικαιούχου, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2, της οδηγίας αυτής, χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες φορέα παροχής διαδικτυακής προσβάσεως σε πρόσωπα που αποκτούν πρόσβαση στα αντικείμενα αυτά, ο οποίος πρέπει να θεωρηθεί ως διαμεσολαβητής κατά το άρθρο 8, παράγραφος 3, της οδηγίας 2001/29.
2)      Τα αναγνωριζόμενα από το δίκαιο της Ένωσης θεμελιώδη δικαιώματα έχουν την έννοια ότι δεν αντιτίθενται σε επιβαλλόμενη με δικαστική διάταξη σε φορέα παροχής διαδικτυακής προσβάσεως απαγόρευση να παρέχει στους πελάτες του πρόσβαση σε ιστότοπο ο οποίος θέτει στο διαδίκτυο προστατευόμενα αντικείμενα χωρίς τη συγκατάθεση των δικαιούχων, όταν η διάταξη αυτή δεν διευκρινίζει τα μέτρα που πρέπει να λάβει ο φορέας αυτός, οι δε χρηματικές ποινές που προβλέπονται σε περίπτωση παραβιάσεως της εν λόγω απαγορεύσεως δεν επιβάλλονται στον εν λόγω φορέα εφόσον αυτός αποδείξει ότι έλαβε κάθε εύλογο μέτρο με σκοπό την εφαρμογή της απαγορεύσεως, υπό την προϋπόθεση πάντως ότι τα ληφθέντα μέτρα, αφενός, δεν στερούν ασκόπως από τους χρήστες του διαδικτύου τη δυνατότητα σύννομης προσβάσεως σε διαθέσιμες πληροφορίες και, αφετέρου, έχουν ως αποτέλεσμα να παρακωλύουν ή, τουλάχιστον, να δυσχεραίνουν τη μη εγκεκριμένη πρόσβαση σε προστατευόμενα αντικείμενα ή αποθαρρύνουν σοβαρώς την πρόσβαση των χρηστών του διαδικτύου, οι οποίοι χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του αποδέκτη της διατάξεως αυτής, στα εν λόγω αντικείμενα τα οποία τέθηκαν στη διάθεσή τους κατά παράβαση του θεμελιώδους αυτού δικαιώματος, όπερ απόκειται στις εθνικές αρχές και στα εθνικά δικαστήρια να εξακριβώσουν.