Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2008

Μείωση του κόστους των γραπτών μηνυμάτων και των κινητών υπηρεσιών δεδομένων στο εξωτερικό


Press release
(Από τον δικτυακό τόπο Information Society της ΕΕ)


Οι χρήστες κινητής τηλεφωνίας μπορούν να αναμένουν ότι από το επόμενο καλοκαίρι η αποστολή γραπτών μηνυμάτων από το εξωτερικό εντός της ΕΕ θα είναι πολύ φτηνότερη. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε σήμερα τη μείωση, από την 1η Ιουλίου 2009, της χρέωσης για περιαγωγή μηνυμάτων κειμένου κατά 60%. Οι πολίτες της ΕΕ που ταξιδεύουν σε άλλες χώρες της Κοινότητας δεν θα πληρώνουν περισσότερο από 11 ευρωλεπτά ανά SMS έναντι 29 ευρωλεπτών που είναι ο σημερινός μέσος όρος στην ΕΕ. Η Επιτροπή επιθυμεί επίσης να βελτιωθεί η διαφάνεια όσον αφορά την πλοήγηση στον Παγκόσμιο Ιστό και την τηλεφόρτωση δεδομένων σε κινητό τηλέφωνο από το εξωτερικό: οι καταναλωτές, εξοικοιωμένοι με φτηνότερες υπηρεσίες δεδομένων στη χώρα τους πρέπει να προστατεύονται καλύτερα από "φουσκωμένους λογαριασμούς" περιαγωγής που μπορεί να ανέλθουν σε χιλιάδες ευρώ. Οι προτάσεις πρόκειται να υποβληθούν στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, που πρέπει να συμφωνήσουν ώστε οι προτάσεις να αποκτήσουν ισχύ νόμου. Ήδη το καλοκαίρι του 2007, η ΕΕ μείωσε κατά 60% τα τέλη για πραγματοποίηση και λήψη κλήσεων στο εξωτερικό (περιαγωγή φωνής).

«Η Ευρώπη κατέστησε την κινητή τηλεφωνία ελκυστική σε όλο τον κόσμο χάρη στο δικό της πρότυπο του GSM. Πρέπει πλέον να αποδείξει ότι υπάρχει γνήσια ενιαία αγορά τηλεπικοινωνιών, όπου οι καταναλωτές μπορούν να χρησιμοποιούν το κινητό τους τηλέφωνο στο σύνολο των 27 χωρών της ΕΕ, χωρίς να υφίστανται κυρώσεις εξαιτίας της διέλευσης συνόρων», είπε ο κ. José Manuel Barroso, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. «Εάν τούτο επιτευχθεί σύντομα, θα έχουμε τεράστια αύξηση στα SMS και στις υπηρεσίες δεδομένων, ενώ θα δοθεί το μήνυμα ότι η μείωση των τελών μπορεί να αποβεί επωφελής για όλους.»

H κα Viviane Reding, αρμόδια Επίτροπος για τις τηλεπικοινωνίες, δήλωσε: «Η χρήση του κινητού τηλεφώνου στο εξωτερικό, εντός της ΕΕ, δεν θα πρέπει να είναι αδικαιολόγητα ακριβότερη απ' ό,τι στο εσωτερικό, είτε για τηλεφωνικές κλήσεις, ή για αποστολή κειμένων ή πλοήγηση στον Παγκόσμιο Ιστό. Τα 37 εκατ. των Ευρωπαίων τουριστών και τα 110 εκατ. των επιχειρηματιών σε επαγγελματικό ταξίδι περιμένουν πότε η επαγγελία της ενιαίας αγοράς χωρίς σύνορα θα έχει επιτέλους θετικό αντίκτυπο στους λογαριασμούς τους.»

Η αρμόδια Επίτροπος για την προστασία των καταναλωτών, κα Κούνεβα, δήλωσε τα εξής: «Εάν η Ευρώπη επιθυμεί να επιτύχει συγκεκριμένα αποτελέσματα προς όφελος των 500 εκατ. καταναλωτών της, τότε δεν θα πρέπει να ανέχεται πλέον πρακτικές κατά τις οποίες φορείς εκμετάλλευσης χρεώνουν για υπηρεσίες που δεν παρέχουν. Οι καταναλωτές υπερχρεώνονται κατά μέσο όρο σε ύψος 24% για κλήσεις κινητών επικοινωνιών που πραγματοποιούν από το εξωτερικό, καθώς οι κλήσεις περιαγωγής πολύ συχνά χρεώνονται ανά λεπτό και όχι ανά δευτερόλεπτο. Μία από τις προτεραιότητές μας είναι η δίκαιη μεταχείριση των καταναλωτών όταν διαβαίνουν τα σύνορα και για το λόγο αυτό η Επιτροπή αποφάσισε σήμερα να θεσπίσει την αρχή της ανά δευτερόλεπτο χρέωσης για όλες τις κλήσεις περιαγωγής».

Τα γραπτά μηνύματα είναι γενικά δημοφιλή μεταξύ των πολιτών της ΕΕ, οι οποίοι το 2007 απέστειλαν 2,5 δισ. SMS αξίας 800 εκατ. ευρώ. Ιδιαίτερα η νέα γενιά επικοινωνεί με SMS: το 38% των ατόμων ηλικίας 15-24 ετών επικοινωνούν αποκλειστικά με μηνύματα, όταν βρίσκονται στο εξωτερικό. Το κόστος, όμως, της περιαγωγής κειμένου μπορεί να είναι δεκαπλάσιο από το αντίστοιχο εγχώριο, φτάνοντας έως και 0,75 ευρώ ανά SMS, στην περίπτωση ταξιδιωτών από το Βέλγιο. Ένας τυπικός γάλλος πελάτης περιαγωγής που απέστειλε το φετινό καλοκαίρι γραπτό μήνυμα από την Ιταλία θα μπορούσε να πληρώσει μέχρι 0,30 ευρώ, ενώ ένας τσέχος τουρίστας θα πλήρωνε έως και 0,42 ευρώ (10,00 CZK). Στην Ισπανία, ένας σουηδός τουρίστας θα μπορούσε να πληρώσει έως και 0,40 ευρώ (3,79 SEK) ανά μήνυμα περιαγωγής, ένας γερμανός 0,32 ευρώ, ένας πολωνός 0,47 ευρώ (1,50 ZL), ένας τουρίστας από το Ηνωμένο Βασίλειο 0,63 ευρώ (£ 0,40 λίρες) ενώ ένας λετονός έως και 0,70 ευρώ (0,49 LVL) ανά μήνυμα SMS. Για το λόγο αυτό η Επιτροπή προτείνει ανώτατο όριο λιανικής 0,11 ευρώ για περιαγωγή μηνυμάτων κειμένου (χωρίς ΦΠΑ) και 0,04 ευρώ ως ανώτατο όριο χονδρικής. Οι τιμές χονδρικής χρεώνονται μεταξύ των φορέων, ώστε οι πελάτες να αποστέλλουν μηνύματα μέσω των δικτύων τους. Οι φορείς εκμετάλλευσης καλούνται να ανταγωνιστούν με τιμές κάτω από αυτά τα ανώτατα όρια, τα οποία καθορίζονται από την Επιτροπή έπειτα από λεπτομερή αξιολόγηση του αντίκτυπου με βάση στοιχεία που της διαθέτει η Ευρωπαϊκή Ομάδα Ρυθμιστικών Αρχών (ERG).

Οι πελάτες περιαγωγής πρέπει επίσης να λαμβάνουν ένα αυτόματο μήνυμα με τις χρεώσεις για περιαγωγή δεδομένων στη χώρα όπου έχουν μεταβεί. Από το καλοκαίρι του 2010 αναμένεται ότι οι καταναλωτές θα είναι σε θέση να προσδιορίζουν εκ των προτέρων το ύψος του λογαριασμού τους για περιαγωγή δεδομένων προτού διακοπεί η παροχή της υπηρεσίας - μέτρο που στοχεύει να θέσει τέρμα στους "φουσκωμένους λογαριασμούς". Και τούτο επειδή υπήρξαν περιπτώσεις πελατών που έλαβαν υπέρογκους λογαριασμούς - σε μία περίπτωση 40.000 ευρώ για τηλεφόρτωση ενός τηλεοπτικού θεάματος μέσω κινητής γραμμής περιαγωγής. Επιπλέον, ο καθορισμός ορίου ασφάλειας ύψους 1 ευρώ ανά megabyte για τέλη χονδρικής αναμένεται ότι θα δημιουργήσει ισότιμες συνθήκες μεταξύ των συντελεστών και θα τονώσει τον ανταγωνισμό.

Τέλος, η Επιτροπή επιθυμεί τα ανώτατα όρια τιμών για τηλεφωνικές κλήσεις περιαγωγής, που καθορίστηκαν το 2007 (και τα οποία σήμερα ανέρχονται σε 0,46 ευρώ για κλήσεις που γίνονται στο εξωτερικό και σε 0,22 για κλήσεις που λαμβάνονται στο εξωτερικό), από 1ης Ιουλίου 2012 να μειωθούν σε 0,34 ευρώ για εξερχόμενες και σε 0,10 ευρώ για εισερχόμενες κλήσεις στο εξωτερικό (χωρίς ΦΠΑ). Οι καταναλωτές θα επωφεληθούν επίσης από τη χρέωση ανά δευτερόλεπτο μετά τα πρώτα 30 δευτερόλεπτα για κλήσεις περιαγωγής και από τη χρέωση ανά δευτερόλεπτο για όλες τις εισερχόμενες κλήσεις. Με τα σημερινά δεδομένα πληρώνουν 24% περισσότερο από τα λεπτά της ώρας που χρησιμοποιούν για την πραγματοποίηση κλήσεων, και 19% περισσότερο για τις εισερχόμενες κλήσεις

Ιστορικό:

Ο κοινοτικός κανονισμός του 2007 για την περιαγωγή περιορίζει το ποσό που οι φορείς εκμετάλλευσης μπορούν να χρεώνουν τους πελάτες για κλήσεις περιαγωγής σε άλλες χώρες της ΕΕ σε 0,46 ευρώ ανά λεπτό για εξερχόμενες κλήσεις στο εξωτερικό και σε 0,22 ευρώ ανά λεπτό για εισερχόμενες κλήσεις στο εξωτερικό (χωρίς ΦΠΑ) (IP/08/1276). Το 2005 - πριν από την παρέμβαση της ΕΕ - η μέση επιβάρυνση για μια κλήση περιαγωγής ήταν 1,10 ευρώ ανά λεπτό. (IP/08 / 1276)

Έπειτα από συγκεκριμένο αίτημα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, ο κοινοτικός κανονισμός για την περιαγωγή υποχρεώνει την Επιτροπή να πραγματοποιήσει, το 2008, ανασκόπηση της εξέλιξης των κλήσεων περιαγωγής, των μηνυμάτων κειμένου και των υπηρεσιών δεδομένων και, εφόσον απαιτηθεί, να προτείνει παράτασή του. Τον Ιούνιο του 2008, μια μελέτη έδειξε ότι οι υψηλές τιμές (που συνήθως κυμαίνονται από 5 έως 10 ευρώ ανά megabyte) καθώς και η έλλειψη διαφάνειας επιβράδυναν την αφομοίωση των υπηρεσιών περιαγωγής δεδομένων στην ΕΕ (IP/08/1048). Τον Αύγουστο του 2008, το κόστος αποστολής ενός γραπτού μηνύματος στο εξωτερικό ήταν 0,29 ευρώ, χωρίς να έχει υπάρξει καμία αλλαγή σε σύγκριση με την κατάσταση πριν από ένα χρόνο, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις της Επιτροπής για αυτορύθμιση του κλάδου (IP/08/1144).

Η πρόταση της Επιτροπής και η εκτίμηση του αντίκτυπου, μαζί με έναν πλήρη οδηγό για το κόστος της περιαγωγής στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ, είναι διαθέσιμες στην ηλε-διεύθυνση:

http://ec.europa.eu/roaming

MEMO/08/578

Τετάρτη 24 Σεπτεμβρίου 2008

Έκθεση Πεπραγμένων Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα 2007

Πρόσφατα παρουσίασε την Έκθεση Πεπραγμένων Έτους 2007 η Αρχή Προστασίας Δεδομένων.

Στην Έκθεσή της η Αρχή παρουσιάζει τις θεματικές των αποφάσεων που εξέδωσε κατά το 2007. Αυτές περιλαμβάνουν τηλεφωνικές οχλήσεις, ζητήματα σχετικά με την Τειρεσίας ΑΕ, δημοσιοποίηση ονομάτων των ατόμων που απηλλάγησαν από την υποχρέωση στράτευσης, μέτρα ασφάλειας, βιομετρικά δεδομένα, εργασιακές σχέσεις, αλλοδαποί και ΜΜΕ.

Μια άλλη ενότητα αφορά διεθνή θέματα, στα οποία περιλαμβάνονται οι δεσμευτικοί εταιρικοί κανόνες, η διαβίβαση στοιχείων επιβατών αεροπορικών εταιρίων κοκ.

Τέλος, η Αρχή επισημαίνει τις ελλείψεις σε προσωπικό που αποτελούν τροχοπέδη στη λειτουργία της.

Ειδικότερα, η Έκθεση έχει ως εξής:

(...)
2. Δραστηριότητα σε στατιστικά στοιχεία
Η Αρχή εξέδωσε 65 αποφάσεις και απάντησε σε άλλες 980 περιπτώσεις προσφυγών ή καταγγελιών και ερωτημάτων. Οι απαντήσεις σε ερωτήματα αποτελούν σε μεγάλο βαθμό των περιπτώσεων γνωμοδοτικό έργο καθώς εξετάζουν τη νομιμότητα συγκεκριμένης επεξεργασίας που θέτει υπόψη της Αρχής ο υπεύθυνος επεξεργασίας. Η Αρχή σε 3 περιπτώσεις γνωμοδότησε επί σχεδίων νόμων καθώς και ισχυουσών διατάξεων που αφορούν στην προστασία των προσωπικών δεδομένων. Εξέτασε, επίσης, 560 γνωστοποιήσεις αρχείων και επεξεργασιών, εκ των οποίων οι 368 αφορούσαν στην εγκατάσταση και λειτουργία κλειστών κυκλωμάτων τηλεόρασης. Χορήγησε ή ανανέωσε 110 άδειες τήρησης αρχείων ευαίσθητων δεδομένων, διασύνδεσης αρχείων και διαβίβασης δεδομένων σε χώρες εκτός ΕΕ, καθώς και 8 άδειες για κλειστά κυκλώματα τηλεόρασης. Ακόμα, η Αρχή πραγματοποίησε 19 διοικητικούς ελέγχους αρχείων και επεξεργασιών σε 17 υπεύθυνους επεξεργασίας. Σε 12 περιπτώσεις, η Αρχή επέβαλε την κύρωση της αυστηρής προειδοποίησης, σε 17 περιπτώσεις πρόστιμα 1.500-50.000 Ευρώ και σε 3 άλλες περιπτώσεις την απεγκατάσταση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης.

Κατά το έτος 2007 υποβλήθηκαν συνολικά στην Αρχή 2005 προσφυγές/καταγγελίες και ερωτήματα, διεκπεραιώθηκαν 1045 υποθέσεις και παρέμειναν εκκρεμείς, συνυπολογίζοντας και τα προηγούμενα έτη, 2.264 υποθέσεις. Στον αριθμό αυτό πρέπει να προστεθούν 600 περίπου υποθέσεις με εισηγητές αποσπασμένους ελεγκτές, για τις οποίες λόγω ελλείψεως προσωπικού δεν έχει γίνει αναχρέωση. Το συνολικό απόθεμα των 3000 περίπου υποθέσεων υπογραμμίζει την αδυναμία της Αρχής να ανταποκριθεί με τα σημερινά δεδομένα στελέχωσης και λειτουργίας στον συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό εισερχόμενων υποθέσεων. Παρατηρείται δηλαδή σημαντική αύξηση του αριθμού των πολιτών, αλλά και των υπευθύνων επεξεργασίας, οι οποίοι απευθύνονται στην Αρχή. Για παράδειγμα, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις προσφυγές και τα ερωτήματα, ενώ το 2002, όπως και το 2003, υποβλήθηκαν περίπου 1200, ο αριθμός αυτός τα έτη 2006 και 2007 ξεπέρασε τις 2000. Δηλαδή, παρατηρείται τα έτη 2006 και 2007 μία αύξηση μεγαλύτερη του 67% σε σχέση με τα έτη 2002 και 2003. Συγκρίνοντας τους αντίστοιχους αριθμούς των ετών 1999 και 2007, η αύξηση προσεγγίζει το 650%.

3. Αποφάσεις
Αποφάσεις που παρουσιάζουν γενικότερο ενδιαφέρον:
• Τηλεφωνικές οχλήσεις: Η τηλεφωνική επικοινωνία με σκοπό την προώθηση προϊόντων και υπηρεσιών επιτρέπεται μόνο με προηγούμενη ρητή και ειδική συγκατάθεση του αποδέκτη της τηλεφωνικής κλήσης. Το μητρώο του άρθρου 13 του Ν. 2472/1997, που τηρεί η Αρχή σχετικά με τα άτομα που δεν επιθυμούν να δέχονται διαφημίσεις, δεν εφαρμόζεται στις τηλεφωνικές και λοιπές ηλεκτρονικές επικοινωνίες (Απόφαση 57/2007).
• Τραπεζικός τομέας - ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ: Οι τράπεζες οφείλουν να διαβιβάζουν ακριβή δυσμενή δεδομένα στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ, η οποία υπέχει και αυτοτελώς το καθήκον να ελέγχει και να εξασφαλίζει τις απαιτήσεις του Ν. 2472/1997 για νόμιμη επεξεργασία των δεδομένων (Αποφάσεις 35/2007 και 49/2007). Δεν είναι νόμιμη χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση των δανειοληπτών η διαβίβαση από τις τράπεζες στην ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ ΑΕ των στοιχείων των χορηγήσεών τους προς ιδιώτες σχετικά με δάνεια και πιστωτικές κάρτες, οι οποίες είχαν εγκριθεί πριν από το 2003 (Απόφαση 63/2007).
• Δημοσιοποίηση των ονομάτων των ατόμων που απηλλάγησαν από τη στράτευση: Πρόκειται για τις εξής τρεις κατηγορίες ατόμων: α) αυτών που νόμιμα απηλλάγησαν από την υποχρέωση στράτευσης για λόγους υγείας, β) αυτών που κρίθηκαν κατάλληλοι για στράτευση μετά από επανέλεγχο των δικαιολογητικών τους και γ) αυτών που παράνομα απηλλάγησαν από την υποχρέωση στράτευσης για λόγους υγείας. Και στις τρεις περιπτώσεις η δημοσιοποίηση κρίθηκε παράνομη, καθώς δεν υφίσταται σχετική διάταξη νόμου που να προβλέπει τη συγκεκριμένη επεξεργασία – δημοσιοποίηση, ούτε αυτή εμπίπτει σε κάποια από τις προϋποθέσεις νόμιμης επεξεργασίας που προβλέπει το άρθρο 7 του Ν. 2472/1997 για τα ευαίσθητα δεδομένα (Απόφαση 6/2007).
• Μέτρα ασφάλειας και ασφαλής καταστροφή δεδομένων: Ο υπεύθυνος επεξεργασίας υποχρεούται και στην ασφαλή καταστροφή των δεδομένων. Η απλή ρίψη των φακέλων σε κάδους απορριμάτων δεν πληροί τις απαιτήσεις του Ν. 2472/1997 για την λήψη των κατάλληλων οργανωτικών και τεχνολογικών μέτρων ασφάλειας (Αποφάσεις 1/2007, 2/2007, 8/2007, 12/2007, 13/2007, 14/2007, 15/2007, 20/2007, 21/2007, 32/2007, 33/2007, 46/2007, 47/2007, 55/2007).
• Βιομετρικά δεδομένα: Είναι παράνομη η χρησιμοποίηση από τον εργοδότη της βιομετρικής μεθόδου της ανάλυσης της γεωμετρίας του δακτύλου των εργαζομένων για τον έλεγχο της εισόδου και της εξόδου των τελευταίων από τις εγκαταστάσεις της επίχειρησης καθώς και για τον έλεγχο τήρησης του ωραρίου (Αποφάσεις 50/2007 και 62/2007).
• Εργασιακές σχέσεις και προστασία δεδομένων: Δεν επιτρέπεται η έρευνα από τον εργοδότη χωρίς τη συγκατάθεση του εργαζομένου των αρχείων που τηρεί στον ηλεκτρονικό του υπολογιστή (Απόφαση 37/2007).
• Διαγραφή αλλοδαπών από το Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και από τον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών: Η ανάκληση της ελληνικής ιθαγένειας δεν αποτελεί λόγο εγγραφής ενός αλλοδαπού στο Σύστημα Πληροφοριών Σένγκεν και στον Εθνικό Κατάλογο Ανεπιθύμητων Αλλοδαπών, καθώς η παρουσία του συγκεκριμένου αλλοδαπού στην ελληνική επικράτεια δεν συνιστά απειλή για τη δημόσια τάξη και ασφάλεια ή την εθνική ασφάλεια. Αυτοδίκαια διαγράφονται από τους παραπάνω καταλόγους και οι αλλοδαποί σε βάρος των οποίων είχε επιβληθεί το μέτρο της δικαστικής απέλασης, στην περίπτωση που οι ίδιοι έλαβαν στη συνέχεια άδεια παραμονής βάσει των διατάξεων των Ν. 2910/2001 και Ν. 3386/2005 που αφορούν την είσοδο και παραμονή αλλοδαπών στην Ελλάδα (Αποφάσεις 7/2007 και 10/2007).
• Δεδομένα αλλοδαπών: Το ΥΠΕΣΔΑ οφείλει να διαγράψει ως μη αναγκαία και μη πρόσφορα από τα έντυπα αιτήσεων για χορήγηση άδειας διαμονής σε αλλοδαπούς τα πεδία που είναι σχετικά με το θρήσκευμα και την εθνική καταγωγή των αιτούντων. Στην περίπτωση που επιθυμεί να συλλέγει τα παραπάνω στοιχεία για στατιστικούς σκοπούς, οφείλει να το κάνει με τη χορήγηση διαφορετικών εντύπων, τα οποία θα συμπληρώνονται ανώνυμα (απόφαση 16/2007).
• ΜΜΕ και προσωπικά δεδομένα: Στάθμιση των ανταγωνιστικών δικαιωμάτων της πληροφορικής αυτοδιάθεσης και της ελευθερίας του τύπου και της ενημέρωσης των πολιτών, κατά τις αρχές της πρακτικής εναρμόνισης των συνταγματικών διατάξεων. Η κρίση αν η συγκεκριμένη επεξεργασία ασκήθηκε νόμιμα ή αν, αντίθετα, παραβιάστηκε το δικαίωμα της πληροφοριακής αυτοδιάθεσης των θιγόμενων προσώπων και της ιδιωτικής ζωής, υπακούει τόσο στο κριτήριο κατά πόσο η επεξεργασία αυτή εξυπηρέτησε το συμφέρον της πληροφόρησης της κοινής γνώμης, όσο και στο κατά πόσο η εξεταζόμενη προσβολή ήταν στο πλαίσιο της αρχής της αναλογικότητας αναγκαία για την άσκηση του δικαιώματος πληροφόρησης (43/2007).

4. Διεθνή Θέματα
Στα ιδιαίτερα σημαντικά θέματα που απασχόλησαν την Αρχή, κυρίως στο πλαίσιο της συνεργασίας της με τις Αρχές Προστασίας Δεδομένων των χωρών μελών της ΕΕ, αλλά εν μέρει και σε εθνικό επίπεδο, συγκαταλέγονται και τα ακόλουθα:
• οι Δεσμευτικοί Εταιρικοί Κανόνες (Binding Corporate Rules) σχετικά με τη διαβίβαση δεδομένων σε χώρες εκτός ΕΕ,
• η διαβίβαση στοιχείων επιβατών αεροπορικών εταιρειών (PNRs),
• η παγκόσμια υπηρεσία ανταλλαγής χρηματοπιστωτικών μηνυμάτων SWIFT,
• το Πληροφοριακό σύστημα διοικητικής συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών (Internal Market Information – IMI) στο εσωτερικό της ΕΕ,
• οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Δικτύωσης (social networks),
• οι μηχανές αναζήτησης,
• οι ιδιωτικές ασφαλίσεις ιατρικής περίθαλψης – υγείας,
• το spam,
• η προστασία προσωπικών δεδομένων ανηλίκων και
• η προστασία δεδομένων στον Τρίτο Πυλώνα της Ε.Ε.

5. Ολοκληρωμένο Πληροφοριακό Σύστημα
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, στο πλαίσιο του προγράμματος Κοινωνία της Πληροφορίας, ολοκλήρωσε, τον Δεκέμβρη του 2007, την πραγματοποίηση του Πληροφοριακού Συστήματος-Ηλεκτρονικού Κέντρου Εξυπηρέτησης, με σκοπό την παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών προς το κοινό αλλά και τη βελτίωση της εσωτερικής της λειτουργίας. Το έργο βασίστηκε σε τεχνολογίες Διαδικτύου και ανοικτού λογισμικού και η υλοποίησή του διήρκεσε περίπου 2 έτη.

6. Προβλήματα και Μέτρα Αντιμετώπισης
Η Αρχή αντιμετωπίζει, σε μεγαλύτερο βαθμό σε σύγκριση με τα παρελθόντα έτη, σοβαρά προβλήματα λειτουργίας που προκαλούνται από τον ανεπαρκή αριθμό οργανικών θέσεων, την έλλειψη μισθολογικών και βαθμολογικών κινήτρων για την προσέλκυση και παραμονή στην υπηρεσία επιστημονικού προσωπικού, την υπέρμετρη αύξηση των εισερχόμενων υποθέσεων (ερωτημάτων, προσφυγών / καταγγελιών, γνωστοποιήσεων) καθώς και τις αυξημένες απαιτήσεις για πραγματοποίηση ελέγχων και υποστήριξη των υπευθύνων επεξεργασίας.
Τα προβλήματα του ανθρώπινου δυναμικού είχαν επισημανθεί και στις ετήσιες εκθέσεις των ετών 2005 και 2006. Συνεχίζουν να υφίστανται με αποτέλεσμα να καθίσταται σε πολλές περιπτώσεις ανεπίκαιρη, ακόμη και ανέφικτη, η ανταπόκριση της Αρχής κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της.
Μετά την ανάληψη των καθηκόντων των μελών της νέας σύνθεσης της Αρχής, επιχειρήθηκε η λήψη ορισμένων οργανωτικών μέτρων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, όπως η σύσταση και λειτουργία Τμήματος παράλληλα με την Ολομέλεια, η αναπροσαρμογή της ειδικής πρόσθετης αμοιβής του προσωπικού (επιστημονικού και διοικητικού) της Γραμματείας, η πρόσληψη εκπαιδευομένων από το πρόγραμμα stage του ΟΑΕΔ και η προκήρυξη διαγωνισμού για την πλήρωση πέντε κενών οργανικών θέσεων.
Ήδη μελετάται, με στόχο την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη διεξαγωγή των εργασιών, η κατανομή του επιστημονικού προσωπικού σε τέσσερα γραφεία με κριτήριο την επεξεργασία υποθέσεων σε συναφή αντικείμενα. Επίσης, πρόκειται να συγκροτηθεί ομάδα εργασίας που θα εισηγηθεί την τροποποίηση του ιδρυτικού νόμου υπό το φως της εμπειρίας της υπερδεκαετούς εφαρμογής του. Μεταξύ των τροποποιήσεων θα προταθεί η μεταβολή του υπηρεσιακού καθεστώτος των ελεγκτών από την κατηγορία ΠΕ σε θέσεις ειδικού επιστημονικού προσωπικού. Η μεταβολή αυτή θα επιτρέψει τη μισθολογική εξομοίωση με το προσωπικό άλλων ανεξάρτητων αρχών που έχει τα ίδια ή και λιγότερα τυπικά προσόντα.
Η γενναία πλην σταδιακή αύξηση των οργανικών θέσεων από 50 σε 90 είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία της Αρχής. Αυτή τη στιγμή παραμελείται, λόγω φόρτου εργασίας, μια κύρια αποστολή της Αρχής που είναι ο αυτεπάγγελτος διοικητικός έλεγχος αρχείων και επεξεργασιών με σοβαρούς κινδύνους για τον πολίτη (π.χ. τραπεζικός και ασφαλιστικός τομέας, οι τομείς προώθησης προϊόντων και υπηρεσιών, ηλεκτρονικών επικοινωνιών, υγείας, εργασιακών σχέσεων κ.ά.) και το ολιγάριθμο προσωπικό αγωνίζεται να ανταποκριθεί στη διαχείριση καταγγελιών ήσσονος σημασίας. Για τον ίδιο λόγο, τα τελευταία χρόνια, δεν καταρτίζονται οδηγίες και κανονιστικές πράξεις για τη ρύθμιση ειδικών θεμάτων και δεν εκπονούνται μελέτες για τις νέες τεχνολογίες και την υποστήριξη των υπευθύνων επεξεργασίας.
Η Αρχή πρέπει τα επόμενα χρόνια να αναπτύξει περισσότερο την προληπτική δράση. Για την επίτευξη του στόχου αυτού, η Πολιτεία πρέπει να εξασφαλίσει το αναγκαίο ανθρώπινο δυναμικό και την απαιτούμενη υλικοτεχνική υποδομή.

Τρίτη 23 Σεπτεμβρίου 2008

Ηλεκτρονική διακυβέρνηση στην Ελλάδα





Σύμφωνα με το in.gr, από μία κλωστή κρέμονται πλέον τα τηλεπικοινωνιακά συστήματα χιλιάδων φορέων του Δημοσίου, μετά την κατάρρευση της εταιρείας Αltec η οποία έχει αναλάβει την υποστήριξή τους, μέσω του δικτύου «Σύζευξις». Το έργο αυτό καλύπτει πολλές πλευρές G2G, κυρίως όμως πρόκειται για ένα δίκτυο πρόσβασης και κορμού για τους φορείς του Δημοσίου, με σκοπό να καλύψει όλες τις ανάγκες για τη μεταξύ τους επικοινωνία, στο πλαίσιο του οποίου αναπτύσσεται και η υποδομή δημοσίου κλειδιού (ΡΚΙ) για την επικοινωνία μεταξύ των υπηρεσιών του Δημοσίου.

Παρ' ότι αναμένεται να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα αυτό, έχουμε να παρατηρήσουμε ότι στη χώρα μας τα εμπόδια που πρέπει να ξεπερασθούν για τη δημιουργία αξιόπιστης ηλεκτρονικής διακυβέρνησης είναι πολλά!

Παραπέμπουμε σχετικά στον ιστοχώρο της ΕΕ για την ηλεκτρονική διακυβέρνηση, η οποία (ΕΕ) χρηματοδοτεί αρκετά έργα ηλ. διακυβέρνησης. Καταρχήν, αναφέρεται ότι ηλ. διακυβέρνηση είναι η χρήση τεχνολογιών πληροφορικής και επικοινωνιών για να καταστεί η δημόσια διοίκηση αποτελεσματικότερη, και για την αύξηση της παραγωγικότητας με την κατάργηση της γραφειοκρατίας, καθώς οι πολίτες δεν χρειάζονται πλέον να περιμένουν σε ουρές.

Παραπέρα, αναφέρονται παράδειγμα όπως είναι η ηλ. τιμολόγηση στη Δανία, με την οποία εξοικονομούνται 50 εκ. ευρώ ετησίως και παρατίθενται παραδείγματα έργων. Ωστόσο, δεν πρέπει να παραβλεφθεί ότι η προώθηση της ηλ. διακυβέρνησης πρέπει να συνοδεύεται από μέτρα για την εξάλειψη της ψηφιακής ανισότητας.

Σάββατο 20 Σεπτεμβρίου 2008

Μηχανές αναζήτησης και προστασία δεδομένων

Στις 4.4.2008 η επιτροπή του άρθρου 29 της οδηγίας 95/46 εξέδωσε γνωμοδότηση (opinion) για ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων στις μηχανές αναζήτησης του Διαδικτύου.

Οι τελευταίες έχουν καταστεί απαραίτητο βοήθημα στους χρήστες του Διαδικτύου, καθώς προσφέρουν καθοδήγηση στο πλήθος των πληροφοριών του Διαδικτύου. Η λειτουργικότητά τους, έτσι, είναι πολύ σημαντική κατά την περιήγηση στο Διαδίκτυο, ενδεικτικό είναι ιδίως ότι ενσωματώνονται ως εργαλειοθήκη στους φυλλομετρητές, ενώ ο φυλλομετρητής Google Chrome ενσωματώνει τις λειτουργίες τους στη γραμμή διευθύνσεων.

Είναι γεγονός, όμως, ότι οι μηχανές αναζήτησης μπορεί να λειτουργήσουν και ως "κερκόπορτα" για την παραβίαση προσωπικών δεδομένων. Αυτός είναι ο λόγος που τίθενται στο επίκεντρο της έρευνας της ομάδας εργασίας του άρθρου 29 της οδηγίας 95/46/ΕΚ.

Η επιτροπή επισημαίνει ότι η οδηγία 95/46 για την προστασία των προσωπικών δεδομένων εφαρμόζεται και στην επεξεργασία δεδομένων που διενεργείται από τους παρόχους μηχανών αναζήτησης, όταν συλλέγουν τα δεδομένα αναζήτησης ή ειδικότερα, όταν παρέχουν υπηρεσίες προσωρινής αποθήκευσης (caching) ή δημιουργίας προφίλ χρηστών του Διαδικτύου.

Ωστόσο, δεν εφαρμόζεται η οδηγία 2006/24 περί διατήρησης δεδομένων (data retention) στις μηχανές αναζήτησης.

Το σχετικό έγγραφο προβαίνει σε εκτενή ανάλυση των υπηρεσιών των μηχανών αναζήτησης και του νομικού πλαισίου της προστασίας δεδομένων, καταλήγει δε σε ορισμένα συμπεράσματα. Κατά πρώτον, τα προσωπικά δεδομένα πρέπει να συλλέγονται και να επεξεργάζονται για νόμιμους λόγους, ενώ, όταν δεν είναι πλέον αναγκαία πρέπει να διαγράφονται ή να ανωνυμοποιούνται.

Οι περίοδοι διατήρησης των δεδομένων πρέπει να είναι σύντομοι και να τελούν σε αναλογία με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Αυτό ισχύει και για τα cookies και flash cookies, για τα οποία πρέπει οι χρήστες να ενημερώνονται. Προσοχή συνίσταται ιδίως στη συλλογή πρόσθετων στοιχείων για τους χρήστες, με σκοπό τη δημιουργία προφίλ. Θα πρέπει για αυτό, να ζητείται η συγκατάθεση των χρηστών στην επεξεργασία δεδομένων.

Τέλος, επισημαίνεται ότι θα πρέπει να παρέχονται στους χρήστεςτα δικαιώματα που προβλέπει η οδηγία (πληροφόρησης, πρόσβασης, διόρθωσης κλπ).

Ειδικότερα, τα συμπεράσματα της γνωμοδότησης έχουν ως εξής:

Applicability of EC Directives
1. The Data Protection Directive (95/46/EC) generally applies to the processing of personal data by search engines, even when their headquarters are outside of the EEA.
2. Non-EEA based search engine providers should inform their users about the conditions in which they must comply with the Data Protection Directive, whether by establishment or by the use of equipment.
3. The Data Retention Directive (2006/24/EC) does not apply to internet search engines.

Obligations on search engine providers
4. Search engines may only process personal data for legitimate purposes and the amount of data has to be relevant and not excessive in respect of the various purposes to be achieved.
5. Search engine providers must delete or anonymise (in an irreversible and efficient way) personal data once they are no longer necessary for the purpose for which they were collected. The Working Party calls for the development of appropriate anonymisation schemes by search engine providers.
6. Retention periods should be minimised and be proportionate to each purpose put forward by search engine providers. In view of the initial explanations given by search engine providers on the possible purposes for collecting personal data, the Working Party does not see a basis for a retention period beyond 6 months. However, national legislation may require earlier deletion of personal data. In case search engine providers retain personal data longer than 6 months, they must demonstrate comprehensively that it is strictly necessary for the service. In any case, the information about the data retention period chosen by search engine providers should be easily accessible from their homepage.
7. While search engine providers inevitably collect some personal data about the users of their services, such as their IP address, resulting from standard HTTP traffic, it is not necessary to collect additional personal data from individual users in order to be able to perform the service of delivering search results and advertisements.
8. If search engine providers use cookies, their lifetime should be no longer than demonstrably necessary. Similarly to web cookies, flash cookies should only be installed if transparent information is provided about the purpose for which they are installed and how to access, edit and delete this information.
9. Search engine providers must give users clear and intelligible information about their identity and location and about the data they intend to collect, store or transmit, as well as the purpose for which they are collected.
10. Enrichment of user profiles with data not provided by the users themselves is to be based on the consent of the users.
11. If search engine providers provide means to retain the individual search history, they should make sure they have the consent of the user.
12. Search engines should respect website editor opt-outs indicating that the website should not be crawled and indexed or included in the search engines’ caches.
13. When search engine providers provide a cache, in which personal data are being made available for longer than the original publication, they must respect the right of data subjects to have excessive and inaccurate data removed from their cache.
27 The Working Party recommends a layered model for privacy policy as described in the WP Opinion on More Harmonised Information Provisions
14. Search engine providers that specialise in the creation of value added operations, such as profiles of natural persons (so called ‘people search engines’) and facial recognition software on images must have a legitimate ground for processing, such as consent, and meet all other requirements of the Data Protection Directive, such as the obligation to guarantee the quality of data and fairness of processing.

Rights of users
15. Users of search engine services have the right to access, inspect and correct if necessary, according to Article 12 of the Data Protection Directive (95/46/EC), all their personal data, including their profiles and search history.
16. Cross-correlation of data originating from different services belonging to the search engine provider may only be performed if consent has been granted by the user for that specific service.

Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου 2008

Βιβλιοπαρουσίαση: Δίκαιο Προστασίας Καταναλωτών


Βιβλιοπαρουσίαση
Δίκαιο προστασίας καταναλωτών
Επιστημονική επιμέλεια: Β. Δούβλης, Ά. Μπώλος


Ένα νέο έργο αναφοράς εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Σάκκουλα, το οποίο προορίζεται να καλύψει τα ζητήματα που αφορούν το δίκαιο προστασίας του καταναλωτή.

Το παρόν έργο είναι δίτομο και παρουσιάζει μια σειρά από επιμέρους θεματικές. Αξίζει να σημειωθεί ότι σε αντίθεση με τις λοιπές μελέτες για το δίκαιο του καταναλωτή που έχουν ως επίκεντρο το ν. 2251/1994, το παρόν έργο δεν εξαντλείται στην ερμηνεία του νόμου αυτού, αλλά εκτείνεται σε μια ευρύτερη παρουσίαση και θεματικών εκτός του ν.2251/1994, όπως είναι οι χρηματοοικονομικές και χρηματοπιστωτικές συναλλαγές, τα ζητήματα ασφάλισης, το ηλεκτρονικό εμπόριο κοκ.

Στο επίκεντρο της ανάλυσης βρίσκεται η κοινοτική νομοθεσία, όπως ερμηνεύεται από την πλούσια νομολογία του ΔΕΚ και οι νομοθετικές πράξεις εναρμόνισης του ελληνικού με το κοινοτικό δίκαιο.

Ειδικότερα, στο έργο περιλαμβάνονται οι εξής θεματικές ενότητες:

Δίκαιο Καταναλωτικών Συμβάσεων (Καταναλωτικοί ΓΟΣ - Συμβάσεις εκτός εμπορικού καταστήματος - Συμβάσεις από απόσταση - Καταναλωτική πώληση).

Διακίνηση, Διαφήμιση και Ασφάλεια Προϊόντων και Υπηρεσιών ( Ευθύνη λόγω ελαττωματικών προϊόντων - Γενική ασφάλεια προϊόντων - Εμπορικοί αντιπρόσωποι - Συγκριτική διαφήμιση και αθέμιτες εμπορικές πρακτικές - Τιμή προϊόντων).

Ηλεκτρονικές Συναλλαγές (Μέσα ηλεκτρονικών πληρωμών - Ηλεκτρονική υπογραφή - Ηλεκτρονικό εμπόριο).

Χρηματοπιστωτικές Συναλλαγές (Καταναλωτική πίστη - Σύστημα εγγύησης καταθέσεων - Συστήματα πληρωμών - Διαφάνεια τραπεζικών όρων στις διασυνοριακές χρηματοοικονομικές συναλλαγές - Διασυνοριακές μεταφορές πιστώσεων - Στεγαστικά δάνεια - Διασυνοριακές πληρωμές σε Ευρώ - Ενιαίος Χώρος Πληρωμών σε Ευρώ (ΣΕΠΑ) - Μέσα πληρωμής πλην των μετρητών και ποινική προστασία).

Χρηματοοικονομικές Συναλλαγές (Πληροφόρηση και προστασία των επενδυτών στην πρωτογενή κεφαλαιαγορά - Προστασία των επενδυτών ως καταναλωτών - Εξ αποστάσεως εμπορεία χρηματοοικονομικών υπηρεσιών - Συμφωνίες παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας).

Τουριστικές Υπηρεσίες (Το γενικό πλαίσιο προστασίας του αποδέκτη τουριστικών υπηρεσιών στην κοινοτική έννομη τάξη - Οργανωμένα ταξίδια - Χρονομεριστική μίσθωση - Ευθύνη αερομεταφορέα σε περίπτωση ατυχήματος - Αποζημίωση επιβατών αεροπορικών μεταφορών και παροχή σχετικής βοήθειας).

Δικονομική Προστασία Καταναλωτών (Εξωδικαστική επίλυση καταναλωτικών διαφορών - Συλλογική Αγωγή).

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2008

Περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα: Προβλήματα εφαρμογής του ν. 3348/2006

Με το ν. 3348/2006 «για την περαιτέρω χρήση πληροφοριών του δημόσιου τομέα και τη ρύθμιση θεμάτων αρμοδιότητες Υπουργείου Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης» ενσωματώθηκε η οδηγία 2003/98/ΕΚ στην ελληνική έννομη τάξη. Στόχος της τελευταίας είναι η δημιουργία μιας αγοράς πληροφοριών που θα βασίζεται στις πληροφορίες του δημόσιου τομέα , η οποία, λόγω του όγκου των πλη-ροφοριών που διαθέτει ο τελευταίος, προσλαμβάνει σημαντική οικονομική αξία.

Σε άρθρο μας στο περιοδικό Επισκόπηση Εμπορικού Δικαίου 2006 (σ. 909 επ.) επισημάναμε τα παρακάτω προβλήματα εφαρμογής του νόμου:

Ι. Το γενικό πλαίσιο

Η γενική αρχή της οδηγίας, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καθίσταται δυνατή η περαιτέρω χρήση εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή φορέων του δημόσιου τομέα, για εμπορικούς ή μη εμπορικούς σκοπούς, όταν αυτή επιτρέπεται (άρθρο 3 της οδηγίας), μεταφέρθηκε στο άρθρο 2 του ν. 3448/2006, το οποίο προβλέπει ότι οι φορείς του δημόσιου τομέα μεριμνούν ώστε τα έγγραφα, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή τους, να μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν για εμπορικούς ή μη σκοπούς, σύμφωνα με τους όρους αυτού του νόμου.

Ο νόμος ρυθμίζει στο άρθρο 3 τους όρους πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία και δεν παραπέμπει ευθέως στη νομοθεσία με την οποία ρυθμίζεται η πρόσβαση αυ-τή, δηλ. στις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2690/1999 και του άρθρου 16 του ν. 1599/1986 . Ωστόσο, είναι δυνατό να έχουμε παράλληλη εφαρμογή και των διατάξεων αυτών, όπως λ.χ. στην περίπτωση που το αίτημα για περαιτέρω χορήγηση εγγράφων αφορά ιδιωτικά έγγραφα που φυλάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, ό-που ο αιτών πρέπει να αποδείξει ότι έχει ειδικό έννομο συμφέρον (άρθρο 5 § 2 ν. 2690/1999) .

Δικαίωμα αιτήσεως για χορήγηση εγγράφων προς περαιτέρω χρήση για εμπορι-κούς ή μη σκοπούς έχει κάθε ένας που επιθυμεί να κάνει χρήση των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή φορέων του δημόσιου τομέα, εφόσον υποβάλει αίτηση εγγράφως ή σε ηλεκτρονική μορφή στην υπηρεσία που έχει εκδώσει ή έχει στην κατοχή της το έγγραφο, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 3448/2006. Δεν απαιτείται, συνεπώς, η συνδρομή εννόμου συμφέροντος, αλλά ούτε και η συνδρομή «ευλόγου ενδιαφέροντος», η οποία είναι προϋπόθεση για την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα, σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 2690/1999 .

Όπως κατά την οδηγία, έτσι και με βάση το ν. 3448/2006, οι φορείς του δημόσιου τομέα δεν έχουν υποχρέωση να διαθέτουν τα έγγραφα με ηλεκτρονικά μέσα, παρά μόνο όπου είναι δυνατό και ενδεδειγμένο (άρθρα 2 εδαφ. β΄ και 6 § 1 του ν. 3448/2006, άρθρα 3 εδαφ. β΄ και 5 § 1 της οδηγίας) . Διευκρινίζεται, περαιτέρω, ότι οι σχετικές διατάξεις δεν παρέχουν σε οποιονδήποτε τρίτο το δικαίωμα να απαιτήσει από το φορέα του δημόσιου τομέα την παραγωγή συγκεκριμένου τύπου εγγράφων για το σκοπό της περαιτέρω χρήσης τους (άρθρο 6 § 2). Στην παρ. 3 του ίδιου άρ-θρου προβλέπεται ο –σχεδόν αυτονόητος– περιορισμός, σύμφωνα με τον οποίο το περιεχόμενο των εγγράφων δεν πρέπει να αλλοιωθεί ούτε να διαστρεβλωθεί με ο-ποιονδήποτε τρόπο, καθώς και ότι πρέπει να γίνεται αναφορά στην πηγή προέλευ-σής τους και στην ημερομηνία τελευταίας επικαιροποίησής τους.

Κρίσιμα, ασφαλώς, ζητήματα για τη λειτουργία του συστήματος περαιτέρω χρήσης, είναι η διαδικασία αδειοδότησης και η επιβολή τελών. Ο ν. 3448/2006 ορίζει στο άρθρο 7 ότι οι φορείς του δημόσιου τομέα μπορούν να επιτρέπουν την άνευ όρων περαιτέρω χρήση εγγράφων ή να επιβάλλουν όρους μέσω αδειοδότησης ή με άλλους τρόπους, συμπεριλαμβανομένης της επιβολής τελών. Και ενώ ο καθορισμός των όρων γίνεται με απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, το ύψος των τελών, όπου αυτά επιβάλλονται, καθορίζεται με κοινή απόφαση του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού και του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

Οι ρυθμίσεις αυτές επαναλαμβάνουν τις ρυθμίσεις του άρθρου 8 της οδηγίας και περιέχουν εξουσιοδότηση για τη ρύθμιση των αδειών περαιτέρω χρήσης• έτσι, ωστόσο, οδηγούν σε μία κατά περίπτωση αντιμετώπιση του εν λόγω θέματος και φα-νερώνουν έλλειψη σαφούς πολιτικής στο υπό κρίση ζήτημα.

Εν προκειμένω, θα ήταν ασφαλώς χρήσιμο να γίνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 7 § 2 του νόμου, σύμφωνα με την οποία πρέπει να εξασφα-λίζεται, όταν αυτό είναι δυνατό, η διάθεση τυποποιημένων αδειών σε ψηφιακή μορφή και με δυνατότητα ηλεκτρονικής επεξεργασίας και προσαρμογής για την αντιμετώπιση ειδικότερων περιπτώσεων. Με τη γενίκευση της χρήσης τυποποιημένων αδειών θα μπορούσαμε να οδηγηθούμε σε ένα ενιαίο και διαφανές σύστημα χορήγησης αδειών, αντίστοιχο με το σύστημα που ισχύει στη Μ. Βρετανία, όπου χρησιμοποιούνται οι ψηφιακές άδειες (click and use licenses), στις οποίες οι χρήστες αποκτούν πρόσβαση μέσω του Διαδικτύου και για τις οποίες, με την εξαίρεση των αδειών προστιθέμενης αξίας, δεν επιβάλλεται κόστος.

Παράλληλα, πρέπει να αξιοποιηθεί η διάταξη του άρθρου 10 που προβλέπει μέτρα για τη διευκόλυνση της αναζήτησης εγγράφων, στα οποία περιλαμβάνονται ιδίως η κατάρτιση και διάθεση καταλόγων των κυριότερων εγγράφων με δυνατότητα ηλεκτρονικής πρόσβασης, όπως και κεντρική διάθεση των σχετικών πληροφοριών, μέσω της δημιουργίας ιστοσελίδων που συνδέονται με αποκεντρωμένους καταλόγους.

Όσον αφορά τις αρχές που διέπουν την επιβολή τελών για την περαιτέρω χρήση εγγράφων, το άρθρο 8 § 1 ν. 348/2006 επαναλαμβάνει τη ρύθμιση του άρθρου 6 της οδηγίας και ορίζει ότι, εφόσον επιβάλλονται τέλη, το συνολικό έσοδο από την άδεια περαιτέρω χρήσης εγγράφων δεν πρέπει να υπερβαίνει το κόστος συλλογής, παραγωγής, αναπαραγωγής και διάδοσής τους, συμπεριλαμβανομένης μιας εύλογης α-πόδοσης της επένδυσης , στην οποία έχει προβεί ο οικείος δημόσιος φορέας, αφού ληφθεί υπόψη και το πιθανό κόστος για την περαιτέρω επεξεργασία σύμφωνα με το άρθρο 3 § 2 . Σύμφωνα δε με αντίστοιχο κανόνα της οδηγίας, τα τέλη υπολογίζονται με βάση το κόστος που προκύπτει κατά τη διάρκεια της αντίστοιχης λογιστικής πε-ριόδου και σύμφωνα με τις λογιστικές αρχές που εφαρμόζονται στους οικείους φορείς του δημόσιου τομέα.

Έτσι, στο ζήτημα της επιβολής τελών, ο έλληνας νομοθέτης υιοθέτησε την κοινοτική διάταξη που αποδέχεται τη δυνατότητα εκμετάλλευσης της πληροφορίας από τη Διοίκηση . Ωστόσο και εδώ οι ρυθμίσεις δεν χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, αφού καταλείπουν στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης την επιβολή τελών, ενώ δεν προβλέπεται λογιστικός διαχωρισμός μεταξύ της κύριας δραστηριότητας του δημόσιου φορέα και της χορήγησης εγγράφων για περαιτέρω χρήση, δίχως τον οποίο θα είναι εξαιρετικά δυσχερής ο υπολογισμός της απόδοσης της επένδυσης, στην οποία έχει προβεί ο εκάστοτε δημόσιος φορέας σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση.

Και στο ζήτημα της επιβολής τελών, όπως και στη θέσπιση αδειών, απαιτείται η έκδοση κανονιστικών πράξεων για την ενεργοποίηση των σχετικών διατάξεων του νόμου, με τις οποίες θα συγκεκριμενοποιηθεί η πολιτική όσον αφορά τη θέσπιση αδειών και την επιβολή τελών επί της περαιτέρω χρήσης εγγράφων του δημόσιου τομέα. Ο παραπάνω νόμος έχει, έτσι, το χαρακτήρα ενός οιονεί «νόμου πλαισίου», τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τις δύο παραπάνω πτυχές της περαιτέρω χρήσης πληροφοριών.


Περιορισμοί του δικαιώματος περαιτέρω χρήσης πληροφοριών


Οι φορείς του δημόσιου τομέα δύνανται να αρνηθούν την χορήγηση των εγγράφων που βρίσκονται στην κατοχή τους για περαιτέρω χρήση, με βάση τις εξαιρέσεις από το πεδίο εφαρμογής του ν. 3448/2006, οι οποίες περιέχονται στο άρθρο 3. Οι εξαιρέσεις αυτές στηρίζονται στις αντίστοιχες εξαιρέσεις του άρθρου 1 §§ 2 επ. της οδηγίας και αφορούν (άρθρο 3 § 1): α) έγγραφα, η χορήγηση των οποίων δεν εμπίπτει στη δημόσια αποστολή των οικείων φορέων του δημόσιου τομέα, όπως αυτή ορίζεται από τις ισχύουσες κάθε φορά διατάξεις, β) έγγραφα, για τα οποία τρίτοι ή φορείς του δημόσιου τομέα διαθέτουν δικαιώματα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας, γ) έγγραφα, στα οποία η πρόσβαση αποκλείεται σύμφωνα με το άρθρο 5 §§ 3 και 5 του ν. 2690/1999, καθώς και σύμφωνα με κάθε άλλη σχετική διάταξη, ιδίως για λόγους που αφορούν την εθνική ασφάλεια, άμυνα ή δημόσια τάξη και το στατιστικό ή εμπορικό απόρρητο, δ) έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών φορέων ή άλλων οργανισμών και των θυγατρικών τους εταιρειών με σκοπό την εκπλήρωση δημόσιας αποστολής με τη μορφή ραδιοτηλεοπτικής εκπομπής, ε) έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή εκπαιδευτικών και ερευνητικών ή πολιτιστικών ιδρυμάτων, όπως σχολεία, Α.Ε.Ι., Τ.Ε.Ι., αρχεία, βιβλιοθήκες, μουσεία, ορχήστρες, λυρικές σκηνές, θέατρα και ερευνητικές εγκαταστάσεις ή άλλοι οργανισμοί τήρησης αποτελεσμάτων ερευνών.

Περαιτέρω, στην παρ. 2 του ίδιου άρθρου προβλέπεται επιφύλαξη υπέρ της νομοθεσίας περί προστασίας προσωπικών δεδομένων (ν. 2472/19970), οι διατάξεις της οποίας πρέπει να εφαρμόζονται, στην περίπτωση που στα έγγραφα του δημόσιου τομέα περιέχονται και προσωπικά δεδομένα, τα οποία πρέπει, επιπλέον, να υπόκεινται σε ειδική επεξεργασία προκειμένου να απαλειφθούν.

Το πεδίο των εξαιρέσεων είναι διευρυμένο σε σχέση με τις αντίστοιχες εξαιρέσεις της οδηγίας , αφού ο έλληνας νομοθέτης έλαβε υπόψη του το ισχύον καθεστώς πρόσβασης στη δημόσια πληροφορία και τους σχετικούς περιορισμούς. Η νομοτεχνική, ωστόσο, δια-μόρφωση των εξαιρέσεων δεν είναι άρτια• λ.χ., στην περ. β΄ του άρθρου 3 § 1 περιλαμβάνεται η επιφύλαξη για ην περίπτωση που τρίτοι ή το Δημόσιο έχουν δικαίωμα πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας, ενώ στην περ. γ΄ γίνεται αναφορά στην παρ. 5 του άρθρου 5 του ν. 2690/1999, στην οποία προβλέπεται επίσης επιφύλαξη για την ύπαρξη αντίστοιχων δικαιωμάτων.

Σχετικά με την ύπαρξη δικαιωμάτων πνευματικής ή βιομηχανικής ιδιοκτησίας του Δημοσίου, έχει ήδη επισημανθεί ότι το Δημόσιο και τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου μπορεί να είναι φορείς ιδιωτικών δικαιωμάτων μόνο κατά τη λειτουργία τους ως fiscus και όχι όταν λειτουργούν ως φορείς δημόσιας εξουσίας . Με βάση τη διάκριση αυτή θα κριθεί αν οι φορείς του δημόσιου τομέα έχουν αποκλειστικά δικαιώματα στις πληροφορίες ή στις βάσεις δεδομένων που διαθέτουν και αν, συνεπώς, δικαιούνται να απορρίψουν τα αιτήματα περαιτέρω χρήσης των σχετικών δεδομένων. Άθικτα παραμένουν, πάντως, τα δικαιώματα που έχουν τρίτοι στα έγγραφα που κατέχουν οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως είναι ιδίως οι υπάλληλοι του Δημοσίου ή των Ν.Π.Δ.Δ. που ενδεχομένως είναι δικαιούχοι ή συνδικαιούχοι δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας ή κάτοχοι διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας .

Ζήτημα ανακύπτει, επιπλέον, όσον αφορά τη διάταξη του άρθρου 5 § 3 ν. 2690/1999, με την οποία θεσπίζεται εξαίρεση από το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα, μεταξύ άλλων, στην περίπτωση όπου το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου. Τη στιγμή που προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 3 του ν. 3448/2006 ότι η νομοθεσία για την προστασία προσωπικών δεδομένων βρίσκει εφαρμογή κατά την περαιτέρω χρήση πληροφοριών, η θέσπιση ενός πρόσθετου περιορισμού που αφορά την ιδιωτική ζωή καθιστά δυσχερέστερη την θέση εκείνου που υποβάλλει αίτημα περαιτέρω χρήσης. Ιδίως, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η απαγόρευση του άρθρου 5 § 3 ν. 2690/1999 έχει απόλυτο χαρακτήρα και για αυτό το λόγο έχει προκαλέσει σημαντικά ερμηνευτικά προβλήματα.

Στη θεωρία γίνεται δεκτό ότι η απόλυτη αυτή απαγόρευση δεν είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα, αφού δεν είναι συμβατή με τις αρχές της πρακτικής εναρμόνισης και της αναλογικής εξισορρόπησης των αντιτιθέμενων δικαιωμάτων (της πρόσβασης στα δημόσια έγγραφα και του δικαιώματος προστασίας της ιδιωτικής ζωής), και, συνεπώς, καταλύει το συνταγματικό δικαίωμα των άρθρων 10 § 3 και 5Α § 1 Συντ. . Για αυτό, απαιτείται η συσταλτική ερμηνεία της διάταξης του άρθρου 5 § 3 ν. 2690/1999. Πιο συγκεκριμένα, πρέπει εν προκειμένω να γίνει δεκτό ότι η αναφορά στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή αφορά το απαραβίαστο της ιδιωτικής ζωής, το οποίο αποτελεί το έννομο αγαθό που προστατεύεται από το άρθρο 9 § 1 εδαφ. 2 Συντ και το οποίο εί-ναι στενότερο από το δικαίωμα προστασίας των προσωπικών δεδομένων που κατο-χυρώνεται συνταγματικά στο άρθρο 9 Α Συντ .

Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι ως προς τα εκπαιδευτικά, ερευνητικά και πολιτιστι-κά ιδρύματα, για τα οποία η αξιοποίηση των πληροφοριών που κατέχουν είναι ιδιαί-τερα κρίσιμη για τη χρηματοδότηση της λειτουργίας τους, προβλέπεται μεν εξαίρεση από την υποχρέωση διάθεσης για περαιτέρω χρήση –προς διασφάλιση των εν λόγω ιδρυμάτων–, ωστόσο, η εξαίρεση αυτή αίρεται όταν τούτο επιτρέπεται από τη γενική νομοθεσία ή τη νομοθεσία που διέπει τον εκάστοτε φορέα. Στην τελευταία αυτή πε-ρίπτωση, θα εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 3448/2006, όπως είναι οι αρχές για την επιβολή τελών και για τη θέσπιση όρων κατά την περαιτέρω χρήση.

Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2008

Ημερίδα για τις εφαρμογές της πληροφορικής στη δικαιοσύνη

Στις 24 Οκτωβρίου πραγματοποιείται ημερίδα στο CITY της Θεσσαλονίκης με θέμα τις εφαρμογές της πληροφορικής στη δικαιοσύνη και βασικά αντικείμενα την επικοινωνία μεταξύ των δικαστικών αρχών σε διεθνές επίπεδο, τη χρήση πολυμέσων στη δίκη και σε ανακριτικές πράξεις, την υποστήριξη των λειτουργών του δικαίου κοκ. Ειδικότερα, αναφέρονται τα εξής:

* Cross-border communication between parties to judicial proceedings and integration of registers and records at the EU level
* Systems supporting lawyers, in legal reasoning, document drafting, negotiation
* Systems supporting prosecutor offices, judicial police, and judicial cooperation
* Video-conference in trials and investigations: legal and technological perspectives
*Introduction of IT in courts and consequent changes in business processes
*Improvement in communications between courts, citizens and organizations
*E-submission and E-service
*Interoperability of judicial services in EU

Ακολουθεί Call for Papers

-----------------------------------------------------------------
IMPORTANT DATES
--------------------------------------------------------------------

PRELIMINARY PROGRAMME: September 15, 2008

SUBMISSION OF PAPERS: September 26, 2008

NOTIFICATION OF ACCEPTANCE: October 3, 2008

CAMERA READY PAPERS: October 10, 2008

FINAL PROGRAMME: October 13, 2008

CONFERENCE: Occtober 24, 2008

--------------------------------------------------------------------
GOAL
--------------------------------------------------------------------
ICT support to justice opens new possibilities for
supporting investigations, prosecution activities, national and international
cooperation, trials and management of judicial cases, posing on the counterpart relevant
challenges related to privacy, information security, non repudiation and usability of the
electronic folders.

The ICT4JUSTICE event aims to give an European-wide view of the present
and future synergies between justice and ICT technologies, by bringing together
experiences, best practices and perspective activities of judicial and technological
actors, offering at the same time the opportunity to enjoy the hospitality of the
beautiful city of Thessaloniki.
--------------------------------------------------------------------
WORKSHOP INFORMATION
--------------------------------------------------------------------
OFFICIAL LANGUAGE:
The official language of the conference is English.

PAPER SUBMISSION:
Authors should submit a full paper (maximum 8 pages) through EasyChair:
www.easychair.org/conferences?conf=ict4justice

FORMAT:
Following Springer's format for Lecture Notes in Computer Science (LNCS). A template for
Microsoft Word 2000 & 2003 along with instructions for authors can be downloaded at
http://www.seerc.org/ict4justice/misc/T1-book.zip. Further information as well as LaTeX
templates are available at Springer's website
(http://www.springer.com/authors/book+authors?SGWID=0-154102-12-417900-0). PROCEEDINGS:
Web-proceedings will be uploaded on the event's web page.
The proceedings will be published also as an edited volume.

LOCATION:
The workshop will take place in Thessaloniki, one of the oldest cities
in Europe and the second largest city in Greece. The easiest way to get
to Thessaloniki is by a direct flight to the city's airport named
"Macedonia" (13km from city's centre). For location maps and more
travel directions please check the conference's web site.

REGISTRATION:
Registration is free but please register in advance using the form in the conference's
web site.

--------------------------------------------------------------------
COMMITTEES
--------------------------------------------------------------------
WORKSHOP CHAIRMAN:
* Dr. George Eleftherakis (Computer Science Department, City College – Greece) ORGANISING
COMMITTEE:
* Mr. Mauro Cislaghi (Project Automation S.p.A. – Italy) - chairman
* Dr. Konstantinos Dimopoulos (Computer Science Department, City College – Greece) * Mr.
Konstantinos Rousis (Computer Science Department, City College – Greece) PROGRAMME
COMMITTEE:
* Prof. Francesco Archetti (Faculty of Computer Sciences, University of Milano Bicocca –
Italy) * Dr. Alexia Briassouli (CERTH-ITI, Thessaloniki – Greece)
* Prof. Gordana Lazetic Buzarovska (Faculty of Law, Cyril and Methodius University –
FYROM) * Mr. Miso Dokmanovic (Faculty of Law, Cyril and Methodius University – FYROM) *
Prof. Tom van Engers (Leibniz Center for Law, University of Amsterdam – The Netherlands)
- co-chairman
* Dr. Giuseppe Daniele Falavigna (Fondazione Bruno Kessler, Trento – Italy) * Prof.
Enrico Francesconi (ITTIG – CNR, Florence – Italy) * Dr. Diego Giuliani (Fondazione Bruno
Kessler, Trento – Italy) * Dr. Ioannis Iglezakis (Faculty of Law, Aristotle University –
Greece)
* Prof. Nikolaos Intzesiloglou (Faculty of Law, Aristotle University – Greece) -
co-chairman
* Dr. Bassem Malaeb (United Nations International Criminal Tribunal for the former
Yugoslavia – The Netherlands) * Dr. Roberto Mazzilli (Project Automation S.p.A. – Italy)
* Dr. Mauro Miranda (European Commission, DG Justice Freedom Security – Belgium) * Prof.
Vincenzina Messina (Faculty of Computer Sciences, University of Milano Bicocca – Italy)
* Dr. Goce Naumovski (Faculty of Law, Cyril and Methodius University – FYROM) * Prof.
Monica Palmirani ( Faculty of Juridical Sciences, University of Bologna – Italy) * Dr.
Domenico Pellegrini (Magistrate – ICT for Criminal Justice Area, Italian Ministry of
Justice – Italy)
* Dr. Dariusz Sielicki (Judge at the Circuit Court of Wroclaw – Poland) * Prof. Fabio
Vitali (Faculty of Computer Sciences, University of Bologna – Italy) * Dr. Vuksan
Vuksanovic (Montenegrin Ministry of Justice, Podgorica – Montenegro) * Dr. Radboud
Winkels (Leibniz Center for Law, University of Amsterdam – The Netherlands)
* Dr. Hans Peter Zorn (Euro Media Laboratories GmbH – Germany) SECRETARIAT (Konstantinos
Rousis):
jweb@seerc.org

CONFERENCE WEB SITE:
http://www.seerc.org/ict4justice

Παρασκευή 5 Σεπτεμβρίου 2008

Εκσυγχρονισμός των επιμελητηρίων & νέες τεχνολογίες

Σε πρόσφατη δήλωση του Υπουργού Ανάπτυξης κ. Φώλια δηλώνεται ότι: "Ως «one-stop shop» θα λειτουργούν τα εμπορικά επιμελητήρια". Συγκεκριμένα, ο υπουργός Ανάπτυξης κ. Χρήστος Φώλιας, κατά την επίσκεψή του στο αναπαλαιωμένο κτίριο του Επιμελητηρίου Κιλκίς αναφέρθηκε στον εκσυγχρονισμό των επιμελητηρίων, ώστε να καταστούν «πιο ευέλικτα στην καθημερινή λειτουργία τους, πιο υπεύθυνα στις ενέργειες τους, πιο αποτελεσματικά στη συλλογική θεσμική εκπροσώπηση του επιχειρηματικού κόσμου. Η αναβάθμιση του Επιμελητηριακού θεσμού θα συμβάλει και στην επιτυχία των πρωτοβουλιών μας για να μειωθούν δραστικά οι διαδικασίες ίδρυσης εταιρίας. Τα επιμελητήρια θα λειτουργούν ως one stop shop, ως το σημείο Υποδοχής, στο οποίο θα υποβάλλονται τα δικαιολογητικά που απαιτούνται για τη σύσταση εταιριών, καθώς και κάθε άλλη πράξη και στοιχείο που υποβάλλεται σε δημοσιότητα, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις. Παράλληλα, προωθείται η καθιέρωση της εφάπαξ καταβολής ενιαίου τέλους ίδρυσης εταιρίας, το οποίο περιλαμβάνει το σύνολο των τελών, φόρων και εισφορών που προβλέπονται από τις κείμενες διατάξεις.» [Πηγή: Καθημερινή]

Χαιρετίζουμε τις προσπάθειες της δημόσιας διοίκησης στην κατεύθυνση του εκσυγχρονισμού των επιμελητηρίων, ωστόσο, θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι μόνο με την εφαρμογή της νέας τεχνολογίας θα καταστεί δυνατή η πραγματική ανανέωση και ο εξορθολογισμός τους. Παρόμοια, όπως συνέβη με το TAXIS, έτσι και στον τομέα αυτό καθίσταται απαραίτητη η παροχή ηλεκτρονικών υπηρεσιών προς τους πολίτες και η ένταξη του συγκεκριμένου έργου στο σχεδιασμό της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης.

Σημαντική ώθηση αναμένεται να δώσει το νέο ηλεκτρονικό εμπορικό μητρώο (ΓΕΜΗ), το οποίο ωστόσο ακόμη δεν έχει υλοποιηθεί.

Ioannis Iglezakis

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2008

Πρακτικός οδηγός σχετικά με τη συμμόρφωση με τους όρους της άδειας (ανοικτού Λογισμικού) General Public License

Πρόσφατα (20.08.2008) το Νομικό Κέντρο για την Ελευθερία του Λογισμικού (Software Freedom Law Center) εξέδωσε έναν πρακτικό οδηγό που παρέχει οδηγίες σχετικά με τη συμμόρφωση αδειών ανοικτού λογισμικού με την GNU Γενική Δημόσια Άδεια. Στόχος είναι η αποφυγή αντιδικίας, στην περίπτωση όπου τμήματα λογισμικού που υπάγεται στην άδεια, ενσωματώνονται σε παράγωγο λογισμικό. Είναι πιθανό, όταν το λογισμικό που προκύπτει, δεν συμφωνεί με τους όρους της Γενικής Δημόσιας Άδειας, να ασκηθεί αγωγή με αντικείμενο τη συμμόρφωση του λογισμικού με τους όρους αυτούς. Τέτοιες αγωγές έχουν ασκηθεί από το Κέντρο.

Ο εν λόγω οδηγός επεξηγεί τις βασικές νομικές έννοιες που έχουν σχέση με την Γενική Δημόσια Άδεια και την επιβολή των όρων της από τους δικαιούχους, ενώ προτείνει μεθόδους για καλύτερη συμμόρφωση με τους όρους της άδειας, καθώς και τρόπους αντιμετώπισης των δικαιούχων.

Βλ. http://www.softwarefreedom.org

Ioannis Iglezakis

Δευτέρα 11 Αυγούστου 2008

Εγκλήματα κατά της γενετήσιας ελευθερίας τελούμενα στο Διαδίκτυο

Στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα ρυθμίζονται δύο διαδικτυακά εγκλήματα, τα οποία και τα δύο αφορούν την προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας.

Το πρώτο και σημαντικότερο αφορά την διακίνηση πορνογραφικού υλικού. Συγκεκριμένα, το άρθρο 384Α ΠΚ προβλέπει ως βασικό έγκλημα την παραγωγή, προσφορά, πώληση, κατοχή κλπ. υλικού πορνογραφίας και ως διακεκριμένη μορφή την περίπτωση όπου οι παραπάνω πράξεις γίνονται μέσω η/υ ή με τη χρήση του Διαδικτύου.

Συγκεκριμένα, στην παρ. 2 προβλέπεται ότι: «Όποιος με πρόθεση παράγει, προσφέρει, πωλεί ή με οποιονδήποτε τρόπο διαθέτει, διανέμει, διαβιβάζει, αγοράζει, προμηθεύεται ή κατέχει υλικό παιδικής πορνογραφίας ή διαδίδει πληροφορίες σχετικά με την τέλεση των παραπάνω πράξεων δια συστήματος ηλεκτρονικού υπολογιστή ή με τη χρήση διαδικτύου, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως τριακοσίων χιλιάδων ευρώ».

Στην παρ. 3 δίδεται ο ορισμός του υλικού πορνογραφίας, το οποίο συνιστά η αναπαράσταση ή η πραγματική ή εικονική αποτύπωση σε ηλεκτρονικό ή άλλο υλικό φορέα του σώματος ή μέρους του σώματος ανηλίκου, κατά τρόπο που προδήλως προκαλεί γενετήσια διέγερση, καθώς και πραγματικής ή εικονικής ασελγούς πράξης που διενεργείται από ή με ανήλικο. Ο νομοθετικός αυτός ορισμός είναι στενότερος από το ορισμός του άρθρου 1 περ. β΄ της απόφασης-πλαίσιο 2004/68 της ΕΕ, καθ’ ότι προϋποθέτει την πρόκληση γενετήσιας διέγερσης, στοιχείο το οποίο δεν περιλαμβάνεται στο κοινοτικό κείμενο .

Περαιτέρω, στην παρ. 4 διατυπώνεται δύο επιβαρυντικές περιπτώσεις του ίδιου εγκλήματος. Συγκεκριμένα, στη διάταξη αυτή ορίζεται ότι «οι πράξεις της πρώτης και δεύτερης παραγράφου τιμωρούνται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή πενήντα χιλιάδων έως εκατό χιλιάδων ευρώ: α) αν τελέσθηκαν κατ` επάγγελμα και κατά συνήθεια β) αν η παραγωγή του υλικού της παιδικής πορνογραφίας συνδέεται με την εκμετάλλευση της ανάγκης, της ψυχικής ή της διανοητικής ασθένειας ή σωματικής δυσλειτουργίας λόγω οργανικής νόσου ανηλίκου ή με την άσκηση ή απειλή χρήσης βίας ανηλίκου ή με τη χρησιμοποίηση ανηλίκου που δεν έχει συμπληρώσει το δέκατο έτος. Αν η πράξη της περίπτωσης β1 είχε ως αποτέλεσμα τη βαριά σωματική βλάβη του παθόντος, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή εκατό χιλιάδων έως πεντακοσίων χιλιάδων ευρώ αν δε αυτή είχε ως αποτέλεσμα το θάνατο, επιβάλλεται ισόβια κάθειρξη».

Το δεύτερο αδίκημα αφορά την προσβολή της αιδούς ανηλίκου στο Διαδίκτυο ή σε άλλο μέσο επικοινωνίας (π.χ. κινητό τηλέφωνο). Με το άρθρο 24 του ν. 3500/2006 τροποποιήθηκε η διάταξη του άρθρου 342 ΠΚ που αναφέρεται στην κατάχρηση ανηλίκων σε ασέλγεια, το οποίο περιλαμβάνει ως διακεκριμένη μορφή της προσβολής της αιδούς των ανηλίκων την περίπτωση όπου η πράξη αυτή τελείται μέσω του Διαδικτύου ή άλλου μέσου επικοινωνίας.

Ειδικότερα, στην παρ. 4 της παραπάνω διάταξης ορίζεται ότι:

«Ο ενήλικος, ο οποίος μέσω διαδικτύου ή άλλου μέσου επικοινωνίας, αποκτά επαφή με πρόσωπο που δεν συμπλήρωσε τα δεκαέξι έτη και με προτάσεις ή με εξιστόρηση, απεικόνιση ή παρουσίαση πράξεων που αφορούν τη γενετήσια ζωή προσβάλλει την αιδώ του, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και αν η πράξη τελείται κατά συνήθεια με φυλάκιση τουλάχιστον τριών ετών».

Η νέα αυτή διάταξη συμπεριλαμβάνεται στο νόμο για την αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, στον οποίο εντάχθηκε με τροπολογία. Ο σκοπός του νομοθέτη ήταν να εισάγει μια διάταξη με σκοπό την καταπολέμηση της παιδοφιλίας, στο πλαίσιο του Διαδικτύου. Με τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 342 ΠΚ τιμωρείται το αδίκημα της προσβολής της αιδούς ανηλίκου που τελείται από ενήλικους, στο διαδικτυακό περιβάλλον, που μπορεί να τυγχάνουν και παιδόφιλοι.

Αξίζει να σημειωθεί ότι το αξιόποινο περιορίζεται στους ενήλικους δράστες και αποφεύγεται η επέμβαση σε αντικοινωνικές συμπεριφοριές που λαμβάνουν χώρα μεταξύ ανηλίκων στο διαδίκτυο ή σε άλλα μέσα επικοινωνίες ή στην κοινωνία .

Η αντιμετώπιση παρόμοιων συμπεριφορών που τελούνται στο Διαδικτύο με ρυθμίσεις όπως αυτή του άρθρου 342 § 4 ΠΚ είναι απαραίτητη προκειμένου να καλυφθούν τα κενά που υφίστανται αναφορικά με την προστασία των ανήλικων χρηστών του Διαδικτύου. Στην κατεύθυνση αυτή, το Υπουργείο Δικαιοσύνης ανήγγειλε την κατάθεση νομοσχεδίου, με το οποίο ποινικοποιείται το αδίκημα της προσέλκυσης παιδιών για σεξουαλικούς λόγους («grooming») μέσω της χρήσης του Διαδικτύου και των κινητών τηλεφώνων στα οποία έχουν πρόσβαση οι ανήλικοι.

Κατά την άποψή μας ιδιαίτερη μέριμνα θα έπρεπε να ληφθεί και για την προστασία των προσωπικών δεδομένων των ανηλίκων. Λαμπρό παράδειγμα αποτελεί o σχετικός νόμος στις ΗΠΑ (COPPA).

Ioannis Iglezakis

Σάββατο 5 Ιουλίου 2008

Διαδικτυακά φίλτρα - Σύσταση του Συμβουλίου της Ευρώπης

Η Επιτροπή Υπουργών του Συμβουλίου της Ευρώπης υιοθέτησε στις 26.03.2008 τη Σύσταση CM/Rec(2008)6 «σχετικά με τα μέτρα για την προώθηση του σεβασμού της ελευθερίας της έκφρασης και την πληροφόρηση σχετικά με τα διαδικτυακά φίλτρα».

Στόχος της Σύστασης είναι η αναγνώριση κοινών προτύπων και στρατηγικών στα κράτη μέλη του Συμβουλίου όσον αφορά τα διαδικτυακά φίλτρα, προκειμένου να καταστεί ευχερής η άσκηση της ελευθερίας της έκφρασης και των θεμελιωδών δικαιωμάτων που κατοχυρώνει η ΕΣΔΑ.

Με τη Σύσταση λαμβάνεται υπόψη ότι η χρήση φίλτρων μπορεί να σημαίνει την απαγόρευση πρόσβασης σε διαδικτυακούς τόπους, η πρακτική δε αυτή, ως γνωστόν, ασκείται από απολυταρχικά καθεστώτα, και συνιστά παραβίαση της ελεύθερης έκφρασης γνώμης. Βεβαίως, τα φίλτρα έχουν και θετικές λειτουργίες, όπως στην περίπτωση που περιορίζεται στους ανηλίκους η πρόσβαση σε διακτυακούς τόπους με περιεχόμενο ακατάλληλο. Συνακόλουθα, η παραπάνω Σύσταση αποτελεί ένα θετικό βήμα για τη συνεργασία των φορέων στην υιοθέτηση κοινών στάνταρτ όσον αφορά το λογισμικό που φιλτράρει το διαδικτυακό περιεχόμενο.

Στο Παράρτημα της Σύστασης περιέχονται τα ακόλουθα συμπεράσματα - αρχές:


Guidelines I. Using and controlling Internet filters in order to fully exercise and enjoy the right to freedom of expression and information Users’ awareness, understanding of and ability to effectively use Internet filters are key factors which enable them to fully exercise and enjoy their human rights and fundamental freedoms, in particular the right to freedom of expression and information, and to participate actively in democratic processes. When confronted with filters, users must be informed that a filter is active and, where appropriate, be able to identify and to control the level of filtering the content they access is subject to. Moreover, they should have the possibility to challenge the blocking or filtering of content and to seek clarifications and remedies. In co-operation with the private sector and civil society, member states should ensure that users are made aware of activated filters and, where appropriate, are able to activate and deactivate them and be assisted in varying the level of filtering in operation, in particular by: i. developing and promoting a minimum level of information for users to enable them to identify when filtering has been activated and to understand how, and according to which criteria, the filtering operates (for example, black lists, white lists, keyword blocking, content rating, etc., or combinations thereof); ii. developing minimum levels of and standards for the information provided to the user to explain why a specific type of content has been filtered; iii. regularly reviewing and updating filters in order to improve their effectiveness, proportionality and legitimacy in relation to their intended purpose; iv. providing clear and concise information and guidance regarding the manual overriding of an activated filter, namely whom to contact when it appears that content has been unreasonably blocked and the reasons which may allow a filter to be overridden for a specific type of content or Uniform Resource Locator (URL); v. ensuring that content filtered by mistake or error can be accessed without undue difficulty and within a reasonable time; vi. promoting initiatives to raise awareness of the social and ethical responsibilities of those actors who design, use and monitor filters with particular regard to the right to freedom of expression and information and to the right to private life, as well as to the active participation in public life and democratic processes; vii. raising awareness of the potential limitations to freedom of expression and information and the right to private life resulting from the use of filters and of the need to ensure proportionality of such limitations; viii. facilitating an exchange of experiences and best practices with regard to the design, use and monitoring of filters; ix. encouraging the provision of training courses for network administrators, parents, educators and other people using and monitoring filters; x. promoting and co-operating with existing initiatives to foster responsible use of filters in compliance with human rights, democracy and the rule of law; xi. fostering filtering standards and benchmarks to help users choose and best control filters. In this context, civil society should be encouraged to raise users’ awareness of the potential benefits and dangers of filters. This should include promoting the importance and significance of free and unhindered access to the Internet so that every individual user may fully exercise and enjoy their human rights and fundamental freedoms, in particular the right to freedom of expression and information and the right to private life, as well as to effectively participate in public life and democratic processes. II. Appropriate filtering for children and young people The Internet has significantly increased the number and diversity of ideas, information and opinions which people may receive and impart in the fulfilment of their right to freedom of expression and information without interference by public authorities and regardless of frontiers. At the same time, it has increased the amount of readily available content carrying a risk of harm, particularly for children and young people. To satisfy the legitimate desire and duty of member states to protect children and young people from content carrying a risk of harm, the proportionate use of filters can constitute an appropriate means of encouraging access to and confident use of the Internet and be a complement to other strategies on how to tackle harmful content, such as the development and provision of information literacy. In this context, member states should: i. facilitate the development of strategies to identify content carrying a risk of harm for children and young people, taking into account the diversity of cultures, values and opinions; ii. co-operate with the private sector and civil society to avoid over-protection of children and young people by, inter alia, supporting research and development for the production of “intelligent” filters that take more account of the context in which the information is provided (for example by differentiating between harmful content itself and unproblematic references to it, such as may be found on scientific websites); iii. facilitate and promote initiatives that assist parents and educators in the selection and use of developmental-age appropriate filters for children and young people; iv. inform children and young people about the benefits and dangers of Internet content and its filtering as part of media education strategies in formal and non-formal education. Furthermore, the private sector should be encouraged to: i. develop “intelligent” filters offering developmental-age appropriate filtering which can be adapted to follow the child’s progress and age while, at the same time, ensuring that filtering does not occur when the content is deemed neither harmful nor unsuitable for the group which the filter has been activated to protect; ii. co-operate with self- and co-regulatory bodies in order to develop standards for developmental-age appropriate rating systems for content carrying a risk of harm, taking into account the diversity of cultures, values and opinions; iii. develop, in co-operation with civil society, common labels for filters to assist parents and educators in making informed choices when acquiring filters and to certify that they meet certain quality requirements; iv. promote the interoperability of systems for the self-classification of content by providers and help to increase awareness about the potential benefits and dangers of such classification models. Moreover, civil society should be encouraged to: i. debate and share their experiences and knowledge when assessing and raising awareness of the development and use of filters as a protective measure for children and young people; ii regularly monitor and analyse the use and impact of filters for children and young people, with particular regard to their effectiveness and their contribution to the exercise and enjoyment of the rights and freedoms guaranteed by Article 10 and other provisions of the European Convention on Human Rights. III. Use and application of Internet filters by the public and private sector Notwithstanding the importance of empowering users to use and control filters as mentioned above, and noting the wider public service value of the Internet, public actors on all levels (such as administrations, libraries and educational institutions) which introduce filters or use them when delivering services to the public, should ensure full respect for all users’ right to freedom of expression and information and their right to private life and secrecy of correspondence. In this context, member states should: i. refrain from filtering Internet content in electronic communications networks operated by public actors for reasons other than those laid down in Article 10, paragraph 2, of the European Convention on Human Rights, as interpreted by the European Court of Human Rights; ii. guarantee that nationwide general blocking or filtering measures are only introduced by the state if the conditions of Article 10, paragraph 2, of the European Convention on Human Rights are fulfilled. Such action by the state should only be taken if the filtering concerns specific and clearly identifiable content, a competent national authority has taken a decision on its illegality and the decision can be reviewed by an independent and impartial tribunal or regulatory body, in accordance with the requirements of Article 6 of the European Convention on Human Rights; iii. introduce, where appropriate and necessary, provisions under national law for the prevention of intentional abuse of filters to restrict citizens’ access to lawful content; iv. ensure that all filters are assessed both before and during their implementation to ensure that the effects of the filtering are proportionate to the purpose of the restriction and thus necessary in a democratic society, in order to avoid unreasonable blocking of content; v. provide for effective and readily accessible means of recourse and remedy, including suspension of filters, in cases where users and/or authors of content claim that content has been blocked unreasonably; vi. avoid the universal and general blocking of offensive or harmful content for users who are not part of the group which a filter has been activated to protect, and of illegal content for users who justifiably demonstrate a legitimate interest or need to access such content under exceptional circumstances, particularly for research purposes; vii. ensure that the right to private life and secrecy of correspondence is respected when using and applying filters and that personal data logged, recorded and processed via filters are only used for legitimate and non-commercial purposes. Furthermore, member states and the private sector are encouraged to: i. regularly assess and review the effectiveness and proportionality regarding the introduction of filters; ii. strengthen the information and guidance to users who are subject to filters in private networks, including information about the existence of, and reasons for, the use of a filter and the criteria upon which the filter operates; iii. co-operate with users (customers, employees, etc.) to improve the transparency, effectiveness and proportionality of filters. In this context, civil society should be encouraged to follow the development and deployment of filters both by key state and private sector actors. It should, where appropriate, call upon member states and the private sector, respectively, to ensure and to facilitate all users’ right to freedom of expression and information, in particular as regards their freedom to receive information without interference by public authorities and regardless of frontiers in the new information and communications environment.

Ioannis Iglezakis

Τρίτη 1 Ιουλίου 2008

Call for chapters- Digital Libraries

CALL FOR CHAPTER PROPOSALS
Proposal Submission Deadline: September 15, 2008
E-Publishing and Digital Libraries: Legal and Organizational Issues
A book edited by Dr. Ioannis Iglezakis and Dr. Tatiana-Eleni Synodinou
University of Thessaloniki, Greece
And Assoc. Prof. Sarantos Kapidakis, Ionian University, Greece.
Introduction
Information and communication technologies are transforming many aspects of modern society, including scholarship and cultural communication. This becomes evident in the case of digital libraries, which organize content in a digital format that is made available to users worldwide. The production of a digital library poses a number of technical and organizational issues, which will be dealt with by experts in information society. Also, legal issues are emerging concerning the acquisition and processing of IPR protected material and licensing, as well as issues concerning the preservation of cultural heritage.
Objective of the book
This book will aim to provide a deeper understanding of the organisational and legal issues regarding digital libraries, and will include contributions from specialised experts detailing the organisational and legal issues related to digital libraries.

Target audience
The target audience of this book will be composed of professionals and researchers in the field of ICTs in various disciplines, e.g. library, education, computer science and management, as well as experts in the field of law, e.g. lawyers, academics, etc.
Recommended topics include, but are not limited to, the following:
I. Organisational issues
1.Creation of digital libraries
2.Academic repositories
3.Software/systems design & development - frameworks, construction, digitization
4.Modes of access
5.Searching - browsing
6.Optical character recognition
7.Representation of texts, audio, video
8.Markup and metadata
9.Deep web
10.Interoperability
11.The EU- i2010 initiative
II.Digital Library and Copyright issues
12.The digital Library as a database (originality, protection of contents)
13.The digitization of contents : rights and limits (partial digitization, loss of quality, moral rights)
14.Orphan works
15.Digital repositories
16.The web-linking and the digital Library
17.The commercial exploitation of the offline digital Library: the problematic of the technological measures of protection versus the private copy
18.Digital library and the users rights : the question of Quotations
19.The author’s remuneration: (possible ways) royalties, lump sum
III.Cultural Aspects
20. Preservation of Cultural and Scientific Heritage by means of Digital libraries
IV.Contractual issues
21. Rights management (contracts with right-holders)
22. The commercial exploitation of the digital Library on Internet : legal framework and types of contracts with the users
23. Open content in libraries – contractual issues
V.Legal issues concerning the management of IP and the digital library
24. Open libraries and the critical question of the liability of host provider (eg the Wikipedia case)
25. Management of digital libraries and personal data protection
26. Exploitation of a digital work of mind and standardization: open standards versus close standards
27. Applicable law to the digital library issues and the problematic of the limits to the speech freedom in some countries.

Example Chapters
Possible chapter [and comments], for the Organizational Issues, could be:
Production of Digital Information and Publishing [including Digitization, OCR, Formats, Representation of Information, Markup Languages, TEI]
Reproduction of Digital Information [including copies, properties, presentation of digital information]
Information Architectures [including Repositories, generalized and specific access restriction policies, dissemination]
Indexing of information [text or otherwise, including Metadata, Dublin Core, feature extraction]
Seeking Digital Information [including Web, robots, Digital Libraries, Deep Web, portals]
Finding Aids and Tools [including semantics, Thesaurus, Ontologies, Web2.0, Annotations, personalization, ...]
Collections, Databases, Interoperability, Harvesting, OAI
Long Term Preservation [including Legal deposit and responsibility of all parties]
Emerging challenges of Digital Information [including who is the copyright holder on collective works, copying properties, publishers and users, overpriced journals, multiple use of information, open access issues, using user/usage data, etc]


Submission procedure
Researchers and practitioners are invited to submit on or before September 15, 2008, a 2-3 page chapter proposal clearly explaining the mission and concerns of his or her proposed chapter. Authors of accepted proposals will be notified by September 30 about the status of their proposals and sent chapter guidelines. Full chapters are expected to be submitted by January 15, 2009. All submitted chapters will be reviewed on a double-blind review basis. This book is scheduled to be published by IGI Global (formerly Idea Group Inc.), publisher of the “Information Science Reference” (formerly Idea Group Reference) and “Medical Information Science Reference” imprints. For additional information regarding the publisher, please visit www.igi-global.com.


Inquiries and submissions can be forwarded electronically (Word document) or by mail to:
Dr. Ioannis Iglezakis
Faculty of Law
UNIVERSITY OF THESSALONIKI
Tel.: +302310996577 * Fax: +302310996550 * GSM +306977077410
E-mail: iingleza@law.auth.gr